Θεόδωρος Βισβάρδης: Επιβλητικά γλυπτά, εμπνευσμένα από την Αρχαία Ελλάδα
02.09.202611:13
Τίνα Μανδηλαρά
Γλυπτά μοναδικής ομορφιάς εμπνευσμένα από τους αρχαίους μύθους και θεότητες, πρωταγωνιστούν στην έκθεση «Η Αιωνιότητα του Βλέμματος» στα πλαίσια του Olea Residency, στους χώρους του Olea στη Ζάκυνθο με την υπογραφή του Ζακυνθινού γλύπτη Θεόδωρου Βισβάρδη με σημαντικές διεθνείς διακρίσεις. Διάρκεια μέχρι τέλη Σεπτέμβρη
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να συναντά κανείς νέους καλλιτέχνες, όπως ο Θεόδωρος Βισβάρδης, ο οποίος φιλοτεχνεί γλυπτά μεγάλης ωριμότητας, που εμπνέονται από την αρχαία Ελλάδα και τους μύθους αλλά με απαράμιλλο, προσωπικό χαρακτήρα και ζωντάνια. Ο Βισβάρδης σφυρηλατεί τα περίτεχνα γλυπτά του με αξιοζήλευτο σέβας και με τον χειροποίητο τρόπο των κλασικών σπουδαίων καλλιτεχνών, αναδεικνύοντας τους μύθους του Δία ή του Προμηθέα αλλά του τόπου καταγωγής του, τη Ζάκυνθο. Σάμπως τα έργα του να έχουν προκύψει μέσα από το ίδιο τον κόσμο που τα γέννησε, από το λευκό της πέτρας, τις αντανακλάσεις του νερού, τις ελιές και την πυκνή βλάστηση, την τραχιά μνήμη των πετρωμάτων και το φως της Ζακύνθου που δεν αντανακλά απλώς στις επιφάνειες αλλά μοιάζει σχεδόν να τις αποσπά από το βάρος τους. Για την ακρίβεια, η γλυπτική του Θεόδωρου Βισβάρδη δεν θα μπορούσε να βρει ιδανικότερο τόπο από το Olea All Suite Hotel της Ζακύνθου, υπό τη διαχείριση της SWOT Ηospitality, όπου τα έργα του συναντούν γη, το φως και τη μνήμη του τόπου, σε μια έκθεση όπου η αρχαιότητα φωτίζεται εκ νέου, ως ένας διαφορετικός (όλο)ζώντανος τρόπος να μιλήσει κανείς για τη φθορά, την ελπίδα και τον σύγχρονο άνθρωπο.
Αρκεί ένας λευκός, ουδέτερος τοίχος ή μια γωνία με φυσικό περίγυρο για να ακουστεί καθαρότερα η “φωνή” των περίτεχνων αυτών γλυπτών ενώ άλλα μοιάζουν να χρειάζονται τον αέρα, το νερό, τη μεταβολή του φωτός και τη σιωπηλή παρουσία του νησιού για να φανερώσουν όσα κρύβουν μέσα στην ύλη τους. Τοποθετημένα σε έναν ειδικό εκθεσιακό χώρο στο Olea All Suite Hotel, στο Τσιλιβί της Ζακύνθου, τα γλυπτά του Θεόδωρου Βισβάρδη φαίνεται να έχουν βρει τον φυσικό τους προορισμό. Άλλωστε, το ίδιο το Olea έχει σχεδιαστεί με βάση αυτήν ακριβώς την αίσθηση ρευστότητας και ανοιχτοσύνης. Χτισμένο στον αειθαλή λόφο του Τσιλιβί, μέσα σε παλιό ελαιώνα, το Olea εκτείνεται γύρω από μια εκτεταμένη, σχεδόν λιμναία επιφάνεια νερού περίπου 4.000 τετραγωνικών μέτρων, ενώ οι χαμηλές γραμμές της αρχιτεκτονικής και τα φυσικά υλικά μοιάζουν να ενοποιούν τα απολύτως ενταγμένα στο περιβάλλον κτήρια με το ζακυνθινό τοπίο-ακόμα και οι υπερμεγέθεις πισίνες μοιάζουν με φυσικές λίμνες. Αυτή η αρχιτεκτονική συνθήκη έχει ουσιαστική σημασία για την έκθεση, γιατί εδώ το έργο δεν απομονώνεται από τη φύση αλλά επιστρέφει, κατά κάποιον τρόπο σε αυτήν με διαφορετικό, μεταφορικό τρόπο.
Έργα ενταγμένα στο περιβάλλον
Η «Αιωνιότητα του Βλέμματος», η έκθεση του Ζακυνθινού γλύπτη στο πλαίσιο του Olea Creative Residency 2026, απλώνεται στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό χώρο του Flow Dine & Wine, κατά μήκος ήσυχων διαδρομών, σε κοινόχρηστους χώρους και δίπλα στο νερό αναδεικνύοντας όλες τις δυνατότητες αυτής της συνομιλίας-δεν είναι τυχαίο ότι το βλέμμα μας απλώνεται στους απέραντους ελαιώνες, στους όγκους από τους απέναντι λόφους, σε αυτό το περιβάλλον που είναι ορισμένο για ηρεμία και συγκέντρωση. Το ίδιο το πρόγραμμα του καλλιτεχνικού Residency περιγράφει το σκεπτικό ως μια συνάντηση της αρχιτεκτονικής, της φύσης και της σύγχρονης τέχνης, με το έργο του Βισβάρδη να αντλεί από τη μυθολογία, την ιστορία και το φυσικό τοπίο της Ζακύνθου. Ακολουθώντας τη φιλοσοφία των μεγάλων ξενοδοχείων σε όλο τον κόσμο που προωθούν την site specific τέχνη στους χώρους τους η Βένια Ξένου, συνιδιοκτήτρια του OLEA All Suite Hotel, A Member of Design Hotels, μίλησε γι αυτή ακριβώς τη δημιουργική φιλοσοφία: «Tο Olea Creative Residency αποτελεί πλέον έναν σταθερό θεσμό για το ξενοδοχείο μας και μια πρωτοβουλία που εκφράζει τη φιλοσοφία μας να δημιουργούμε εμπειρίες με ουσιαστικό πολιτιστικό αποτύπωμα. Μέσα από τη συνεργασία με σύγχρονους δημιουργούς, επιδιώκουμε να αναδείξουμε τον διάλογο ανάμεσα στην τέχνη, τον τόπο και τη φιλοξενία, προσφέροντας στους επισκέπτες μας την ευκαιρία να γνωρίσουν τη σύγχρονη ελληνική δημιουργία μέσα σε ένα μοναδικό περιβάλλον».
Εξου και ότι η περιήγηση δεν ακολουθεί τη συμβατική λογική μιας αίθουσας όπου τα έργα περιμένουν ακίνητα τον επισκέπτη αλλά τα ανακαλύπτει καθώς κινείται. Ένα γλυπτό εμφανίζεται κοντά στο νερό, ένα άλλο στο σημείο όπου η αρχιτεκτονική ανοίγεται προς τη βλάστηση, κάποιο τρίτο αλλάζει εντελώς όταν το φως μετακινείται πάνω στην επιφάνειά του. Η τέχνη δεν φαίνεται έτσι να διακόπτει την καθημερινότητα του ξενοδοχείου αλλά εγκαθίσταται μέσα της. Αυτή ακριβώς η αίσθηση επιβεβαιώθηκε και κατά την αποκάλυψη των έργων ανήμερα των εγκαινίων: ακριβώς επειδή περιβάλλονται από τη φύση και το νερό τα έργα βρίσκονται σε ελεύθερη συνομιλία, ανοιχτή με το περιβάλλον. Χωρίς να είναι εγκλωβισμένα σε κάποιο περίκλειστο χώρο αφηγούνται όχι μόνο τη δική τους ιστορία αλλά και όλη τη διαδικασία της διαμόρφωσής τους-από την πρώτη στιγμή της σύλληψης τους, από τα εργαλεία, τα οποία, όπως μας εξηγεί χαρακτηριστικά ο καλλιτέχνης είναι αντίστοιχα με εκείνα που χρησιμοποιούσαν οι παλιότερες δυτικές σχολές γλυπτικής-μέχρι την ολοκλήρωση τους. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος σφυρηλατεί και συνομιλεί με το μάρμαρο. Όπως μας λέει χαρακτηριστικά ένα σύγχρονο τρυπάνι μπορεί, εξαιτίας του κραδασμού, να σπάσει το υλικό ενώ η προσεκτική, χειρωνακτική επεξεργασία, παρότι βραδύτερη, δίνει στον γλύπτη τη δυνατότητα να ακολουθήσει το ίδιο το σώμα της πέτρας. Ακόμα και οι γρατζουνιές και οι ατέλειες είναι μέρος αυτής της διαδικασίας και γι αυτό δεν πρέπει σκοπίμως να εξαλειφθούν αλλά φαίνονται στο γυμνό μάτι. «Έτσι είναι τα αγάλματα τα κανονικά» μας λέει ο Βισβάρδης υπερασπιζόμενος τις διαφορετικές αποχρώσεις και τις ατέλειες της επιφάνειας, που ουσιαστικά είναι η ζωντάνια και η μαγεία του μαρμάρου, η ίδια η αλχημεία της ύλης. «Είναι πολύ σημαντικό να αφήνεις να μιλήσει το υλικό. Έχει ζωή από μόνο του» καταλήγει μια φράση που μοιάζει κυριολεκτικά με μανιφέστο. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνική αρχή αλλά, εν προκειμένω, για μια φράση που αναδεικνύει μια ολόκληρη αντίληψη περί δημιουργίας αλλά και μια συνεπή οντολογική στάση: η ύλη δεν είναι παθητική και ο καλλιτέχνης δεν είναι ο απόλυτος κυρίαρχός της. «Σου μιλάει η πρώτη ύλη» υποστηρίζει χαρακτηριστικά.
Ο Έρωτας που έχασε το τόξο του
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα ανήκει στο «κεφάλαιο της Άνοιξης». Αλλά η άνοιξη του Βισβάρδη δεν είναι μια απλή αλληγορία της αναγέννησης. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει η φύση προσφέρει απέραντη ομορφιά αλλά μέσα στην ίδια αυτή ομορφιά ενοικεί και ο τρόμος, όλα αυτά που φοβίζουν τον άνθρωπο και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν μέσα στο ταξίδι της ζωής. Γι’ αυτό ο Έρωτας που εμφανίζεται στο έργο δεν είναι η αυτάρεσκη, παιγνιώδης θεότητα της εικονογραφικής παράδοσης αλλά ένα πλάσμα έχει δώσει πολλές μάχες με τη ζωή και έχει χάσει την αυτοπεποίθηση, την πίστη του, σχεδόν το ίδιο του το Είναι. Ενδεικτική είναι η απώλεια του τόξου του, δηλωτική της απώλειας της ουσιαστικής δύναμης του. Η διαδρομή όμως δεν τελειώνει εκεί. Όταν αρχίζει να πιστεύει και πάλι στον εαυτό του και στον κόσμο, η ελπίδα εμφανίζεται μπροστά του και του επιστρέφει το τόξο, ώστε να μπορέσει να παλέψει ξανά «για τον στόχο του, για τις αξίες και ό,τι τον πρεσβεύουν», όπως χαρακτηριστικά τονίζει στην ξενάγηση ο καλλιτέχνης. Ακόμη πιο εύγλωττη είναι μια φαινομενικά ελάχιστη λεπτομέρεια που αποκαλύπτει πολλά για το έργο: το γλυπτό έχει τέσσερις θέσεις όπου θα μπορούσαν να τοποθετηθούν πολύτιμοι λίθοι και πετράδια. Είναι όμως επίτηδες κενές. Για τον Βισβάρδη, η Άνοιξη θέλει να υπενθυμίσει στον σύγχρονο άνθρωπο ότι η ουσία του ταξιδιού δεν βρίσκεται «στα πετράδια και τα διαμάντια», αλλά στις φωτεινές και ηλιόλουστες μαζί με τις πιο σκοτεινές, τις βροχερές μέρες. Πρόκειται για το πιο αισιόδοξο μήνυμα που θα μπορούσε κανείς να αποσπάσει από έναν νέο, μόλις γεννημένο μόλις το 1993 καλλιτέχνη, με πολλαπλά νοήματα αλλά με ένα προφανές μήνυμα αισιοδοξίας και ελπίδας.
Ο Προμηθέας ως άνθρωπος του σήμερα
Ένα τέτοιο έργο είναι αυτό που εμπνέεται από τον Προμηθέα, όπου ο αρχαίος μύθος μεταφέρεται ευθέως στο παρόν. Ο ήρωας συμβολίζει, σύμφωνα με τον Βισβάρδη, τον σύγχρονο άνθρωπο που πρέπει πρώτα να νικήσει τις δικές του αρνητικές σκέψεις, τις εσωτερικές δυνάμεις που τον εμποδίζουν να πράξει και να τολμήσει. Αυτή είναι ίσως και η βασική λειτουργία της αρχαιότητας στον Βισβάρδη. Δεν τον ενδιαφέρει να αναπαράγει την αρχαία φόρμα ως άσκηση δεξιοτεχνίας ούτε να τη χρησιμοποιήσει ως ασφαλές καταφύγιο ελληνικότητας. Ο Προμηθέας, ο Έρωτας, η Πανδώρα και η Υπατία είναι διαφορετικές γλώσσες για να μιλήσει για προβλήματα που θεωρεί ότι άπτονται του σύγχρονου κόσμου: φόβο, απώλεια πίστης, ευθύνη, γνώση, μνήμη, φθορά. Η ελπίδα, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει από την εξιδανίκευση του παρελθόντος αλλά από την πίστη ότι η φιλοσοφία και οι μύθοι που γεννήθηκαν τότε φέρουν ακόμα εντός τους ζωντανά, πολυποίκιλα νοήματα.
Η Ζάκυνθος σαν γυναικεία θεότητα
Ακόμη πιο άμεσα συνομιλεί με τον τόπο ένα από τα έργα όπου η Ζάκυνθος αποκτά ανθρώπινη ύπαρξη. Ο Βισβάρδης την παρουσιάζει ως γυναικεία, σχεδόν θεϊκή μορφή, η οποία αντί για στέμμα φέρει στο κεφάλι της την αρχαία Ακρόπολη. Τα μαλλιά της παραπέμπουν στη Μέδουσα και συγχρόνως στα άγρια κύματα του Ιονίου που περιβάλλουν το νησί. Αλλά η μορφή είναι πληγωμένη με εμφανή τα σημάδια της καταστροφής στο σπασμένο σώμα της, που γίνεται η επιφάνεια πάνω στην οποία εγγράφονται η ανάπτυξη, η δόμηση και η μόλυνση. Εδώ η σχέση με τη Ζάκυνθο δεν είναι νοσταλγική καθώς ο καλλιτέχνης, μακριά από οποιαδήποτε διάθεση εξιδανίκευσης, την προσεγγίζει ταυτόχρονα ως τόπο κάλλους και τραύματος, ως ένα νησί που έχει υποστεί ιστορικές καταστροφές και τώρα υφίσταται τις πιέσεις της σύγχρονης ανάπτυξης.
Η πέτρα στην αυλή του παππού
Στο έργο του Βισβάρδη, όμως, η Ζάκυνθος δεν είναι μόνο ιστορία και μύθος αλλά και προσωπική, οικογενειακή μνήμη. Μπροστά σε ένα έργο δείχνει την ατσαλόπετρα, την πέτρα που όταν χτυπηθεί βγάζει σπίθες, και θυμάται ότι υπήρχε πάντοτε μια τέτοια στην αυλή του. Μαζί με την πέτρα έρχεται στη μνήμη του και ο παππούς του, ο οποίος τη χρησιμοποιούσε στη δουλειά. Είναι μια μικρή αφήγηση, σχεδόν ασήμαντη μπροστά στους μεγάλους μύθους του Προμηθέα, της Πανδώρας ή της Υπατίας, και παρ’ όλα αυτά εξηγεί πολλά. Για έναν δημιουργό τόσο προσηλωμένο στο υλικό, η πέτρα δεν είναι ουδέτερο αντικείμενο αφού έχει διανύσει τη δική του ζωή και έχει ήδη υπάρξει με έναν συγκεκριμένο τρόπο: ο Βισβάρδης θεωρεί μέρος της δημιουργικής διαδικασίας την αναζήτηση υλικών, τα οποία έχουν γίνει αντικείμενο εργασίας στα χέρια ενός προγόνου και έχουν καταστεί φορέας μιας ζωντανής παιδικής ανάμνησης. Εξου και ότι ο χρόνος, τον οποίο ο Βισβάρδης προσπαθεί διαρκώς να συλλάβει στα έργα του εντοπίζεται μέσα στην ίδια την ύλη.
Η Υπατία και η γνώση του θανάτου
Το έργο, όπου πρωταγωνιστεί η γνωστή Αλεξανδρινή φιλόσοφος Υπατία, έχει απασχολήσει επί μακρόν τον Ζακυνθινό καλλιτέχνη. Σε προηγούμενη παρουσίασή του αναφέρεται ότι η κατασκευή της διήρκεσε δυόμισι χρόνια και ότι στη σύνθεση χρησιμοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, φύλλο χρυσού 22 καρατίων, ξύλο, κόκαλο και σκληρή πέτρα. Αυτό που τον συγκίνησε όταν έμαθε για πρώτη φορά την ιστορία της, όπως μας ομολογεί, ήταν η εικόνα μιας γυναίκας “η οποία σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν είχαν ανάλογο δημόσιο εκτόπισμα υπήρξε φιλόσοφος, μαθηματικός και επιστήμονας, είχε λόγο στα κοινά και παρέμεινε αφοσιωμένη στη γνώση παρά τον κίνδυνο”. Στο έργο εμφανίζεται και ο πατέρας της, ο Θέων ο Αλεξανδρεύς, όπως είναι γνωστός, σε μια σκηνή μετάδοσης της γνώσης γύρω από τη Γη, τα άστρα και την κίνηση των πλανητών. Το πραγματικό ζήτημα που απασχολεί, επομένως, τον καλλιτέχνη δεν είναι επομένως μόνο η Υπατία αλλά η ίδια η δυνατότητα μετάδοσης της γνώσης στους αιώνες, όπως και των μυστικών της τέχνης, μετά το πέρας του βιολογικού βίου. Το ενδιαφέρον είναι ότι η τεχνική ιστορία του γλυπτού έρχεται να συνομιλήσει απροσδόκητα με το θέμα του καθώς η σύνθεση είχε ένα δύσκολο κέντρο βάρους: ένα τμήμα προεξείχε τόσο πολύ ώστε, αν το έργο σηκωνόταν, κινδύνευε να σπάσει. Ο Βισβάρδης αναγκάστηκε να αφαιρέσει ένα υλικό από το εσωτερικό του, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους για να μπορέσει να σταθεί. Σπάνια μια τεχνική λεπτομέρεια ακούγεται τόσο μεταφορική: για να σταθεί η μορφή, χρειάστηκε να αποποιηθεί το ενυπάρχον στην κατασκευή της βάρος.
Μια αξέχαστη βραδιά με διεθνείς Έλληνες καλλιτέχνες
Το επίσημο opening της 19ης Αυγούστου πραγματοποιήθηκε στο Flow Dine & Wine και οργανώθηκε ως συνάντηση τέχνης, μουσικής και σύγχρονης δημιουργίας-εκεί όπου ανάμεσα σε εκλεκτά εδέσματα και στο ιδανικό περιβάλλον του Olea φάνηκαν να επικοινωνούν όλες οι τέχνες . Η παρουσία της σοπράνο Αμαλίας Λιόλιου και της τσελίστριας Κατερίνας Σεμιτεκόλου πρόσθετε μια δεύτερη αφήγηση στη βραδιά, ενώ τον καλλιτέχνη και το έργο του παρουσίασε ο Γιάννης Ευαγ. Λάκατζης, ο οποίος είχε ήδη συνδεθεί με μια σημαντική στιγμή της πρόσφατης πορείας του Βισβάρδη: τη διάκρισή του στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός». Σύντομα, η βραδιά εγκατέλειψε τον χαρακτήρα της επίσημης παρουσίασης και μετατράπηκε σε μια αποκάλυψη των ουσιαστικών μυστικών της τέχνης του Βισβάρδη και της φιλοσοφίας του με τον ίδιο να περνά από έργο σε έργο και, αντί να περιορίζεται στον τίτλο ή στη μυθολογική αφετηρία τους, να μιλά για το υλικό, για τον χρόνο κατασκευής, για τις τεχνικές δυσκολίες, για τις αναμνήσεις που είχαν προηγηθεί μιας μορφής και για το ερώτημα που ήθελε να αφήσει ανοιχτό στον θεατή. Όλα αυτά σήμαιναν ότι πίσω από την ποικιλία των μύθων, των ιστορικών μορφών και των υλικών διακρίνονται εξίσου η αγωνία για τον χρόνο, για το πώς η ανθρώπινη εμπειρία περνά από γενιά σε γενιά και για το κατά πόσο η τέχνη μπορεί όχι να ακυρώσει τη φθορά αλλά να διαπραγματευτεί μαζί της.
Από το παιδί που ζωγράφιζε στον αυτοδίδακτο γλύπτη
Η επαγγελματική ιδιότητα του 33χρονου Θεόδωρου Βισβάρδη βρίσκεται φαινομενικά σε μεγάλη απόσταση από τον κόσμο του εργαστηρίου καθώς είναι δικηγόρος και αυτοδίδακτος γλύπτης. Η σχέση του με την τέχνη, ωστόσο, ξεκινά πολύ πριν από τη γλυπτική. Ήδη από τα μαθητικά του χρόνια είχε στραφεί στη ζωγραφική και είχε βραβευθεί σε τοπικό και πανελλήνιο επίπεδο, μεταξύ άλλων σε διαγωνισμούς όπου η δουλειά του είχε αξιολογηθεί από την Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη και τον Παναγιώτη Τέτση, ενώ είχε επίσης διακριθεί σε πανελλήνιο διαγωνισμό ζωγραφικής της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το ουσιαστικότερο βιογραφικό στοιχείο, όμως, εντοπίζεται στις ολοζώντανες παιδικές εικόνες και αναμνήσεις που κουβαλά από μικρός. Ο πατέρας του σκάλιζε, όπως θυμάται ο ίδιος, και ο μικρός Θεόδωρος έχει ζωντανές μπροστά του τις στιγμές που οι δυο τους δούλευαν μαζί. Δεν επρόκειτο για οργανωμένη μαθητεία- «δεν είχε πιάσει ποτέ να με μάθει, να μου δείξει», λέει-αλλά για κάτι πιο ουσιαστικό καθώς μαρτυρά την εξοικείωση με τη χειρωνακτική πράξη. Ωστόσο, όπως ομολογεί η ζωγραφική δεν του αρκούσε καθώς του έλειπε το «τρισδιάστατο», κάτι που να έχει απέναντι στον χρόνο μια μεγαλύτερη σωματική διάρκεια. Αναζητούσε το«πιο αιώνιο απέναντι στον χρόνο» και αυτή η φράση, ειπωμένη σχεδόν τυχαία, μοιάζει εκ των υστέρων να εξηγεί ολόκληρη τη διαδρομή προς τη φετινή έκθεση.
Οι διεθνείς διακρίσεις
Η βράβευση στον «Παρνασσό» είναι μόνο ένα μέρος των πολλαπλών διακρίσεων. Το 2025 ο Βισβάρδης απέσπασε επίσης το 1ο Διεθνές Βραβείο Γλυπτικής στο Festival InterArtia, ενώ τιμήθηκε με τον τίτλο Artist of the Year 2025 από την International Art Society & Academy. Το 2026 προστέθηκε στις διακρίσεις του και το Yorgos Foydoylis Culture Award. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ένας δημιουργός που επιμένει να παρουσιάζεται ως αυτοδίδακτος και εξακολουθεί να ασκεί παράλληλα το επάγγελμα του δικηγόρου είδε τη δουλειά του να περνά από την τοπική καλλιτεχνική σκηνή σε εκθέσεις εκτός Ελλάδας και σε διαδοχικές διακρίσεις. Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να τον οδηγεί προς μια εύκολη επαγγελματοποίηση της διαδικασίας του αφού μας μιλά με διακριτική σεμνότητα ακόμη και με την αμηχανία και την περιέργεια κάποιου που ανακαλύπτει μόνος του πώς να λύσει κάθε επόμενο πρόβλημα. Για ένα εργαλείο που χάθηκε, θυμάται ότι αποφάσισε να προσπαθήσει να το κατασκευάσει ο ίδιος, σφυρηλατώντας το μέχρι να φτάσει στη μορφή που χρειαζόταν. «Πολλές φορές ανακαλύπτεις στον εαυτό σου» πράγματα που δεν ήξερες, ομολογεί χαρακτηριστικά. Η γλυπτική είναι, με αυτή την έννοια, όχι μόνο εικαστική αλλά και ψυχολογική δοκιμασία. Προς το τέλος της περιήγησης ο ίδιος μας αποκαλύπτει τις πιο μύχιες επιθυμίες του λέγοντας πως μεγαλώνοντας στη Ζάκυνθο και ταξιδεύοντας στην Αθήνα, στα μουσεία και στις γκαλερί, ήθελε πάντα να δημιουργήσει έναν αρχαίο κόσμο μέσα σε μια σύγχρονη μορφή. Και αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά με το γεγονός ότι μετασχηματίζει τα υλικά σε ολόκληρους κόσμους. Ο Βισβάρδης συνδυάζει μάρμαρο και σκληρές πέτρες με ξύλο, κόκαλο, χαλκό, βότσαλα, ηφαιστειακά πετρώματα, σταλαγμίτες, φύλλα χρυσού και ημιπολύτιμους λίθους. Σε ένα από τα έργα που μας παρουσιάζει στο Olea μιλά για περίπου 150 χάλκινα στοιχεία ενσωματωμένα μέσα σε ηφαιστειακά πετρώματα ότι του αρέσει να ψάχνει ο ίδιος υλικά στη φύση, μια παλιά προσωπική συνήθεια που τελικά συνδέθηκε με την τέχνη. «Προσπαθώ μέσα σε ένα κεφάλι να τοποθετώ όσο περισσότερες τεχνικές χωρώ», λέει χαρακτηριστικά. Μπορεί κάποιος να διαπιστώσει σε αυτή την πολυφωνία των υλικών κάτι περισσότερο από τεχνικό πειραματισμό. Ο χρυσός δίπλα σε αντίστιξη με την άγρια πέτρα, το κόκαλο που συνομιλεί μοναδικά με το μάρμαρο, ο χαλκός μέσα στο ηφαιστειακό πέτρωμα μοιάζουν, όλα να λειτουργούν σαν μικρογραφία της αντίληψής του για τον χρόνο: παλιό και νέο, φθαρτό και ανθεκτικό, πολύτιμο και ταπεινό πρέπει να συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στο έργο.
Το Olea ως πολιτιστικός χώρος
Γι’ αυτό και η φιλοξενία της έκθεσης στο Olea δεν είναι μια τυχαία συνθήκη. Το Creative Residency ξεκίνησε το 2023 και έχει εξελιχθεί σε θεσμό, με διαφορετικούς δημιουργούς και site-specific παρεμβάσεις. Το 2025, για παράδειγμα, η Natalia Manta είχε παρουσιάσει το «Double Moon – She is both the Hunt and the Hunter», μια εγκατάσταση που συνδεόταν με τον μύθο της Αρτέμιδος, τη φύση και το τοπίο της Ζακύνθου. Η συνιδιοκτήτρια του Olea, Βένια Ξένου, έχει εξηγήσει ότι η πρωτοβουλία εκφράζει τη φιλοσοφία του ξενοδοχείου να δημιουργεί εμπειρίες με ουσιαστικό πολιτιστικό αποτύπωμα και να καλλιεργεί έναν διάλογο ανάμεσα στην τέχνη, στον τόπο και στη φιλοξενία-και στη περίπτωση του Βισβάρδη είναι αποκαλυπτικό πως ένας χώρος μπορεί φιλοξενεί ένα έργο χωρίς να το υποτάσσει στη λειτουργία του. Η γλυπτική του καταλαμβάνει τον χώρο, διακόπτει το βλέμμα, προκαλεί ερωτήματα. Και αυτή η απρόβλεπτη συνάντηση έχει αξία, γιατί επαναφέρει την τέχνη μέσα στην καθημερινή εμπειρία. Δεν είναι τυχαίο ότι βλέπουμε τα έργα, για πρώτη φορά με τη δύση του ήλιου, καθώς το φως σταδιακά χάνεται και, το νερό καθρεφτίζει περισσότερο απ’ όσο αποκαλύπτει, οι όγκοι των έργων χάνουν σταδιακά την καθαρότητα που έδειχναν όταν χτυπούσε πάνω τους το φως. Μια λεία επιφάνεια γίνεται ξαφνικά ψυχρή, ενώ μια άγρια πέτρα που κάτω από τον ήλιο έδειχνε βαριά, αποκτά μια παράξενη απαλότητα. Κάποιο έργο που το πρωί έμοιαζε αυστηρό μπορεί το σούρουπο να μοιάζει σχεδόν τρυφερό. Και τότε αποκαλύπτεται το κεντρικό νόημα της έκθεσης του Βισβάρδη που είναι η αιωνιότητα του βλέμματος σε αντίθεση με τις μεταμορφώσεις που επιφέρει το πέρας των χρόνων. Όπως στον ξενοδοχείο η φυσική πρώτη ύλη αποκτά, από μόνη τους, τον χαρακτήρα της πολυτέλειας μεταμορφώντας ένα resort σε μοναδικό retreat-δεν θα ξεχάσουμε τη στιγμή που ακούγαμε για ώρα τους ήχους της φύσης σε ένα μέρος που η ηρεμία είναι σχεδόν προαπαιτούμενο-έτσι και τα πρώτα, φυσικά υλικά του Βισβάρδη καθίστανται μοναδικά υλικά ενός ολόκληρου κόσμου. Και όλα αυτά έχουν ως ενιαίο χαρακτηριστικό την ελευθερία, το να επιτρέπει κανείς στα υλικά να αναπνέουν αφήνοντας να μιλήσει η πέτρα που βρισκόταν στην αυλή του παππού του, οι αρχαίοι μύθοι που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, η Ζάκυνθος με τα τραύματά της και το νερό του Olea που κάθε στιγμή δημιουργεί ένα διαφορετικό είδωλο των ίδιων γλυπτών. Εξου ότι η γλυπτική επιστρέφει στην πρώτη της συνθήκη: στημ ανθρώπινη δημιουργία που επιβάλλεται σε ένα κομμάτι ύλης, μέσα στον πραγματικό χώρο, εκτεθειμένο στο φως, στη φύση και στον χρόνο.