Μαρζάν Σατραπί (1969-2026): Η γυναίκα που σχεδίασε την ελευθερία
16.06.202607:59
Γράφει ο Λευτέρης Τρίγκας
Η Γαλλοϊρανή συγγραφέας, σκηνοθέτις, εικονογράφος και ακτιβίστρια κατάφερε να γεφυρώσει την πολιτική ιστορία, την αυτοβιογραφία και την τέχνη αποκτώντας ένα οικουμενικό κοινό και αλλάζοντας τη θέση των graphic novels στη σύγχρονη κουλτούρα
Η Μαρζάν Σατραπί, η Γαλλοϊρανή συγγραφέας, σκηνοθέτις, εικονογράφος και ακτιβίστρια που έγινε παγκοσμίως γνωστή μέσα από το εμβληματικό «Περσέπολις», έφυγε από τη ζωή στις 4 Ιουνίου, όπως επιβεβαίωσε το Μέγαρο των Ηλυσίων. Σύμφωνα με ανακοίνωση της οικογένειάς της προς το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων, πέθανε «από θλίψη», σχεδόν έναν χρόνο μετά την απώλεια του συζύγου της, του Σουηδού ηθοποιού, σεναριογράφου και παραγωγού Ματίας Ρίπα. Η οικογένεια δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για τα ακριβή αίτια του θανάτου της, ωστόσο φίλοι της είχαν αναφέρει τους τελευταίους μήνες ότι η απώλεια του συντρόφου της την είχε καταρρακώσει.
Σε ανακοίνωσή της, η Γαλλική Προεδρία έκανε λόγο για μια δημιουργό που «μάγεψε το παγκόσμιο κοινό με το “Περσέπολις”» και τη χαρακτήρισε «μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης γαλλικής κουλτούρας, μια καλλιτέχνιδα αφοσιωμένη στην ελευθερία, της οποίας το έργο μετέφερε ένα οικουμενικό μήνυμα και της χάρισε διεθνή αναγνώριση».
Η Μαρζάν Σατραπί με τον συν-σκηνοθέτη του «Περσέπολις» Βενσάν Παρονό βραβεύονται στις Κάννες (2007)
Το «Περσέπολις» παραμένει η πιο προσωπική αλλά και πιο οικουμενική αφήγηση της Μαρζάν Σατραπί
Oταν το «Περσέπολις» κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δεν άλλαξε μόνο την πορεία της καριέρας της Σατραπί. Aλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο πολλοί στη Δύση αντιλαμβάνονταν το Ιράν. Η χώρα που μέχρι τότε παρουσιαζόταν κυρίως μέσα από πολιτικές αναλύσεις, γεωπολιτικές εντάσεις και εικόνες συγκρούσεων, αποκτούσε ξαφνικά μια πιο σύνθετη και ανθρώπινη διάσταση. Μέσα από τις αναμνήσεις ενός κοριτσιού που μεγάλωνε στην Τεχεράνη της Ισλαμικής Επανάστασης και του πολέμου με το Ιράκ, η Ιστορία έπαυε να είναι ένα μακρινό γεγονός και μετατρεπόταν σε βιωμένη εμπειρία. «Δεν είμαι πολιτικός αναλυτής. Είμαι αφηγήτρια ιστοριών», είχε δηλώσει σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές συνεντεύξεις της. Και αυτό ακριβώς ήταν το σημείο εκκίνησης ολόκληρου του έργου της.
Γεννήθηκε το 1969 στο Ραστ του Ιράν και μεγάλωσε στην Τεχεράνη μέσα σε μια μορφωμένη, πολιτικά ενεργή οικογένεια. Η παιδική της ηλικία συνέπεσε με μία από τις πιο ταραγμένες περιόδους της σύγχρονης ιρανικής Ιστορίας. Ως παιδί παρακολούθησε την ανατροπή του Σάχη, την άνοδο του καθεστώτος του Αγιατολάχ Χομεϊνί και στη συνέχεια τον οκταετή πόλεμο μεταξύ Ιράν και Ιράκ. Αργότερα θα περιέγραφε εκείνη την εποχή με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο: «Ο κόσμος πιστεύει ότι μεγαλώσαμε μόνο μέσα στονφόβο. Ναι, υπήρχε φόβος. Αλλά υπήρχαν επίσης ζωή, χιούμορ, μουσική, πάρτυ, οικογένεια».
Με τους πρωταγωνιστές της ταινίας της «The Voices» Ράιαν Ρέινολντς και Αννα Κέντρικ (2014)
Οταν η Μαρζάν ήταν 14 ετών, οι γονείς της αποφάσισαν να τη στείλουν στη Βιέννη, θεωρώντας πως θα είχε περισσότερες ελευθερίες και καλύτερες προοπτικές στην Ευρώπη. Η μετάβαση αποδείχθηκε τραυματική. Βρέθηκε ξαφνικά μόνη σε μια ξένη χώρα, μακριά από την οικογένειά της, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο διαφορετικές ταυτότητες. «Η εξορία δεν είναι ρομαντική. Σημαίνει να χάνεις τα σημεία αναφοράς σου», θα έλεγε χρόνια αργότερα. Μετά την επιστροφή της στο Ιράν σπούδασε Οπτική Επικοινωνία, όμως, γρήγορα συνειδητοποίησε ότι η χώρα δεν μπορούσε πλέον να της προσφέρει τον χώρο έκφρασης που αναζητούσε. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 εγκαταστάθηκε οριστικά στη Γαλλία, όπου ξεκίνησε το δεύτερο κεφάλαιο της ζωής της.
Κατρίν Ντενέβ, Μαρζάν Σατραπί και Κιάρα Μαστρογιάνι στην πρεμιέρα του «Περσέπολις» στις Κάννες (2007)
Η ίδια συνήθιζε να αποδίδει μεγάλο μέρος της διαμόρφωσης του χαρακτήρα της στη μητέρα της. «Μου έλεγε συνεχώς: “Πρέπει να επενδύσεις στο μυαλό σου, όχι στην εμφάνισή σου”. Ηθελε πάνω απ’ όλα να γίνω ανεξάρτητη γυναίκα», θυμόταν. Η Σατραπί δεν ονειρευόταν να γίνει δημιουργός κόμικς. Μάλιστα παραδεχόταν ότι ως παιδί δεν αγαπούσε ιδιαίτερα το είδος. «Δεν διάβαζα κόμικς. Στο Ιράν δεν υπήρχε τέτοια κουλτούρα. Οταν όμως τα ανακάλυψα, κατάλαβα αμέσως ότι ήταν το ιδανικό μέσο για μένα. Αγαπώ να γράφω και αγαπώ να σχεδιάζω», είχε πει. Το 2000 κυκλοφόρησε το πρώτο μέρος του «Περσέπολις». Η αυτοβιογραφική ιστορία της μικρής Μαρζί, που μεγαλώνει μέσα στην επανάσταση, στον πόλεμο Ιράν - Ιράκ και στις αντιφάσεις της ενηλικίωσης, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Δύση έβλεπε το Ιράν. Δεν ήταν πια μια χώρα που οριζόταν αποκλειστικά από τίτλους ειδήσεων, φανατισμό και γεωπολιτική. Ηταν ένας τόπος γεμάτος ανθρώπους. «Αυτό το βιβλίο ήταν μια κραυγή. Ηθελα να πω: “Αφήστε με να σας εξηγήσω πώς ήταν πραγματικά τα πράγματα”». Το «Περσέπολις» πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα διεθνώς και μετέτρεψε τη Σατραπί σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες συγγραφείς ιρανικής καταγωγής στον κόσμο. Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου το 2007 τιμήθηκε στις Κάννες και χάρισε στη δημιουργό μια ιστορική διάκριση ως η πρώτη γυναίκα που προτάθηκε για Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων. Ακολούθησαν τα «Κεντήματα» (2003), το «Κοτόπουλο με δαμάσκηνα» (2011), εικονογραφήσεις, άρθρα, σκηνοθεσίες και το 2019 η ταινία «Μαρί Κιουρί: Η γυναίκα που άλλαξε τον κόσμο». Ωστόσο, όσο κι αν η Σατραπί διεύρυνε το έργο της, ο κόσμος επέστρεφε διαρκώς στο «Περσέπολις». «Ολοι ήθελαν το μικρό κορίτσι. Κι εγώ τους έλεγα: το μικρό κορίτσι μεγάλωσε!», σχολίαζε η ίδια.
Αιχμηρή, ανυπότακτη και αδύνατον να αγνοηθεί, η Σατραπί μοιάζει με ηρωίδα των βιβλίων της
Το 2022, όταν η Μαχσά Αμινί υποκύπτει στα τραύματά της μετά τον ξυλοδαρμό της από την Αστυνομία Ηθών του Ιράν επειδή δεν φορούσε «σωστά» τη μαντίλα της, η Σατραπί επέστρεψε στο σχέδιο για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες. Με το έργο «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», έδωσε φωνή σε μια νέα γενιά Ιρανών που διεκδικούσαν το δικαίωμα να ζουν χωρίς φόβο. «Αυτοί οι νέοι είναι ατρόμητοι. Θέλουν να είναι οι ίδιοι μέσα κι έξω από το σπίτι τους. Θέλουν να φορούν ό,τι θέλουν, να τραγουδούν ό,τι θέλουν, να σκέφτονται ελεύθερα», έλεγε.
Με τον σύζυγο της Ματίας Ρίπα (αριστερά) και τον ηθοποιό Στεφάν Ρος σε εκδήλωση στη Ρώμη (2012)
Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Παρίσι, συνέχιζε να γράφει, να σχεδιάζει και να παρεμβαίνει δημόσια όποτε θεωρούσε ότι διακυβεύονταν θεμελιώδεις ελευθερίες. Ηταν αντίθετη τόσο στην υποχρεωτική μαντίλα όσο και στην απαγόρευσή της: «Εχω πρόβλημα με το να σε αναγκάζουν να φορέσεις κάτι. Αλλά έχω πρόβλημα και με το να σε αναγκάζουν να μην το φορέσεις». Πίστευε ότι ο βασικός της ρόλος ως καλλιτέχνιδας ήταν να υπενθυμίζει κάτι απλό: ότι οι Ιρανοί είναι άνθρωποι και όχι στερεότυπα. «Δεν είμαστε μόνο πόνος, πόλεμος και φανατισμός. Είμαστε άνθρωποι. Μας αρέσει να γελάμε, να ερωτευόμαστε, να φανταζόμαστε παράξενες ιστορίες» ◆