Εθνική Πινακοθήκη: Φιλοξενεί έκθεση με έργα της Συλλογής Κωστάκη

Πρόκειται για τη  σημαντικότερη συλλογή στο είδος της εκτός Ρωσίας

Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη μεγάλη παρουσίαση της Συλλογής Κωστάκη στην Ελλάδα η Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, τήν επανεξετάζει μέσα από το πρίσμα της σχέσης ανθρώπου, μια θεματική που στη Ρωσία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα αποτέλεσε κρίσιμο πεδίο καλλιτεχνικής έρευνας, στο πλαίσιο της νέας επετειακής έκθεσης με τίτλο «Ο Κόσμος της Πρωτοπορίας. Πόλη, Φύση, Σύμπαν, Άνθρωπος», που θα φιλοξενήσει από τις 15 Απριλίου έως τις 27 Σεπτεμβρίου 2026.

Μέσα από τρεις διαφορετικές θεματικές και επιλογή έργων από τη Συλλογή και το αρχείο Κωστάκη του MOMUS – Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης η έκθεση αναδεικνύει τη μετάβαση από τον κανόνα στο πείραμα, από τη σύμβαση στην ουτοπία, καθώς η τέχνη συνομιλεί με τις πολιτικές, ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις της εποχής.

Οι τρεις θεματικές της έκθεσης, Πόλη, Φύση και Σύμπαν, εξετάζουν τη σχέση του Ανθρώπου με τον κατασκευασμένο (Πόλη), τον οργανικό (Φύση) και τον ανεξερεύνητο χώρο (Σύμπαν), φωτίζοντας τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις της ρωσικής πρωτοπορίας ανάμεσα στο πείραμα, την τεχνολογική πρόοδο και την ουτοπία.

Στην ενότητα για την Πόλη παρουσιάζονται έργα που αναφέρονται σε μια νέα οργάνωση του χώρου και των χρηστικών αντικειμένων, μέσα από την ανάδειξη της καθαρής φόρμας και τη μινιμαλιστική χρήση των υλικών. Οι μοντέρνοι καιροί αλλάζουν την αντίληψη του ωραίου, ενώ η τεχνολογία αλλάζει την καθημερινότητα των ανθρώπων. Μέσα από την αισθητική του Κονστρουκτιβισμού προκύπτουν νέες προτάσεις αρχιτεκτονικής, γραφιστικού και βιομηχανικού σχεδιασμού, ένδυσης και πρακτικότητας της ζωής που επηρεάζουν και τις σχέσεις των φύλων.

Στην ενότητα για τη Φύση παρουσιάζονται έργα που αναφέρονται στην αέναη κίνηση και τον αυτόνομο βιολογικό ρυθμό της οργανικής ύλης που περιβάλλει τον Άνθρωπο στη Γη. Από τη συμβολιστική δύναμη της Φύσης που υποτάσσει τον Άνθρωπο, στη Φύση που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ζωής, οι καλλιτέχνες της Οργανικής Σχολής έθεσαν ως αποστολή τους να επαναφέρουν τη Φύση στην τέχνη, μέσα από παρατηρήσεις και πειράματα που κάνουν πιο κατανοητό τον τρόπο που αλλάζει η εικόνα ενός φυσικού περιβάλλοντος σε σχέση με τις αλλαγές του φωτός και της θερμοκρασίας, και ενέταξαν στην καλλιτεχνική πρακτική την οργανική κίνηση και τον ήχο.

Στην ενότητα για το Σύμπαν παρουσιάζονται έργα που σχετίζονται με τις ουτοπικές εξερευνήσεις και το όραμα της γνωριμίας με «άλλους τόπους», τη διερεύνηση του διαστήματος και την αναπαράσταση της κοσμικής ύλης με στοιχεία ταυτόχρονα φαντασιακά και επιστημονικά, που οδηγούν σε νέες κοσμοθεωρίες και φιλοσοφικές θεωρήσεις για τη ζωή και την τέχνη. Η προσέγγιση και κατανόηση της αθέατης πλευράς του κόσμου, όπως είναι λ.χ. ο άπειρος χώρος του σύμπαντος, έχουν μια φιλοσοφική διάσταση που αναπτύσσεται σε καλλιτεχνικά κινήματα, όπως είναι ο Σουπρεματισμός και ο Κοσμισμός, αλλά συνυπάρχουν και με τις επιστημονικές προσεγγίσεις. Το αποτέλεσμα αυτής της συνύπαρξης δημιουργεί εκρηκτικές συνθέσεις στην τέχνη.

Η ενότητα Άνθρωπος λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην Πόλη, τη Φύση και το Σύμπαν. Ο Άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο των επαναστατικών και ουτοπικών προτάσεων της ρωσικής πρωτοπορίας. Οι καλλιτεχνικοί πειραματισμοί δεν περιορίζονται στην εξερεύνηση των ορίων της ανθρώπινης ικανότητας αλλά επιδιώκουν να διευρύνουν τις δυνατότητες αυτών των ορίων, στοχεύουν στη βελτίωση της καθημερινής ζωής και διαμορφώνουν νέα οράματα για το μέλλον. Μέσα από τα έργα που παρουσιάζονται, αναδεικνύεται η σχέση της τέχνης με τη συνείδηση, τη συλλογικότητα, την επιστήμη αλλά και την πνευματική και φιλοσοφική αναζήτηση, σκιαγραφώντας τον Άνθρωπο ως ενεργό δημιουργό και συμμετοχή στη διαμόρφωση του κόσμου που τον περιβάλλει.

Σχετικά με τον όρο «Ρωσική Πρωτοπορία»

Οι καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνταν στη Ρωσική Αυτοκρατορία και τη Σοβιετική Ένωση την περίοδο από τις αρχές του 20ού αιώνα έως και την δεκαετία του 1920 δεν χρησιμοποιούσαν τον όρο «ρωσική πρωτοπορία» για να περιγράψουν τα πειράματα και τις καινοτομίες που εισήγαγαν στις τέχνες. Η λέξη «αβανγκάρντ» πρωτοχρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την εμπροσθοφυλακή ενός στρατού. Εν συνεχεία ο όρος (ελληνική μετάφραση: «πρωτοπορία») εφαρμόστηκε για πρώτη φορά σε σχέση με τις τέχνες στη Γαλλία στις αρχές του 19ου αιώνα· η χρήση αυτή αποδίδεται στον Henri de Saint-Simon. Αν και ο όρος «ρωσική πρωτοπορία» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά με ειρωνική χροιά από τον Ρώσο κριτικό Alexander Benois το 1910, έγινε ευρέως διαδεδομένος τη δεκαετία του 1960 από δυτικούς ιστορικούς τέχνης σε μια προσπάθεια να βρουν έναν όρο που περικλείει όλα τα ρηξικέλευθα κινήματα, τις ομάδες και τους μεμονωμένους καλλιτέχνες που, μέσα στον γενικότερο επαναστατικό τρόπο σκέψης της εποχής, άλλαξαν την αντίληψη για την αισθητική, τη φόρμα και τη σχέση της τέχνης με τη ζωή.

Ο όρος «ρωσική πρωτοπορία» δεν αποτελεί επ' ουδενί τρόπω εθνικό προσδιορισμό. Είναι ένας γεωγραφικός προσδιορισμός που μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη (παλαιότερες ονομασίες: Πέτρογκραντ, Λένινγκραντ) βρήκαν πρόσφορο, φιλόξενο και δημιουργικό έδαφος καλλιτέχνες από τη Ρωσία, τη Βαλτική, την Ουκρανία και τον Καύκασο και έλαβαν μέρος σε έναν εξαιρετικά ευρηματικό, ευφάνταστο και εμπνευσμένο διάλογο για τις τέχνες που διακόπηκε απότομα με την επιβολή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και τις διώξεις των καλλιτεχνών στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Η τέχνη αυτή επέδρασε στη δεκαετία του 1920 και σε καλλιτέχνες που ζούσαν σε άλλες πόλεις όπως η Τιφλίδα, το Κίεβο, η Οδησσός, το Χάρκοβο, η Τασκένδη, το Ερεβάν, το Μπακού. Για τον λόγο αυτό μπορούμε να εξειδικεύσουμε τις γεωγραφικές περιοχές και να χρησιμοποιήσουμε παράλληλα τους όρους «ουκρανική πρωτοπορία», «γεωργιανή πρωτοπορία», «κεντρο-ασιατική πρωτοπορία» κ.λπ., πάντα λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι το πείραμα της πρωτοπορίας των τριών πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα στη Ρωσική Αυτοκρατορία και τη Σοβιετική Ένωση είχε έναν ισχυρό πολυεθνικό χαρακτήρα.

Ο συλλέκτης Γιώργος Κωστάκης

Ο Γιώργος Κωστάκης γεννήθηκε στη Μόσχα το 1913. Ο πατέρας του ήταν έμπορος από τη Ζάκυνθο και είχε εγκατασταθεί οικογενειακώς στη Μόσχα. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη ρωσική πρωτεύουσα και εργάστηκε ως οδηγός στην ελληνική πρεσβεία μέχρι το 1940. Όταν η ελληνική πρεσβεία λόγω του πολέμου έκλεισε, ο Γιώργος Κωστάκης συνέχισε να εργάζεται στην καναδική πρεσβεία. Στα πλαίσια των επαγγελματικών του καθηκόντων συνόδευε ξένους διπλωμάτες στις επισκέψεις τους σε παλαιοπωλεία και οίκους τέχνης. Χωρίς να έχει ιδιαίτερη καλλιτεχνική παιδεία και επαφή με τη μοντέρνα τέχνη, προικισμένος όμως με ένα σπάνιο ένστικτο, εντυπωσιάστηκε όταν αντίκρισε το 1946 έναν πίνακα της Olga Rozanova. Από τότε άρχισε να ενδιαφέρεται για τη ρωσική πειραματική τέχνη των αρχών του 20ού αιώνα. Ήρθε σε επαφή με τις οικογένειες και τον στενό κύκλο των καλλιτεχνών καθώς και με όσους καλλιτέχνες βρίσκονταν ακόμη στη ζωή και για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες συγκέντρωνε μεθοδικά έργα «ρωσικής πρωτοπορίας» δημιουργώντας μια περίφημη συλλογή, η οποία διέσωσε από την καταστροφή και τη λήθη αυτό το εξαιρετικά σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής τέχνης του 20ού αιώνα. Σε πολλές περιπτώσεις αντιμετώπισε ιδιαίτερες δυσκολίες, διότι το σταλινικό καθεστώς είχε θέσει σε απαγόρευση τα έργα της ρωσικής πρωτοπορίας, επιβάλλοντας στην τέχνη το δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ο ίδιος πίστευε ότι η παραγνώριση της τέχνης της «ρωσικής πρωτοπορίας» ήταν ένα τραγικό λάθος και ότι «οι άνθρωποι θα την χρειάζονταν και θα την εκτιμούσαν κάποια μέρα».

Το διαμέρισμα του Γιώργου Κωστάκη στη Μόσχα ήταν στις δεκαετίες 1960 και 1970 άμεσα συνδεδεμένο με την απαγορευμένη τέχνη της πρωτοπορίας και λειτουργούσε σαν ένα ανεπίσημο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης.

Το 1977 ο Κωστάκης έφυγε από τη Μόσχα με τη συλλογή, αφήνοντας στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ ως δωρεά 834 έργα. Μετά την πρώτη έκθεση της συλλογής του στο Kunstmuseum Düsseldorf το 1977 και ιδίως μετά την έκθεση στο μουσείο Guggenheim της Νέας Υόρκης το 1981, η συλλογή του περιόδευσε σε εκθέσεις στα σημαντικότερα μουσεία της Ευρώπης, των ΗΠΑ και του Καναδά. Ο Γιώργος Κωστάκης πέθανε στην Αθήνα το 1990.

Τον Δεκέμβριο του 1995 πραγματοποιήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου η πρώτη έκθεση της συλλογής Κωστάκη στην Ελλάδα, σε επιμέλεια της Άννας Καφέτση, γεγονός που αποτέλεσε θρυαλλίδα εξελίξεων για την ιστορία των μουσειακών θεσμών στην Ελλάδα.

Η Συλλογή και το Αρχείο Κωστάκη στο ΜΟΜUS

Η αγορά 1.277 έργων της Συλλογής Κωστάκη, της σημαντικότερης συλλογής στο είδος της εκτός Ρωσίας, ολοκληρώθηκε από το ελληνικό δημόσιο τον Μάρτιο του 2000 και με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού περιήλθε στο νεοϊδρυθέν τότε Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης, το οποίο τον Νοέμβριο του 2018 μετεξελίχθηκε στον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης (MOMUS). Μετά την ολοκλήρωση της αγοράς, η οικογένεια του Γιώργου Κωστάκη δώρισε στο μουσείο το αρχείο του συλλέκτη που αποτελείται από περισσότερα από 2.000 πολύτιμα αντικείμενα (χειρόγραφα, εκδόσεις, φωτογραφίες, αφίσες, τετράδια καλλιτεχνών, ζωγραφικά σχέδια, κ.ά.) Η Συλλογή και το αρχείο Κωστάκη έχουν μεγάλη κινητικότητα, είναι παγκοσμίως μοναδικά και συμβάλλουν καθοριστικά στην κατανόηση αυτού του μεγάλου κεφαλαίου της ιστορίας του μοντερνισμού.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr