Βόλτα στα μαγαζιά της Λέκκα
16.11.2015
07:49
Μια διαδρομή στο μουσικό και γευστικό οικοσύστημα των στοών του αθηναϊκού δρόμου
Στις τρεις στοές που βρίσκονται στο κέντρο της οδού Λέκκα βρίσκει κανείς όλα όσα χρειάζεται για να πιει, να φάει και να χορέψει. Σημεία με πολύ χαρακτηριστικό προφίλ δίνουν τη σκυτάλη στις επόμενες γενιές που ανακαλύπτουν τώρα το κέντρο της Αθήνας. Ενα από αυτά που συναντώ κατηφορίζοντας στο νούμερο 14 του δρόμου είναι το Αμπάριζα, για το οποίο μου μιλάει ο Αντώνης Φερράρας. Εχοντας διαγράψει διαδρομή επτά χρόνων στον χώρο, μου εξηγεί πώς σε κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να φτιάξει το δικό του στέκι επειδή, «το έφερε η κατάσταση». Διάλεξε να το ανοίξει στο Κέντρο, το οποίο αγαπά, και στη Λέκκα βρήκε το κατάλληλο σημείο.
Έτσι γεννήθηκε η Αμπάριζα, με τα μεγάλα παράθυρα στον δρόμο και τον εσωτερικό διάδρομο της στοάς. «Είναι μια φοβερή γειτονιά, τόσο κεντρική αλλά ταυτόχρονα και πολύ οικογενειακή», τονίζει για την επιλογή του. Στα ηχεία του μαγαζιού ακούγεται soul και δροσερή swing από τους djs που εναλάσσονται καθημερινά, ενώ τα σαββατοκύριακα παίζεται περισσότερο ροκ και alternative. Στην πλαϊνή και προστατευμένη πρόσοψη του μαγαζιού βγαίνουν τραπέζια και καθίσματα για όσο το επιτρέπει ο καιρός. Τιμές: κρασί και μπίρα από 4,5 ευρώ, ποτά από επτά ευρώ και κοκτέιλ από οκτώ ευρώ, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι το μαγαζί διαθέτει μια μεγάλη γκάμα από ουίσκι malt και παλαιωμένα ρούμια. Στη διάρκεια της εβδομάδας λειτουργεί από τις 10:00 το πρωί έως αργά ενώ τα σαββατοκύριακα «γκρουβάρει» και μετά τις 3:30 το βράδυ.
Το μικρό μπαρ στον αριθμό 10-12 με τη μεγάλη καρδιά, όπως θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε, είναι δημιουργία του πρώην δημοσιογράφου Δημήτρη Τζάθα. Τον ρωτάω πώς αποφάσισε να αφήσει τη δημοσιογραφία και να ασχοληθεί με ένα μπαρ. «Βρισκόμουν πάντα από την έξω πλευρά της μπάρας», μου εξηγεί, «και με την παρέα μου από άλλους συναδέλφους δημοσιογράφους έχουμε 'χτίσει' πολλά στέκια. Αυτό το μαγαζί προϋπήρχε, αλλά απευθυνόταν σε πιο νεανικό κοινό, λειτουργούσε και αρκετά ως after σημείο συνάντησης όταν έκλειναν τα υπόλοιπα. Τότε εδώ παιζόταν περισσότερη electronica - σχεδόν καθεστώς στα μαγαζιά τα οποία ξενυχτούν». Τον Σεπτέμβριο του 2014 γνώρισε τον ιδιοκτήτη, ο οποίος του πρότεινε να το πάρει. Θεωρεί ότι, βασικά, «αγόρασε» εργασία, αφού η δημοσιογραφία έχει χτυπηθεί σκληρά από την κρίση.
«Η επιλογή μου ήταν να προχωρήσω ή να μπω στην ανεργία», επισημαίνει σήμερα. «Η αρχική μου πρόθεση ήταν να απευθυνθώ σε δημοσιογράφους, δικηγόρους και ανάλογα επαγγέλματα, αλλά εξαιτίας της κρίσης και αυτό άλλαξε», προσθέτει. Σήμερα στο Huge δουλεύουν νέα παιδιά, «πολύ διαβασμένα», όπως λέει ο Δημήτρης. Τη μουσική, που αποτελεί μια πολύ προσεγμένη επιλογή από jazz, soul, blues και τα παρακλάδια τους που φτάνουν σε μία πιο κιθαριστική cool rock, επιμελείται ο bartender Ορέστης, με πολλές γνώσεις στο αντικείμενο, αλλά τα σαββατοκύριακα του χειμώνα αναλαμβάνουν και djs. Το μαγαζί είναι ανοικτό από τις 11:00 το πρωί έως τις 2:00 το βράδυ και το σαββατοκύριακο έως και τις 4. Οι τιμές του είναι για το κρασί στα τρία ευρώ, τα ποτά έξι ευρώ και οκτώ τα σπέσιαλ, τα κοκτέιλ επίσης οκτώ ευρώ, και την μπίρα από τρία ευρώ. Η κάβα εμπλουτίζεται τώρα με πολλά σπέσιαλ ουίσκι, βότκες και ρούμια, ενώ ένα βασικό πλεονέκτημα είναι ότι λόγω του μικρού μεγέθους του μαγαζιού «οι πελάτες γίνονται στη διάρκεια της βραδιάς μια παρέα». To Huge σύντομα επεκτείνεται και στον απέναντι χώρο, με ένα πιο χαλαρό περιβάλλον.
Έτσι γεννήθηκε η Αμπάριζα, με τα μεγάλα παράθυρα στον δρόμο και τον εσωτερικό διάδρομο της στοάς. «Είναι μια φοβερή γειτονιά, τόσο κεντρική αλλά ταυτόχρονα και πολύ οικογενειακή», τονίζει για την επιλογή του. Στα ηχεία του μαγαζιού ακούγεται soul και δροσερή swing από τους djs που εναλάσσονται καθημερινά, ενώ τα σαββατοκύριακα παίζεται περισσότερο ροκ και alternative. Στην πλαϊνή και προστατευμένη πρόσοψη του μαγαζιού βγαίνουν τραπέζια και καθίσματα για όσο το επιτρέπει ο καιρός. Τιμές: κρασί και μπίρα από 4,5 ευρώ, ποτά από επτά ευρώ και κοκτέιλ από οκτώ ευρώ, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι το μαγαζί διαθέτει μια μεγάλη γκάμα από ουίσκι malt και παλαιωμένα ρούμια. Στη διάρκεια της εβδομάδας λειτουργεί από τις 10:00 το πρωί έως αργά ενώ τα σαββατοκύριακα «γκρουβάρει» και μετά τις 3:30 το βράδυ.
Το μικρό μπαρ στον αριθμό 10-12 με τη μεγάλη καρδιά, όπως θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε, είναι δημιουργία του πρώην δημοσιογράφου Δημήτρη Τζάθα. Τον ρωτάω πώς αποφάσισε να αφήσει τη δημοσιογραφία και να ασχοληθεί με ένα μπαρ. «Βρισκόμουν πάντα από την έξω πλευρά της μπάρας», μου εξηγεί, «και με την παρέα μου από άλλους συναδέλφους δημοσιογράφους έχουμε 'χτίσει' πολλά στέκια. Αυτό το μαγαζί προϋπήρχε, αλλά απευθυνόταν σε πιο νεανικό κοινό, λειτουργούσε και αρκετά ως after σημείο συνάντησης όταν έκλειναν τα υπόλοιπα. Τότε εδώ παιζόταν περισσότερη electronica - σχεδόν καθεστώς στα μαγαζιά τα οποία ξενυχτούν». Τον Σεπτέμβριο του 2014 γνώρισε τον ιδιοκτήτη, ο οποίος του πρότεινε να το πάρει. Θεωρεί ότι, βασικά, «αγόρασε» εργασία, αφού η δημοσιογραφία έχει χτυπηθεί σκληρά από την κρίση.
«Η επιλογή μου ήταν να προχωρήσω ή να μπω στην ανεργία», επισημαίνει σήμερα. «Η αρχική μου πρόθεση ήταν να απευθυνθώ σε δημοσιογράφους, δικηγόρους και ανάλογα επαγγέλματα, αλλά εξαιτίας της κρίσης και αυτό άλλαξε», προσθέτει. Σήμερα στο Huge δουλεύουν νέα παιδιά, «πολύ διαβασμένα», όπως λέει ο Δημήτρης. Τη μουσική, που αποτελεί μια πολύ προσεγμένη επιλογή από jazz, soul, blues και τα παρακλάδια τους που φτάνουν σε μία πιο κιθαριστική cool rock, επιμελείται ο bartender Ορέστης, με πολλές γνώσεις στο αντικείμενο, αλλά τα σαββατοκύριακα του χειμώνα αναλαμβάνουν και djs. Το μαγαζί είναι ανοικτό από τις 11:00 το πρωί έως τις 2:00 το βράδυ και το σαββατοκύριακο έως και τις 4. Οι τιμές του είναι για το κρασί στα τρία ευρώ, τα ποτά έξι ευρώ και οκτώ τα σπέσιαλ, τα κοκτέιλ επίσης οκτώ ευρώ, και την μπίρα από τρία ευρώ. Η κάβα εμπλουτίζεται τώρα με πολλά σπέσιαλ ουίσκι, βότκες και ρούμια, ενώ ένα βασικό πλεονέκτημα είναι ότι λόγω του μικρού μεγέθους του μαγαζιού «οι πελάτες γίνονται στη διάρκεια της βραδιάς μια παρέα». To Huge σύντομα επεκτείνεται και στον απέναντι χώρο, με ένα πιο χαλαρό περιβάλλον.
Στο γειτονικό Ομικρον, που συμπληρώνει τέσσερα χρόνια παρουσίας στον δρόμο, ο Χρήστος Ρούσσος και η Κλειώ Ανδριτσάκη συνδύασαν το προσωπικό τους γούστο με τις προτάσεις ενός φίλου τους αρχιτέκτονα, δημιουργώντας ένα απόλυτα ζεστό και ταυτόχρονα ντιζαϊνάτο περιβάλλον. Από το εσωτερικό του μαγαζιού έως το μικρό αίθριο νιώθεις σαν να έχει μπει η φύση μέσα στο μπαρ. Ο Θάνος Μαραλέτος μου λέει ότι η μουσική του μαγαζιού «είναι αυτό που λέμε 'εφ' όλης της ύλης'». Τις Τετάρτες, το ιντερνετικό Indieground Radio διοργανώνει εδώ δημοφιλή events. Οι djs παίζουν electronica για το ανάλογο ψαγμένο κοινό, αλλά και καλαίσθητη mainstream μουσική. Οι τιμές του; Τέσσερα ευρώ για κρασί, έξι για ποτό, από 3,5 ευρώ για μπίρα και από επτά ευρώ για κοκτέιλ. Τις Πέμπτες πολλά ποτά ξεκινούν από πέντε ευρώ. Το ωράριο λειτουργίας είναι 11:00 το πρωί έως τις 2:00 το βράδυ και τα σαββατοκύριακα συνεχίζει μέχρι πιο αργά. Ο χώρος φιλοξενεί επίσης εκθέσεις και live.
Το Senza ξεχωρίζει από την κοκκινόμαυρη πρόσοψή του στην είσοδο της στοάς στο νούμερο 23-25. «Πρωταγωνιστές» εδώ είναι ο Πάνος Στέλλας μαζί με τον αδελφό του Γιάννη και τον συνεργάτη τους, Σαμέ. Ο Πάνος λέει ότι ήδη από μικρή ηλικία είχε πάρει την απόφαση να ανοίξει κάποια στιγμή ένα δικό του μπαρ. Προτού υλοποιήσει την απόφασή του, που θεωρεί ως μια φυσική εξέλιξη στη ζωή του, σπούδασε στη Νομική και εργάστηκε στον τομέα της διαφήμισης, εποχή από την οποία θυμάται τα δύσκολα ωράρια. Αυτά ανήκουν στο παρελθόν και για το Senza τονίζει ότι έχει δομηθεί έχοντας κατά νου τη διάθεση και τη φιλοσοφία της καλής παρέας. «Πιστεύω ότι σε όλες τις δουλειές ο ανθρώπινος παράγοντας είναι ο πιο βασικός, είναι η ζωοδόχος δύναμη και αυτό θέλουμε να βγαίνει και στην 'αύρα' του χώρου μας, στην οικειότητα που εκπέμπει», συμπληρώνει.
Από το μεγάλο παράθυρο δίπλα στη μεγάλη μπάρα σερβίρονται όσοι κάθονται στα ξύλινα σκαμπό του πεζοδρομίου, ενώ στο εσωτερικό διακρίνουμε άφθονο μαύρο, γκράφιτι, μέταλλο και ξύλο με κόκκινες λεπτομέρειες, που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα περισσότερο βραδινή. Ενα άνετο ξύλινο τραπέζι στο βάθος, δίπλα στα decks μπορεί να φιλοξενήσει και μεγάλες παρέες. Για όσους θέλουν κάτι ακόμα πιο χορευτικό, σε ένα dance electronica περιβάλλον, υπάρχει το κλαμπ του υπογείου με είσοδο από την κυρίως σάλα του μπαρ. Εδώ παίζουν γνωστοί djs από το εξωτερικό και την Ελλάδα σε ένα γεμάτο πρόγραμμα που καλύπτει ολόκληρη τη σεζόν, η οποία περιλαμβάνει και βραδιές με events του «Εν Λευκώ». Φέτος θα ανοίξει στο τέλος Οκτωβρίου αναβαθμισμένο και με νέο ηχητικό σύστημα.
Στη στοά στο νούμερο 12, το εστιατόριο Αρτιζάν (όνομα που όπως μαθαίνω παραπέμπει σε όσους τα παλιά χρόνια έκαναν χειρωνακτική εργασία), σερβίρει νοστιμιές μεσογειακής και φυσικά ελληνικής κουζίνας από τον Δεκέμβριο του 2013. Ο διάκοσμος, καθαρά οικογενειακός, θυμίζει σπιτική κουζίνα, κάτι που εκτιμούν όλες οι ηλικίες, από τους πιο νεαρούς έως τους μεγαλύτους, καθώς και τους επιχειρηματίες που εργάζονται στην περιοχή και οι οποίοι εδώ βρίσκουν το κατάλληλο γεύμα στα διαλείμματα της δουλειάς, ακούγοντας κοσμοπολίτικη ποπ, soul, ελαφρύ ροκ και πίνοντας σπιτικό κρασί και μπίρες - όλα ελληνικά. Το μενού του περιλαμβάνει σαλάτες από 4,50 ευρώ, διαφορετικά πεϊνιρλί από τέσσερα ευρώ, σάντουιτς καπνιστού χοιρινού ή καπνιστής γαλοπούλας (4,80 και 5 ευρώ αντίστοιχα), ποικιλίες αλλαντικών και τυριών, μπρουσκέτες, πιτάκια με απάκι και ρολάκια με παστράμι. Σημαντικό: οι γενναίες μερίδες του Αρτιζάν αρκούν ώστε ένα άτομο να φάει καλά με περίπου πέντε ευρώ.
Το Speakeasy αποτελεί ένα από τα πιο όμορφα και ατμοσφαιρικά «μυστικά», όχι μόνο της Λέκκα, αλλά και ολόκληρης της πόλης! Ενα υπόγειο μπαρ χωρίς καμία σήμανση στην είσοδό του, παρά μόνο το κουμπί ενός κουδουνιού, το οποίο πατάει όποιος έχει ενημερωθεί ώστε να μπει. Το όλο κόνσεπτ του πραγματικά ξεχωριστού αυτού μαγαζιού, όπως μου εξηγεί ο Σάββας Κούνουπας, «στηρίζεται στην ατμόσφαιρα της Αμερικής στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης, όταν το αλκοόλ βρισκόταν υπό διωγμόν και τα μπαρ λειτουργούσαν μυστικά, με τη διεύθυνσή τους να κυκλοφορεί μόνο από στόμα σε στόμα έμπιστων πελατών». Για του λόγου το αληθές, και προκειμένου να διαφυλάξουμε το σκηνικό του, δεν αναφέρουμε την ακριβή διεύθυνση. Το εσωτερικό συνάδει απόλυτα με το όραμα των ιδιοκτητών του: σκοτεινό, αλλά πολύ κομψό περιβάλλον που θυμίζει τη δεκαετία του 1920, ωραίο μπαρ και μία αίθουσα με φερ φορζέ τραπεζοκαθίσματα και παλιά πλακάκια στο πάτωμα.
Ρωτάω τον Σάββα, ο οποίος στο παρελθόν εργαζόταν σε ιδιωτική εταιρεία, αν τον φόβισε όλη αυτή η έλλειψη προβολής της επιχείρησης, σε μια εποχή που όλοι λίγο πολύ την επιδιώκουν για ευνόητους λόγους. «Οχι πολύ», απαντάει αμέσως. «Δεν είναι ακριβώς ένα πριβέ μαγαζί. Ολοι είναι ευπρόσδεκτοι, απλώς με τους συνεργάτες μου, τον Αντώνη, τη Βιολέτα και τον Αινεία θέλαμε να φτιάξουμε κάτι διαφορετικό. Παρ' όλες τις δυσκολίες δεν το έχουμε μετανιώσει καθόλου. Αγαπάμε πολύ αυτό που κάνουμε». Οπως είναι φυσικό, εδώ ακούγεται πολύ καλή, κλασική jazz και swing από καλούς djs του είδους ενώ γίνονται επίσης και ανάλογα live. Το κοινό του είναι «από 25άρηδες και πάνω». Λειτουργεί τις καθημερινές από τις 7:00 μμ. μέχρι πολύ αργά το βράδυ. Οσον αφορά τις τιμές του, το κρασί ξεκινά από πέντε ευρώ, τα ποτά από έξι και τα κοκτέιλ από εννέα.
Το εστιατόριο-μπαρ BUDOO στο 14 δίνει μία εξωτική νότα στη Λέκκα και όπως εξηγεί ο εμπνευστής του, Μίλτος Επιθυμιάδης, το όνομά του αναφέρεται σε μια δημοφιλή ταϊλανδέζικη σως θαλασσινών. Είναι ο ιδιοκτήτης του γνωστού μπαρ Small 8 στο Παγκράτι, αλλά ήθελε να φτιάξει και κάτι εντελώς διαφορετικό στο κέντρο της πόλης. «Για ένα χρόνο έψαχνα χώρο στα βόρεια προάστια, αλλά το κέντρο της Αθήνας με βολεύει περισσότερο στις μετακινήσεις μου», λέει. «Μου αρέσει η οδός Λέκκα επειδή βρίσκεται στο εμπορικό τρίγωνο της πόλης με πολλά μικρά μαγαζιά, στα οποία μπορείς να βρεις τα πάντα. Ειδικά αυτή η στοά είναι και πολύ διακριτική».
Το BUDOO άνοιξε τον περασμένο Μάιο με ένα πολύ προσεγμένο μενού και πλήρως ενημερωμένο μπαρ. Ο διάκοσμος είναι υπέροχα φωτισμένος, με ανατολίτικα και μοντέρνα στοιχεία. Τα μεγάλα παλιά art-nouveau παράθυρα προϋπήρχαν και ταιριάζουν απόλυτα. Τα πιάτα περιλαμβάνουν φρέσκο ψάρι, γλυκόξινο με κόκκινο κάρι (19 ευρώ), σαλάτες μάνγκο ή παπάγια ( οκτώ ευρώ), seafood με glass noodles (12 ευρώ), μοσχάρι, σολωμό spicy και γλυκό, τρία πιάτα κάρι (κόκκινο για το μοσχάρι, πράσινο για το κοτόπουλο, και κίτρινο για γαρίδες (10-13 ευρώ), ενώ στα ορεκτικά υπάρχουν πολλές επιλογές, όπως για παράδειγμα fresh rolls (λαχανικά, γαρίδες στα οκτώ ευρώ), σούπα Tom Young και γαρίδες με lemongrass. Τις ασιατικές γεύσεις συμπληρώνουν διαλεγμένα ανάλογα κοκτέιλ από το μπαρ «με ασιατικά στοιχεία και blend Δύσης», όπως το Gin Goes East (αρωματισμένο με εσπεριδοειδή, τσέρι γκουάβα και τζίντερ), το ομώνυμο Budoo με ρούμι αρωματισμένο με εσπρέσο, τσίλι και βανίλια (στα 10 ευρώ). Το κρασί κοστίζει έξι ευρώ, ταϊλανδέζικες, γιαπωνέζικες και άλλες μπίρες από πέντε ευρώ, και ποτά στα επτά ευρώ. Λειτουργεί από τις 12:30 μμ. και η κουζίνα του μένει ανοιχτή έως τα μεσάνυχτα, όμως το μπαρ συνεχίζει δυναμικά μέχρι αργά με funk, soul και jazz μουσική, αποδεικνύοντας ότι στη Λέκκα η φαντασία περισσεύει.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr