Ο Θάνος και ο Μαδαφάκας

Ο ηθοποιός Θάνος Τοκάκης μιλάει για την παράσταση «Ο Μαδαφάκας με το καπέλο» και τις δυσκολίες της… δουλειάς

«Αν για κάτι είμαι περήφανος γι’ αυτή την παράσταση –άσχετα αν είναι καλή ή κακή– είναι ότι είναι… αρκετά εγώ. Έχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του εαυτού μου», μου λέει ο Θάνος Τοκάκης, ένας από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της νέας γενιάς. Φέτος κάθεται για δεύτερη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, με το έργο του Στίβεν Άντλι Γκίρκις «Ο Μαδαφάκας με το καπέλο» στο θέατρο Skrow.

Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια από τη “Hannele”, το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, και ο Θάνος ένιωσε ότι το είχε πραγματικά ανάγκη να σκηνοθετήσει ξανά. Δεν το κάνει από ματαιοδοξία, ούτε επειδή ξέμεινε από δουλειά ως ηθοποιός. Ίσα ίσα που είπε όχι σε δελεαστικές προτάσεις για τη φετινή σεζόν, προκειμένου να κάνει τη συγκεκριμένη παράσταση. «Μου αρέσει που μπορώ να δω το πράγμα σαν μία ολότητα. Είναι ένας δικός μου κόσμος όλο αυτό», μου εξηγεί, ενώ παράλληλα τονίζει ότι μέσα από τη σκηνοθεσία γίνεται και καλύτερος ηθοποιός. «Δίνεις οδηγίες στους ηθοποιούς σου να μην κάνουν κάτι, που τελικά διαπιστώνεις ότι το κάνεις κι εσύ σαν ηθοποιός. Σκηνοθετούσα στις πρόβες και το βράδυ πήγαινα στο θέατρο Τέχνης να παίξω κι έκανα αυτό που είχα επισημάνει στους άλλους ως λάθος λίγο πιο πριν. Το γεγονός όμως ότι το αναγνώριζα ήταν τεράστιο κέρδος».

Το δεύτερο έργο που επέλεξε να σκηνοθετήσει, απέχει παρασάγγες από το πρώτο. Η “Hannele” ήταν ένα μελόδραμα του 1893. Το «Ο Μαδαφάκας με το καπέλο» είναι μία σύγχρονη, αμερικάνικη μαύρη κωμωδία. Τη διάβασε για πρώτη φορά πριν από δύο χρόνια. «Αυτό που μου άρεσε πολύ σε αυτό το έργο είναι ότι έχει πολλά στοιχεία που τα συναντάμε στο αμερικάνικο σινεμά. Έχει πάρα πολλά κλισέ και αναφορές σε ταινίες, όπως του Ταραντίνο, που όταν τα βλέπεις και τα ακούς στα ελληνικά φαντάζουν λίγο περίεργα», παραδέχεται ο Θάνος, που γι’ αυτόν τον λόγο αποφάσισε να μην μείνει πιστός στο νατουραλισμό του έργου, αλλά να ψάξει να βρει τον πυρήνα του πράγματος. «Κράτησα τη δράση κι από εκεί και πέρα έβαλε ο καθένας την τρέλα του. Θέλω όλα να είναι λίγο πιο “κουνημένα”. Το όπλο θέλω να φαίνεται πλαστικό. Βασίστηκα σε έναν δικό μας ρεαλισμό».



Ποιος είναι όμως ο… «Μαδαφάκας με το καπέλο»; «Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας τύπος γύρω στα 30, πρώην αλκοολικός, που μόλις έχει βγει από τη φυλακή και γυρίζει στο σπίτι του να συναντήσει ξανά την κοπέλα του. Κάνουν παθιασμένα έρωτα, της ανακοινώνει ότι βρήκε δουλειά, αυτή ενθουσιάζεται κι όταν λίγο μετά αυτή μπαίνει για ντους, εκείνος βρίσκει ένα καπέλο. Τρελαίνεται! “Ποιος είναι ο motherfucker with the hat?”, σκέφτεται. Του κολλάει λοιπόν ότι είναι ένας από τον κάτω όροφο. Κι εκεί ξεκινάει η δράση…», μου αποκαλύπτει ο Θάνος.

«Το θέμα είναι ότι αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει αυτή τη φυσιολογική ζωή. Είναι επιλογή του να αρπάξει το καπέλο και να αναζητήσει τον κάτοχό του. Για μένα αυτό είναι το σημαντικό. Για όλους μας υπάρχει ένα καπέλο υπό αυτή την έννοια…», παρατηρεί ο Θάνος, ομολογώντας ότι αυτό που αγάπησε σε αυτό το έργο είναι οι «κατεστραμμένοι» ήρωες του. «Είναι άνθρωποι, που μέσα τους νιώθουν άδειοι. Είναι άνθρωποι που έχουν τεράστια πάθη κι αναζητούν απεγνωσμένα να βρουν ποιοι πραγματικά είναι. Κανείς μας δεν είναι ένα πράγμα. Αλλιώς είμαστε με τον φίλο μας, αλλιώς με το κορίτσι μας, αλλιώς με τη μάνα μας… Άλλα πρόσωπα, άλλες σχέσεις. Οι ήρωες όμως του έργου παλεύουν να βρουν τον πυρήνα του πράγματος, αυτό που τους αρέσει οι ίδιοι να είναι. Είναι κάτι που με προβληματίζει κι εμένα πια», σχολιάζει.

Το «Ο Μαδαφάκας με το καπέλο» είναι μια παράσταση που φτιάχτηκε χάρη στο μεράκι μίας ομάδας ανθρώπων. Του Θάνου, του Ορφέα Αυγουστίδη, του Ανδρέα Κοντόπουλου, του Κώστα Κορωναίου, της Ειρήνης Μπούνταλη, της Ειρήνης Φαναριώτη, του Κωνσταντίνου Κρίτση, της Ερμίνας Αποστολάκη, του Γιώργου Ταμπακάκη, της Ελένης Παπαδάκη, της Ιωάννας Μηλιοπούλου, της Φαίδρας Τσολίνα και της Δέσποινας Φούντα. «Είναι τρομερά συγκινητικό που ήρθαν να δουλέψουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαζί για κάτι που ξέρουν ότι δεν θα βγάλουν λεφτά», μου λέει ο Θάνος, εξηγώντας μου ότι εξαιτίας της μικρής χωρητικότητας του θεάτρου και γεμάτο να είναι σε όλες τις παραστάσεις το πολύ να βγάλει ο καθένας τους από 600 ευρώ. «Για μία δουλειά που δουλεύουμε από τον Σεπτέμβρη και θα πάει μέχρι τα μέσα Γενάρη. Που σημαίνει ότι όλοι έρχονται τζάμπα!», μου επισημαίνει.



Ακόμα μία παράσταση που γίνεται στο τζάμπα λοιπόν! «Όλοι πιστεύουν ότι αυτό που κάνουν οι ηθοποιοί είναι μια ματαιοδοξία. Και σου λέει, γιατί να πληρώνει το κράτος την ματαιοδοξία του άλλου; Δεν είναι όμως έτσι. Δεν είναι πολυτέλεια ούτε το να βλέπεις θέατρο ούτε το να κάνεις θέατρο», τονίζει ο Θάνος. «Πώς μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά το κράτος πέρα από τις επιχορηγήσεις, που ούτως ή άλλως πήγαιναν σε συγκεκριμένα θέατρα;», αναρωτιέμαι.

«Ένα από τα πιο σημαντικά θέματα είναι αυτό των Αστικών Μη Κερδοσκοπικών Εταιρειών, του ΦΠΑ και των ενσήμων. Η φορολογία των ΑΜΚΕ προέκυψε επειδή κάποιοι ιδρύανε ΑΜΚΕ για να κάνουν θεατρικές παραστάσεις και τελικά κάνανε μπουζούκια. Είναι κι αυτό ο Έλληνας δυστυχώς. Και ήρθε το κράτος και είπε “πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι!”», μου λέει ο Θάνος και επιμένει: «Πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα, το οποίο θα αξιολογεί. Δεν γίνεται να φορολογούμαι το ίδιο με έναν μεγαλοεπιχειρηματία που θα έχει 600 εισιτήρια κάθε βράδυ. Δεν γίνεται να έχω το ίδιο πρόστιμο με αυτόν σε περίπτωση που εγώ δεν βάζω ένσημα. Πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος διαχωρισμού. Δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι αυτή η ιστορία».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr