Η Φωτεινή και η φωνή μέσα της
21.09.2015
07:59
Η πολυτάλαντη Φωτεινή Μπαξεβάνη μιλά για τις μεγάλες της αγάπες, το θέατρο και τη μουσική
Ηθοποιός, μουσικός, σκηνοθέτης… Η Φωτεινή Μπαξεβάνη είναι καλλιτέχνης μέχρι το μεδούλι. Την έχω απολαύσει πολλές φορές να μεταμορφώνεται στη σκηνή, αλλά δεν είχαμε γνωριστεί από κοντά. Πηγαίνοντας να τη συναντήσω είχα αυτό που λέμε «καλό feeling». Δεν έπεσα έξω. Ευθύς, ειλικρινής, ακομπλεξάριστη, η Φωτεινή είναι ένας άνθρωπος που του αρέσει να δίνεται στις μεγάλες του αγάπες χωρίς να κυνηγά τη διασημότητα και τις θέσεις εξουσίας.
Ο φετινός της χειμώνας ξεκινά με την «Εποχή του κυνηγιού». Το θεατρικό έργο του Γιάννη Σκαραγκά, που παρουσιάστηκε με επιτυχία τον περασμένο Μάιο στο θέατρο Ιλίσια, επιστρέφει από τις 28 Σεπτεμβρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη αυτή τη φορά στο θέατρο Κιβωτός. Ένα έργο για το σήμερα και το πάντα, που προέκυψε από τις συζητήσεις τριών φίλων από τα παλιά. Της Φωτεινής, του Γιάννη και της Αθηνάς Μαξίμου, που συμπρωταγωνιστεί στην παράσταση με τη Φωτεινή. «Ήταν η ανάγκη των τριών μας να μιλήσουμε λίγο γι’ αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας», μου λέει σχετικά με τη δημιουργία αυτού του έργου. «Δεν ψάχναμε έργο. Προέκυψε. Κάποια πράγματα απλά έρχονται».
Κάπως έτσι γεννήθηκε η Πόπη και η φανταστική της φίλη, Πηνελόπη Δέλτα. «Η Πόπη είναι ένας άνθρωπος που καταστράφηκε οικονομικά με την κρίση», μου εξηγεί η Φωτεινή σκιαγραφώντας την ηρωίδα της. «Είναι μια γυναίκα, που χάνοντάς τα όλα χάνει μαζί και τον εαυτό της. Κλείνεται στο καβούκι της, γίνεται “αόρατη”. Παλεύοντας να βάλει μόνη της σε μια σειρά τις σκέψεις της και τις αναμνήσεις της και να τοποθετηθεί ξανά στον χρόνο και στον χώρο, αρχίζει να συνομιλεί με μία άλλη φανταστική ηρωίδα. Στην πραγματικότητα είναι ο άλλος της εαυτός, αλλά η Πόπη της δίνει τη μορφή της Πηνελόπης Δέλτα, διότι έχει πάθει εμμονή μαζί της από τότε που βρήκε ένα βιβλίο της σε ένα παγκάκι και έμαθε την ιστορία της».
«Το πρώτο πράγμα που της ζητάει είναι να τη μάθει να λέει ιστορίες», μου λέει. Ούσα η ίδια σε σύγχυση, η Πόπη αδυνατεί να αφηγηθεί το παρελθόν της. Χάνεται ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Με τη βοήθεια της Πηνελόπης Δέλτα θα αρχίσει να ξαναγράφει την ιστορία της. «Η νέα αυτή φίλη της θα τη βοηθήσει να ξαναβρεί την αλήθεια της και να προχωρήσει παρακάτω. Το μήνυμα της παράστασης είναι πολύ αισιόδοξο. Κανείς δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνος του», μου επισημαίνει.
Ο φετινός της χειμώνας ξεκινά με την «Εποχή του κυνηγιού». Το θεατρικό έργο του Γιάννη Σκαραγκά, που παρουσιάστηκε με επιτυχία τον περασμένο Μάιο στο θέατρο Ιλίσια, επιστρέφει από τις 28 Σεπτεμβρίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη αυτή τη φορά στο θέατρο Κιβωτός. Ένα έργο για το σήμερα και το πάντα, που προέκυψε από τις συζητήσεις τριών φίλων από τα παλιά. Της Φωτεινής, του Γιάννη και της Αθηνάς Μαξίμου, που συμπρωταγωνιστεί στην παράσταση με τη Φωτεινή. «Ήταν η ανάγκη των τριών μας να μιλήσουμε λίγο γι’ αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας», μου λέει σχετικά με τη δημιουργία αυτού του έργου. «Δεν ψάχναμε έργο. Προέκυψε. Κάποια πράγματα απλά έρχονται».
Κάπως έτσι γεννήθηκε η Πόπη και η φανταστική της φίλη, Πηνελόπη Δέλτα. «Η Πόπη είναι ένας άνθρωπος που καταστράφηκε οικονομικά με την κρίση», μου εξηγεί η Φωτεινή σκιαγραφώντας την ηρωίδα της. «Είναι μια γυναίκα, που χάνοντάς τα όλα χάνει μαζί και τον εαυτό της. Κλείνεται στο καβούκι της, γίνεται “αόρατη”. Παλεύοντας να βάλει μόνη της σε μια σειρά τις σκέψεις της και τις αναμνήσεις της και να τοποθετηθεί ξανά στον χρόνο και στον χώρο, αρχίζει να συνομιλεί με μία άλλη φανταστική ηρωίδα. Στην πραγματικότητα είναι ο άλλος της εαυτός, αλλά η Πόπη της δίνει τη μορφή της Πηνελόπης Δέλτα, διότι έχει πάθει εμμονή μαζί της από τότε που βρήκε ένα βιβλίο της σε ένα παγκάκι και έμαθε την ιστορία της».
«Το πρώτο πράγμα που της ζητάει είναι να τη μάθει να λέει ιστορίες», μου λέει. Ούσα η ίδια σε σύγχυση, η Πόπη αδυνατεί να αφηγηθεί το παρελθόν της. Χάνεται ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Με τη βοήθεια της Πηνελόπης Δέλτα θα αρχίσει να ξαναγράφει την ιστορία της. «Η νέα αυτή φίλη της θα τη βοηθήσει να ξαναβρεί την αλήθεια της και να προχωρήσει παρακάτω. Το μήνυμα της παράστασης είναι πολύ αισιόδοξο. Κανείς δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνος του», μου επισημαίνει.
Συζητάμε για τους φανταστικούς μας φίλους, τις φωνές μέσα μας, τη μοναξιά που μας κυκλώνει… «Δεν ξέρω τελικά ποιος είναι ο πιο άρρωστος; Αυτός που βλέπουμε στον δρόμο να παραμιλάει, γιατί έχει ανάγκη να ακούει τη φωνή του ή επειδή συνομιλεί με έναν φανταστικό του φίλο; Ή αυτός που δεν εκφράζεται, τα κρατάει όλα μέσα του και ξαφνικά παθαίνει καρκίνο;», αναρωτιέται η Φωτεινή σχολιάζοντας ότι όλοι μας στην πραγματικότητα συνομιλούμε με τον άλλον μας εαυτό.
Η αλήθεια είναι ότι «Η εποχή του κυνηγιού» δεν σχολιάζει απλά το σήμερα και την οικονομική κρίση. «Οι δύο ηρωίδες συνομιλούν για πολύ πιο βαθιά και ουσιαστικά πράγματα. Συνήθως όταν ένας άνθρωπος φτάνει σε αυτό το σημείο, αυτό που ψάχνει δεν είναι να λύσει το πώς θα πληρώσει τα χρέη του. Είναι να τα βρει με τον εαυτό του. Να ψάξει βαθιά μέσα του και να ρίξει τα “τείχη” του», μου υπενθυμίζει.
Με αφορμή το έργο του Γιάννη Σκαραγκά, η κουβέντα μας φτάνει στο κεφάλαιο Νεοελληνική Δραματουργία. «Αυτοί οι αφορισμοί ότι δεν έχουμε νέους θεατρικούς συγγραφείς με εξοργίζουν! Αφού δεν υπάρχει υποστήριξη και προώθηση από κανέναν, πώς θα γίνει; Αν δε δώσεις την ευκαιρία να παρουσιάζονται αυτά τα έργα, τι περιμένεις; Δεν λέω ότι θα είναι όλα αριστουργήματα. Μπορεί όμως να είναι το ένα», μου τονίζει και μου αφηγείται την εμπειρία της από τη συμμετοχή της στην Επιτροπή για τα Βραβεία Θεατρικού Έργου του Υπουργείου Πολιτισμού. «Διάβασα πάνω από 100 έργα. Βραβεύθηκαν τα τρία και δεν παρουσιάστηκε ποτέ κανένα. Το λέγαμε και το ξαναλέγαμε ότι πρέπει να βοηθήσει το ΥΠΠΟ να ανέβουν αυτά τα έργα. Τίποτα. Πήραν βραβείο και δεν τα έμαθε κανείς. Έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από τότε».
Δεν παραλείπει μάλιστα να στηλιτεύσει την ξενολατρία του Έλληνα. «Αρκεί να γράψεις στο δελτίο τύπου ότι ένας συγγραφέας είναι πολυβραβευμένος – στην πραγματικότητα μπορεί να μην τον ξέρει και η μάνα του!– και αμέσως παίρνεις πόντους στην προώθηση του πράγματος. Βέβαια η αλήθεια είναι πως όλα αυτά είναι για να έρθει ο κόσμος στο θέατρο. Πολύ γρήγορα βγαίνει η βρώμα για το αν αρέσει κάτι ή δεν αρέσει».
Κι αν το ένα έργο, στο οποίο πρωταγωνιστεί φέτος είναι ελληνικό, το άλλο έρχεται από την δραματουργία των μεγάλων κλασικών. «Τα Παιδιά του Ήλιου» του Μαξίμ Γκόρκι θα κάνουν πρεμιέρα τον ερχόμενο Νοέμβριο στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, με τον οποίο η Φωτεινή έχει συνεργαστεί πολλάκις. «Είναι μία ελίτ ανθρώπων, κλεισμένη σε ένα σπίτι, που ασχολείται με την τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, ενώ έξω ο κόσμος πεθαίνει από τη χολέρα», μου αποκαλύπτει η Φωτεινή που υποδύεται μία χήρα στην παράσταση. «Είναι ένας ευθύς άνθρωπος, που λέει αλήθειες. Δεν έχει άμεση σχέση με όλους αυτούς. Απλά όταν ήταν νέα είχε παντρευτεί έναν πλούσιο, κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερό της, κι όταν αυτός πέθανε κληρονόμησε τα λεφτά του», σχολιάζει, αλλά αρκείται σε αυτά τα ολίγα, αφού βρίσκεται στην αρχή των προβών και δεν νιώθει ακόμα έτοιμη να μιλήσει διεξοδικά για το έργο.
Κεφάλαιο Μουσική. Αν η μία μεγάλη αγάπη της ζωής της Φωτεινής είναι το θέατρο, η άλλη είναι η μουσική. Πάντα όμως αυτές οι δύο λειτουργούσαν συμπληρωματικά. «Η σχέση μου με τη μουσική έχει να κάνει μέχρι τώρα αποκλειστικά με τη λειτουργία της στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Είναι μία ιδιαίτερη διαδικασία αυτή, γιατί απαιτεί τη συνεργασία όλων για να βγει ένα ενιαίο αποτέλεσμα», μου λέει και συνεχίζει: «Όταν γράφεις μουσική για το θέατρο είναι σαν να γράφεις ένα δεύτερο έργο. Η μουσική μιλάει άμεσα και ύπουλα στο συναίσθημα του θεατή, μπορείς να τον παρασύρεις σε όποια κατάσταση επιθυμείς, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη πάντα».
Έχει υπογράψει τη μουσική σε πολλές παραστάσεις, όπως και τώρα στην «Εποχή του Κυνηγιού», που συνέθεσε το ομώνυμο κομμάτι σε στίχους του Γιάννη Σκαραγκά, το οποίο ερμήνευσε η Νατάσσα Μποφίλιου. «Όπως μου αρέσει να μεταμορφώνομαι σαν ηθοποιός, αντίστοιχα θέλω να κάνω και σαν συνθέτης. Γι’ αυτό και αν ακούσεις μουσικές μου είναι πολύ διαφορετική η μία από την άλλη. Έχω μία αντίδραση σε σχέση με το έντονο προσωπικό ύφος, μία αγωνία που έχουν πολλοί καλλιτέχνες κυρίως της δισκογραφίας. Εγώ είμαι ελεύθερη από τέτοιες αγωνίες», μου εξηγεί.
Το 2008 μάλιστα ίδρυσε τη Faos, μία μικρή δισκογραφική εταιρεία που έβγαζε αποκλειστικά παραγωγές που έχουν να κάνουν με μουσική που γράφτηκε για το θέατρο καθώς και μία σειρά από καινούριες παραγωγές τζαζ και κλασικής μουσικής δια χειρός Ελλήνων συνθετών. «Ό,τι δηλαδή δεν ενδιαφέρει καμία άλλη δισκογραφική εταιρεία», μου λέει γελώντας. «Το έκανα με την σκέψη ότι ένας θεατής που πάει και βλέπει μια παράσταση αν πάρει το πρόγραμμα στην καλύτερη θα το ξεχάσει στη βιβλιοθήκη του, ένα cd όμως θα το ξανακούσει. Και επειδή η μουσική μας συνδέει πολύ έντονα και με τη μνήμη, μέσα από το cd μένει ζωντανή και η παράσταση», μου λέει γι’ αυτό το εγχείρημά της, που έμεινε ωστόσο στα μισά αφού η Faos αναγκάστηκε να κλείσει το 2013. «Δεν είχα βοήθεια από πουθενά. Το έτρεχα μόνη μου. Δυστυχώς δεν είχα ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο, ώστε να περιμένω για χρόνια πότε θα μου επιστραφούν τα λεφτά που έβαλα», μου εξομολογείται. Εξαιρετική ιδέα, αλλά για λάθος χώρα. Δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις για να σε πληγώσει η Ελλάδα, το κάνει με την ίδια επιτυχία και από εδώ.
«Τι κυνηγάμε σήμερα;», τη ρωτάω στο τέλος της κουβέντας μας παίζοντας με τον τίτλο της παράστασης της. «Μέσα σε όλη αυτή τη μαυρίλα και όλο αυτό το χάος που ζούμε, που δεν ξέρουμε καν αν υπάρχουν εναλλακτικές, νομίζω ότι αυτό που μπορούμε να κυνηγήσουμε είναι λίγο να επιστρέψουμε στον εαυτό μας. Όχι να κλειστούμε στον εαυτό μας. Να κάνουμε έναν διάλογο με τον εαυτό μας και να ανοίξουμε προς τα έξω», μου απαντά. «Να αναρωτηθούμε τις πραγματικές μας ανάγκες. Και τότε ίσως δούμε ότι αυτές οι ανάγκες είναι πολύ κοινές με του διπλανού μας».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr