Τα κόμματα γερνούν, οι πολίτες αποσύρονται: Από την ιδεολογία στη διαμαρτυρία, το νέο πολιτικό υπόδειγμα
Η αμφισβήτηση των θεσμών και η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στις συστημικές δυνάμεις ευνόησαν την άνοδο του λαϊκισμού και την ανάδειξη ακραίων απόψεων - Κόμματα χωρίς αρχές, πρόγραμμα και στελέχη βγαίνουν στην επιφάνεια διεκδικώντας την εξουσία και ποντάροντας στην ισοπέδωση, ενώ για μεγάλο μέρος των πολιτών δεν υφίσταται πλέον ο διαχωρισμός ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά
Στο τελευταίο βιβλίο της υπό τον τίτλο «Η πολιτική χωρίς πολιτικούς - Υπεράσπιση της διακυβέρνησης από τους πολίτες» η Γαλλίδα καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, Ελέν Λαντεμόρ, ανατέμνει το φαινόμενο του τέλους της πολιτικής.
Η κεντρική θέση της συμπυκνώνεται στη ριζοσπαστική πρόταση -μάλλον στον ουτοπιστικό ευσεβή πόθο- ότι η «επανάσταση των συνεσταλμένων» είναι η μόνη διέξοδος από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία τουλάχιστον τα τελευταία 20 χρόνια. Ωστόσο, ασχέτως του αν είναι κανείς διατεθειμένος να ενστερνιστεί τη θεωρία της, ομολογουμένως η Λαντεμόρ ασκεί σκληρή, ορθολογική και τεκμηριωμένη κριτική στην παραδοσιακή πολιτική, παραθέτοντας πλήθος παραστατικών παραδειγμάτων, διά των οποίων εξηγείται το πώς και το γιατί τα πολιτικά κόμματα σήμερα εμφανίζουν έντονα σημάδια γήρατος, σαν είδη ζωής που έχουν καθηλωθεί σε μια εξελικτική φάση της κοινωνίας, η οποία έχει πλέον ξεπεραστεί εντελώς από την ίδια την πραγματικότητα.
Ενδεικτικά, στη μελέτη της η Λαντεμόρ αναφέρει ότι «προσωπικά, δεν μου είναι διόλου ευχάριστο να διαπιστώνω πως καταλήγω στα ίδια συμπεράσματα με τους λαϊκιστές. Και εννοώ εξίσου τους αριστερούς και τους δεξιούς λαϊκιστές. Ομως, η αλήθεια είναι πως η λαϊκιστική πτέρυγα έχει δίκιο σε ορισμένα σημεία: το πολιτικό σύστημα που βασίζεται στην εκλογική αντιπροσώπευση δεν είναι πια όσο ικανό ήταν παλαιότερα να παράγει είτε δημοκρατική είτε αποτελεσματική διακυβέρνηση».
Συνεχίζοντας, επισημαίνει κάποια στοιχεία κρίσιμης σημασίας - κρίσιμα από την άποψη ότι αποκαλύπτουν δομικές δυσλειτουργίες της σύγχρονης πολιτικής. Επικαλείται, για παράδειγμα, το γεγονός ότι μόλις το 15% των Αμερικανών πολιτών δηλώνει πως είναι ικανοποιημένο από τη λειτουργία του Κογκρέσου, ενώ ο δείκτης εμπιστοσύνης του κοινού προς αυτό το ανώτατο νομοθετικό όργανο των ΗΠΑ σχεδόν ποτέ δεν πλησίασε το 50%. «Πού οφείλεται, άραγε, αυτή η δυσπιστία των Αμερικανών προς το Κογκρέσο τους; Φταίει ότι εκείνοι δεν ικανοποιούνται με τίποτα ή μήπως το Κογκρέσο δεν κάνει τη δουλειά του όπως πρέπει;».
Η Ελέν Λαντεμόρ συμπληρώνει περαιτέρω ότι στις τρεις από τις λεγόμενες πιο προηγμένες δημοκρατίες του κόσμου, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τη Γαλλία, οι σφυγμομετρήσεις καταδεικνύουν σταθερά ένα χαοτικό έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών προς τα πρόσωπα που οι ίδιοι εξέλεξαν για να τους κυβερνήσουν. Οπότε στο κενό που δημιουργείται στη συλλογική αντίληψη για το πώς θα πρέπει να διοικηθεί η κοινωνία αναφύονται επίδοξοι διεκδικητές της λαϊκής προτίμησης σχηματίζοντας παρατάξεις νέου τύπου, παρακάμπτοντας την εναρμόνιση του πολιτικού πράττειν με κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία και καταφεύγοντας κατά κόρον σε μια ρητορική διαμαρτυρίας, συνήθως διά φωνασκιών, εναντίον του «συστήματος», των «κυβερνωσών ελίτ» συλλήβδην, γενικώς και αορίστως.
Περί αυτού, η περίπτωση του Αργεντινού οικονομολόγου Χαβιέρ Μιλέι είναι απολύτως χαρακτηριστική. Αν και το αρχέτυπο αυτού του απολίτικου -με την καθιερωμένη έννοια- εναλλακτικού δρόμου στην πολιτική είναι μάλλον ο Ντόναλντ Τραμπ. Λόγω της ισχύος των ΗΠΑ ως παγκόσμιας υπερδύναμης και ως εκ τούτου της καταλυτικής επιρροής που ασκεί ως πλανητάρχης ο ίδιος.
Η άνθηση της δημαγωγίας
Σύμφωνα με μια ορισμένη μερίδα πολιτικών επιστημόνων, αποτελεί συλλογική και διαδεδομένη πλάνη ότι έχει επέλθει το τέλος των πολιτικών ιδεολογιών. Μάλιστα, η πλευρά αυτή υποστηρίζει πως το τέλος της ιδεολογίας ως ακρογωνιαίος λίθος της κομματικής υπόστασης αποτελεί αφ’ εαυτού μια ιδεολογική θέση - και δη ουδόλως αθώα. Αλλωστε τα κόμματα ανά τον κόσμο, αλλά και στην Ελλάδα, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ταυτισμένα με τις ιδρυτικές αξίες τους, τον προσανατολισμό τους στο τόξο Δεξιά/Αριστερά ή συντηρητικοί/προοδευτικοί, τα κεντρικά προτάγματά τους εν τέλει για περισσότερο φιλελευθερισμό ή, αντιθέτως, διεύρυνση του κράτους κ.λπ. Αν μη τι άλλο, τα στελέχη των ιστορικών κομμάτων, ιδίως τα αρχαιότερα, διατηρούν την κομματική τους συνείδηση παρά τους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις που χρειάστηκε να κάνουν συμμορφούμενα με τις απαιτήσεις των καιρών.
Από την άλλη, η σημερινή πραγματικότητα μοιάζει να επιβεβαιώνει ότι η έννοια του πολιτικού κόμματος έχει υποστεί ριζική μετάλλαξη, με ουσιώδεις διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις παρατάξεις όπως αυτές είχαν παγιωθεί στον περίπου ενάμιση αιώνα κοινοβουλευτικής ζωής που προηγήθηκε στις δυτικού τύπου δημοκρατίες.
Στην Ελλάδα του 2026, για παράδειγμα, η αντισυστημική τάση, παρά τις περιστασιακές μεταπτώσεις της, συνθέτει ένα πεδίο που προσφέρεται ως εύφορο έδαφος για τη σπορά της δημαγωγίας, του ακραιφνούς λαϊκισμού, ο οποίος αρέσκεται στην καλλιέργεια διχασμών, στον τόνο μιας έξαλλης, τυφλής αντίθεσης σε οτιδήποτε θεωρείται κατεστημένο. Τα πρόσφατα παραδείγματα των καινούριων κομμάτων, αλλά κυρίως εκείνων που υποτίθεται πως τελούν υπό εκκόλαψη είναι ιδανικά για να προσδιορίσει κανείς την τρέχουσα τάση της πολιτικής.
Κατ’ αρχάς, όλοι οι νεοφυείς κομματάρχες αποφεύγουν συστηματικά τον ιδεολογικο-πολιτικό χρωματισμό. Επενδύουν στη συλλογική αμνησία, ελπίζοντας πως κανείς στο ακροατήριό τους δεν θυμάται ότι τα ίδια αυτά πρόσωπα έως και μόλις πριν από μερικά χρόνια ξιφουλκούσαν με πάθος εν ονόματι της Αριστεράς, της υποτιθέμενης πατριωτικής Δεξιάς, του σοσιαλισμού ή οποιουδήποτε άλλου ιδεολογικού παρακλαδιού. Σε ακραίες περιπτώσεις αυτής της καινοφανούς συνομοταξίας πολιτικών σχηματισμών, οι ηγετικές φυσιογνωμίες αποτάσσονται την προϋπηρεσία τους -ενίοτε μακρά- είτε στο κομματικό απαράτ, είτε ακόμη και στην κυβέρνηση της χώρας. Επίσης, πιθανώς παίρνοντας θάρρος από τη μεθοδολογία, τον βίο και την κυβερνητική πολιτεία του Ντόναλντ Τραμπ, στο πολιτικό προσκήνιο εμφανίζονται με αξιώσεις -σπανίως λελογισμένες- πρόσωπα χωρίς πρότερη εμπειρία πολιτικής, χωρίς καν τη στοιχειώδη εξοικείωση με τις βασικές διαδικασίες μιας θεσμισμένης πολιτείας.
Μόνο αντίδραση
Οπως εξηγεί στο «Πρώτο Θέμα» ένας διακεκριμένος πολιτικός αναλυτής, στο τρέχον πολιτικό σκηνικό παρατηρείται μια σειρά από παραδοξότητες, καινούρια φαινόμενα, τα οποία εκ των πραγμάτων δυσχεραίνουν πολύ οποιονδήποτε αποπειράται να διακρίνει τάσεις και δυναμικές, κοινώς το «πού πάει το πράγμα» στην πολιτική στο άμεσο και το απώτερο μέλλον. Ενα από αυτά τα παράδοξα αφορά το ότι τα νεαρά κόμματα κατ’ ουσίαν ομονοούν παρά το οφθαλμοφανές γεγονός ότι βρίσκονται σε έντονη αντιπαλότητα μεταξύ τους.
Διεκδικούν εξάλλου την ίδια ψήφο διαμαρτυρίας και απευθύνονται στο ίδιο ευεπίφορο στην κραυγάζουσα συνθηματολογία κοινό. Τα κόμματα νέου τύπου δεν προτάσσουν συγκεκριμένα μέτρα, το πρόγραμμά τους κατά κανόνα δεν το βλέπει κανείς (πιθανότατα διότι δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο), αλλά, το κυριότερο ως προς τις διεκδικήσεις και τις φιλοδοξίες τους, δεν στοχεύουν στην απευθείας νομή της κρατικής εξουσίας. Οι ορίζοντες της δράσης τους τελειώνουν στη δριμεία -σχεδόν αυτοματοποιημένη- αντίδραση στην κυβέρνηση, όποια κι αν είναι αυτή.
Κατά συνέπεια, κομματικά σχήματα χωρίς ιδεολογία, χωρίς συντεταγμένο πρόγραμμα, χωρίς καν την πρόθεση να αναλάβουν καθαυτή την ευθύνη της διακυβέρνησης μοιραία καταλήγουν να λειτουργούν ως προσωπικά οχήματα του ιδρυτή και ηγέτη τους. Σε εντελώς προσωποπαγή βάση, συνήθως με έναν ηγεμονικό, αυθεντικά αυταρχικό τρόπο εσωτερικής λειτουργίας, τα κόμματα νέου τύπου δεν εκδηλώνουν ιδιαίτερη έφεση προς τον σεβασμό στην ουσία και τα καθιερωμένα πρωτόκολλα της δημοκρατίας.
Γι’ αυτό και στο οπλοστάσιο των επιχειρημάτων τους περίοπτη θέση κατέχει η αμφισβήτηση της νομιμοποίησης που διαθέτει σε μια δεδομένη στιγμή η εκλεγμένη κυβέρνηση. Εναντίον της οποίας βάλλουν υιοθετώντας πρόθυμα αμφιλεγόμενες καταγγελίες, κραυγαλέα fake news, διαβολές, εξωφρενικές θεωρίες συνωμοσίας κ.ο.κ., μαζί με οτιδήποτε θα μπορούσε να δυσφημήσει τους κυβερνώντες, βάσει της λογικής ότι η διατύπωση της κατηγορίας αρκεί για την καταδίκη. Η τεκμηρίωση και η αποδεικτική διαδικασία περιττεύουν.
Οι «end times fascists»
Μια άλλη παραδοξότητα, εγγενής στα πολιτικά ήθη μετά τον θάνατο της ιδεολογίας, είναι ότι ο ρόλος και η θεσμική λειτουργία της αξιωματικής αντιπολίτευσης πλήττονται εξίσου, αν όχι περισσότερο, από τον αυτονόητο στόχο, την κυβέρνηση. Το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ επί ηγεσίας Αλέξη Τσίπρα, αφότου ηττήθηκε στις εκλογές του 2019, σκιαγραφεί παραστατικά την ένδεια πολιτικού βάθους και ιδεολογικής συγκρότησης, ακόμη και σε κομματικούς σχηματισμούς που έως πριν από μερικούς μήνες διαχειρίζονταν την κρατική εξουσία.
Σταχυολογώντας παραδοξότητες, πέρα από την ανάδειξη επίδοξων ηγεμονίσκων στα άκρα του πολιτικού φάσματος -κυρίως στην περιοχή της Ακρας Δεξιάς, όπως συμβαίνει στη Γαλλία με τη Μαρίν Λεπέν, και με δεδομένη την υποχώρηση της Αριστεράς διεθνώς-, η ανάλυση της παρούσας κατάστασης επιστρέφει, σχεδόν αναπόφευκτα, στον Ντόναλντ Τραμπ. Εναν δισεκατομμυριούχο, εμβληματικό μέλος της αμερικανικής ολιγαρχίας του πλούτου και της διασημότητας, ο οποίος κατάφερε να πείσει τους συμπολίτες του ότι μόνο ψηφίζοντάς τον στις προεδρικές εκλογές θα γκρεμιστεί η αμερικανική ολιγαρχία.
Οι δε ευρύτερες παρενέργειες της απρόβλεπτης, ιδιοσυγκρασιακής, συχνά αντιφατικής αλά Τραμπ πολιτικής είναι η διάνοιξη χώρου για έναν εξτρεμισμό νέου τύπου, ο οποίος, τουλάχιστον σύμφωνα με τη γνωστή διανοήτρια Ναόμι Κλάιν, συνιστά μια μεταμοντέρνα εκδοχή «εσχατολογικού φασισμού», μιας δυνάμει επικίνδυνης τάσης, η οποία εκπροσωπείται από μαχόμενους οπαδούς της άποψης ότι το τέλος του κόσμου έρχεται καλπάζοντας.
Και ότι οι ίδιοι, ως εκλεκτή μερίδα του ανθρώπινου είδους, η μόνη που δικαιούται και πρέπει να επιβιώσει από την καταστροφή, θα πρέπει να φροντίσουν να εξολοθρεύσουν οποιοδήποτε άλλο μίασμα θα μπορούσε να προκαλέσει παράσιτα με την παρουσία του στο νέο κεφάλαιο της ιδανικής πολιτείας, η οποία θα αναδυθεί μέσα από τα ερείπια του παλαιού κόσμου.
Τι κρύβει το μέλλον
Οι πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι η περίοδος που διανύει η ανθρωπότητα, αλλά και ειδικότερα η Ελλάδα, είναι έντονα μεταβατική. Ομως, οι πιο ψύχραιμοι και αισιόδοξοι από αυτούς τους ειδικούς αποφαίνονται ότι υπάρχει ελπίδα, ακόμη και στη μετα-ιδεολογική εποχή της πολιτικής. Οπως σημειώνει ένας εξ αυτών, «στην Ελλάδα η οικονομική κρίση οδήγησε σε μια προσωρινή διάλυση του πολιτικού τοπίου, το οποίο κατόπιν επανασυγκροτήθηκε, αλλά με διαφορετικούς ρόλους σε ό,τι αφορά ορισμένα κόμματα. Γενικότερα, όμως, εμείς ως Ελληνες έχουμε τα κουσούρια, τις ιδιαιτερότητές μας, υπό την έννοια ότι έχουμε πολλές διαιρετικές τομές, αιτίες και αφορμές διχασμών, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό συγκροτούν το εγχώριο πολιτικό τοπίο.
Είναι οι παραδοσιακές ιδεολογικές, είναι οι φορτίσεις ιστορικών γεγονότων όπως ο Εμφύλιος, ενώ τώρα έχουν προστεθεί και νεότερες. Αρα, βρισκόμαστε ξανά σε μια εποχή κρίσης, μια νεότερη διαιρετική τομή στο πολιτικό σύστημα, ως κληρονομιά από την αντίθεση μνημονιακών - αντιμνημονιακών, το δημοψήφισμα κ.λπ. Η στάση του καθενός το 2015 δημιούργησε κινητικότητα μεταξύ κομμάτων τόσο σε επίπεδο ψηφοφόρων όσο και σε επίπεδο στελεχών. Ωστόσο, το γεγονός ότι έχουμε περάσει ήδη την οικονομική κρίση, η οποία συνοδεύτηκε από πολιτική κρίση και ήταν μια σοκαριστική εξέλιξη για την ελληνική κοινωνία, σε μερικά πράγματα τουλάχιστον μας έχει κάνει πιο συντηρητικούς. Ο κόσμος έχει ωριμάσει, δεν πιστεύω πως τελικά θα παρασυρθεί από τη δημαγωγία των ακραιφνών λαϊκιστών».
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr