Vintage Vs Retro: Το μέλλον σε αναμονή, σε έναν κόσμο που κοιτά προς τα πίσω

H εξιδανίκευση του παρελθόντος αναδεικνύεται σε κυρίαρχη τάση σε μια εποχή όπου όλα τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες και οι αλλαγές είναι καθημερινές - H μνήμη αλλά και το φαντασιακό εξωραΐζουν λειτουργώντας σαν έξοδος κινδύνου μπροστά στον φόβο που δημιουργούν το άγνωστο αλλά και η επιστροφή σε σκοτεινές περιόδους που ήδη μας χτυπουν την πόρτα

Τι τα θέλετε; Ο κόσμος ήταν ανέκαθεν συγκρουσιακός, διαιρεμένος, κατακερματισμένος. Το σημερινό παγκόσμιο τοπίο, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ πριν τόσο ανοιχτό, συνδεδεμένο, αλληλεξαρτώμενο. Κι όμως, στις σύγχρονες κοινωνίες έχει εμφανιστεί μια ροπή προς τις περασμένες δεκαετίες.

Αντί να φαντάζονται το μέλλον, εξιδανικεύουν το παρελθόν. Αντί να προχωρούν μπροστά, κοιτάζουν πίσω. Αντί να επινοούν το αύριο, συλλέγουν στιγμιότυπα του χθες. Ψάχνουν αναδρομικά ένα μικρό ρομαντικό και καθησυχαστικά ασφαλές καταφύγιο, παρασυρμένοι από μια παρηγορητική νοσταλγία.

Ελκονται προς ένα πραγματικό είτε φανταστικό παρελθόν. Εξωραϊσμένο, όμως, στις αναμνήσεις τους. Εστω κι αν αυτό δεν υπήρξε ίσως ποτέ. Εκεί όπου κάποτε η διάχυτη αισιόδοξη αίσθηση δημιουργικής προόδου, εφαρμοσμένης νεωτερικότητας και τεχνολογικής καινοτομίας υποτίθεται ότι αποτελούσε τη λύση για τις συλλογικές τύχες και τα ατομικά τους πεπρωμένα.

Συνδεόταν με την υλική, πνευματική, ακόμη και ψυχολογική τους ολοκλήρωση. Εγγυόταν την αδιατάρακτη κοινωνική τους κινητικότητα και προκοπή. Παρ’ όλα αυτά, είναι μάλλον άδικο σήμερα να κατηγορούνται οι περασμένες γενιές για την όποια κλίση τους προς ένα status quo ante.

Αυτό που, ενδεχομένως λόγω χρονικής απόστασης, έχουν πλάσει με τον νου ως ιδεώδες, άψογο, υποδειγματικό. Χρονομηχανή, όμως, δεν υπάρχει. Μόνο μάταιη προδιάθεση. Προσανατολισμένη σε μια ανέφικτη ρετρό ουτοπία. Εξίσου ανεφάρμοστη όπως όλες οι αποτυχημένες ουτοπίες.

Στην πραγματικότητα, η εκ μέρους τους τάση επαναφοράς επισπεύδεται από την τρέχουσα κοινωνική στασιμότητα και τη διεθνή αταξία. Επιταχύνεται από την αμφισβήτηση της ειρήνης ως υπέρτατης αξίας στη διαχείριση των διεθνών σχέσεων.

Προωθείται από τη διάσπαρτη αβεβαιότητα και την επάνοδο των μακροχρόνιων σφοδρών πολέμων, ακόμη και στο έδαφος της Ευρώπης. Ενισχύεται από την άνοδο λαϊκιστικών και αυταρχικών πολιτικών δυνάμεων που υπονομεύουν τις φιλελεύθερες δημοκρατίες.

Δικαιολογημένα, από μια οπτική, η επίκληση της επιστροφής στο χθες, καθώς τούς φαντάζει σαν μια παλιά, ξεχασμένη έξοδος κινδύνου από ένα ασφυκτικό θέατρο, στη σκηνή του οποίου η φουτουριστική παράσταση μοιάζει ολοένα πιο εκφοβιστικά δυστοπική.

Το παράδοξο είναι ότι και μερίδα της νεότερης γενιάς συμμερίζεται, τουλάχιστον καταναλωτικά, ως προοπτική τον γυρισμό σε εποχές που ποτέ της δεν γνώρισε. Στην καλύτερη περίπτωση, επανερμηνεύει ως κληρονομιά τις συνθήκες που βιώσαν οι γονείς και οι παππούδες της. Στη χειρότερη, τις αντιγράφει ή τις μιμείται.

Μέσα σε ένα φρενήρες περιβάλλον ψηφιακής υπερφόρτωσης γεμάτο οθόνες, αλγόριθμους, Τεχνητή Νοημοσύνη, διαδικτυακές πλατφόρμες επικοινωνίας και ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αναζητά διαφυγή στα περασμένα. Αναγνωρίσιμη, παρότι παρακινείται στον 21ο αιώνα από μια κατασκευασμένη νοσταλγία. Σεβαστή, αν και πλέει με αντίστροφη ρότα μέσα σε μια θάλασσα από τις μνήμες άλλων.

Ρίξτε μια ματιά δίπλα σας. Νέα παιδιά ξεπροβάλλουν σαν από παλιό ντουλάπι παρωχημένης γκαρνταρόμπας. Ντύνονται με φαρδιές κάργκο εργοστασιακές φορεσιές λες και δουλεύουν σε μηχανουργεία των 60s. Φορούν παντελόνια καμπάνα σαν να συνοδεύουν στην ντίσκο τον Τραβόλτα στο «Πυρετός το Σαββατόβραδο» στα 70s. Ανεβάζουν stories στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με φίλτρα στη χρωματική παλέτα των μιούζικαλ των 50s.

Αγοράζουν ξανά δίσκους βινυλίου. Eνα υλικό αναλογικού ήχου που πετάχτηκε στα σκουπίδια από τους γονείς τους επειδή φθείρονταν και ακουστικά «έξυναν». Τώρα ο θόρυβός τους λέγεται «ζεστασιά» με φυσικό, οργανικό σχεδόν τρόπο.

Προμηθεύονται πάλι φωτογραφικές μηχανές με το άλλοτε μη ανθεκτικό φιλμ που χρονικά έληγε. Πλέον αυτές οι παρωχημένε κάμερες κατοπτρίζουν «αισθητικές αξίες» με στυλιζαρισμένες εικόνες αλά Γουές Αντερσον, που υποδηλώνουν μεγαλύτερη αίσθηση δημιουργικού ελέγχου.

Αντί για τη δημοφιλή ραπ, ένα επιδραστικό κομμάτι τους ακούει και χορεύει με «80s remix», που λες και προέρχονται από συρραφή τραγουδιών π.χ. της Σίντι Λόπερ και του Μάικλ Τζάκσον σε ξεθωριασμένες κασέτες. Η περίπτωσή τους μοιάζει σαν να προσπαθεί να μεταμφιεστεί η εποχή σε μια άλλη.

Αν, όμως, οι προηγούμενες γενιές έμειναν ξεκρέμαστες μέσα στις προσδοκίες και τις ψευδαισθήσεις τους μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι νεότερες αποπνέουν μια παιδική αθωότητα, αιωρούμενες στην αναβίωση ενός φαντασιακού παρελθόντος.

Κάποιοι παλιοί, εξαντλημένοι στην αναζήτηση της πιστοποίησης του αφηγήματος μιας αδιάκοπης προόδου που τους ξεπέρασε και δεν τους μοιράστηκε ισότιμα, ψάχνουν προστασία σαν μέσα σε παλαιοπωλείο αναπολήσεων. Αναζητούν υπόθαλψη στις αναμνήσεις μιας «χαρισάμενης» ζωής προτού πληγούν από την οικονομική κρίση και τη θανατηφόρα πανδημία.

Οι φουριόζοι και δυναμικοί νέοι δεν έχουν ανάγκη σε έναν ρευστό και ταραγμένο κόσμο από μια παρόμοια προσέγγιση στην εμμονική τους πλησμονή. Δεν τη γνώρισαν, ούτε τη χρειάζονται. Η επιδιωκόμενη απόδρασή τους από το μούδιασμα του online περιβάλλοντος δεν σχετίζεται με την αντικερί των παλαιότερων. Η επανάκτηση του αλλοτριωμένου εαυτού τους δεν συναρθρώνεται με τις δικές τους αναπολήσεις.

Δεν συναρμόζεται με ανακυκλωμένες εμπειρίες, ήδη επανεπεξεργασμένες σε δυσμενέστερες ιστορικές περιόδους. Τις έχει δοκιμάσει η ανθρωπότητα τις αποξενωτικές διαιρέσεις της κοινής γνώμης, τις διχαστικές πολιτικές πεποιθήσεις, τις βαθιές γενεακές διαφορές, την παροξυσμική φονταμενταλιστική τρομοκρατία. Πάλι τα ίδια;

Η απόλαυση, από μεριάς τους, της αξίας του vintage συνιστά αισθητικό γούστο. Οχι ενθύμηση ευημερίας. Ούτε πολιτισμική ταυτότητα. Αν εκκρεμεί κάτι στη συνειδητή απόκτηση της τελευταίας, είναι ότι η νοσταλγία δεν συγχέεται δεσμευτικά και  αναπόφευκτα με τη μνήμη. Το μικρό, πικρό μυστικό της εποχής είναι πως αποτελεί βιομηχανία.

Το παρελθόν παράγεται μαζικά, συσκευάζεται όμορφα και πωλείται εμπορικά σαν το πιο αστραφτερό καινούριο πράγμα. Σύμφωνα πάντα με τις κατά καιρούς τάσεις που έρχονται, παρέρχονται και συχνά επανέρχονται. Οι οποίες, ωστόσο, δεν προοιωνίζονται υποχρεωτικά το αύριο.

Κάπου ανάμεσά τους το μέλλον περιμένει στη γωνία. Λίγο αμήχανο, κάπως διστακτικό σαν συμμαζεμένος πελάτης που μπαίνει σε μαγαζί που δήθεν πουλάει ανθηρή και πρωτοπόρα εξέλιξη για να ανακαλύψει ότι διαθέτει μόνο μπαγιάτικο χθες. Διαθλασμένο, μοχθηρό, παραμορφωτικό, βίαιο, ληστρικό, απεχθές. Οπως βάναυσα το ορίζουν οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το μέλλον στέκεται μελαγχολικό στην πραμάτεια που προσφέρει ο σύγχρονος κόσμος. Αλλά παραμένει ως έννοια αταλάντευτο. Διατηρεί ανεξίτηλη την εδραιωμένη πεποίθηση ότι η ζωή ξεκινά στην άλλη πλευρά της απελπισίας που στρέφει εξουθενωμένη το βλέμμα σε προγενέστερες ονειροπολήσεις.

Οσοι τέλος πάντων εμπιστεύονται το μέλλον ως ανοιχτό πεδίο δυνατοτήτων και προσδοκιών, στρέφονται ορθολογικά στην ανθρώπινη παρέμβαση..Σε αυτήν που, εν μέσω αβεβαιότητας, κατέχει ανθεκτικά την ελάχιστη σιγουριά πως κάθε οπισθοχώρηση από την πρόοδο αποτελεί και κρίσιμο σημάδι ελπίδας για να επιστρέψει αισιόδοξο το βλέμμα των πολιτών προς τα επερχόμενα. Διόλου απαραιτήτως νοσηρά, ζοφερά και καταστροφικά για την ανθρώπινη μοίρα. 

Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr