Πώς ο Μαρσέλ Προυστ «πουλούσε» τον εαυτό του: Λάδωνε μέχρι και δημοσιογράφους!

Ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του κόσμου, ο Μαρσέλ Προυστ έφτασε στο σημείο ακόμη και να «λαδώσει» δημοσιογράφους για την προβολή του βιβλίου του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» - Πλήρωνε για καταχωρήσεις στις εφημερίδες ώστε να το μετατρέψει, έστω και τεχνηέντως, σε μπεστ-σέλερ

Πρόσφατα έ
να εξαιρετικά σπάνιο αντίτυπο του βιβλίου «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» πουλήθηκε σε δημοπρασία έναντι του αστρονομικού ποσού των 535.500 ευρώ. Ωστόσο, από την άποψη της ιστορίας της σύγχρονης λογοτεχνίας, το εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο του συγκεκριμένου τόμου (του πρώτου από το μνημειώδες έργο), είναι το πώς ο Μαρσέλ Προυστ, ένας από τους μεγαλύτερους μοντέρνους λογοτέχνες, προσπαθούσε να προωθήσει ο ίδιος το βιβλίο και τον εαυτό του. Χωρίς να φείδεται μέσων, ακόμη και κατάφωρα ανήθικων.
 
Μαζί με τον πρώτο τόμο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (τιτλοφορείται ως «Από την μεριά του Σουάν») βρέθηκαν οκτώ χειρόγραφα σημειώματα του Μαρσέλ Προυστ. Πρόκειται για επιστολές που απηύθυνε προς γνωστούς του δημοσιογράφους, στους οποίους πρόσφερε ακόμη και χρήματα προκειμένου να προωθήσουν στα ΜΜΕ της εποχής το βιβλίο του. Προκειμένου να διευκολύνει την γκρίζα διαφήμιση του έργου του, ο Προυστ έγραφε ο ίδιος διθυραμβικές κριτικές, χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως «είναι ένα μικρό αριστούργημα» ή, αναφερόμενος στον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο, σαν τον Ιούλιο Καίσαρα, έγραφε «ο τρόπος με τον οποίον ο κ. Προυστ αντικρύζει και συναισθάνεται τα πράγματα είναι απολύτως πρωτότυπος» κ.α.
 
Χωρίς να γνωρίζει ότι το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» θα αναγνωριζόταν στο μέλλον ως ένα έργο-σταθμός στην παγκόσμια λογοτεχνία, ο Μαρσέλ Προυστ διακατεχόταν από μέγιστη ανασφάλεια για την τύχη του βιβλίου του. Γι' αυτό και έφτασε να πληρώνει καταχωρήσεις στις εφημερίδες ώστε να το μετατρέψει, έστω και τεχνηέντως, σε μπεστ-σέλερ. Ο Προυστ πλήρωσε από την τσέπη του 2.000 σημερινά ευρώ (660 γαλλικά φράγκα το 1913) για μια αναφορά στο πρωτοσέλιδο της Journal des Debats, ενώ περίπου τα μισά κατέβαλε στην Le Figaro για τον ίδιο λόγο.
 
Παρόλ' αυτά, δεν έμεινε ικανοποιημένος από την καταχώρηση, καθώς η αρχισυνταξία της Le Figaro απάλειψε έναν υπερθετικό χαρακτηρισμό που είχε ο ίδιος περιλάβει στο κείμενο για το πόσο σπουδαίος συγγραφέας ήταν. Το παράδοξο στην περίπτωσή του, ήταν ότι ο Προυστ εναγωνίως επεδίωκε την καταξίωση, φτάνοντας ως τον χρηματισμό δημοσιογράφων, επειδή είχε πλήρη επίγνωση, τόσο της αξίας του, όσο και της δύναμης των ΜΜΕ. Θεωρούσε ότι, εάν οι εφημερίδες δεν τον προέβαλλαν όπως του άξιζε, το έργο του θα πήγαινε χαμένο.


 
Αυτό επισημαίνει ο Ζαν-Υβ Ταντί, ένας άνθρωπος που θεωρείται αυθεντία στον Μαρσέλ Προυστ και ο οποίος επιμελήθηκε την επανέκδοση του «Χαμένου χρόνου» το 1988. Ο Ταντί λέει ότι «ο Προυστ αντιλαμβανόταν, πριν από οποιονδήποτε άλλον συγγραφέα, το πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της δημοσιότητας και των σχέσεων με τα ΜΜΕ. Γι' αυτό και δεν λυπόταν το κόστος για να εξασφαλίσει ευμενή σχόλια από τους δημοσιογράφους, δεν ορρωδούσε ακόμη και προ της κατηγορίας ότι προσπαθεί να τους διαφθείρει συνειδητά».
 
Πιθανώς το άγχος του Μαρσέλ Προυστ να εξασφαλίσει την μεγαλύτερη και πιο αποτελεσματική προβολή υπέρ του, είχε να κάνει με τις απορρίψεις που είχε βιώσει προηγουμένως. Υποβάλλοντας το χειρόγραφο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» σε μια σειρά εκδοτών, ο Προυστ είχε λάβει μόνον αρνήσεις. Την έκδοση τελικά ανέλαβε ένας ελάσσων εκδοτικός οίκος στη Γαλλία, ο Maison Grasset. Πολύ γρήγορα όμως η πρωτοκλασάτη Gallimard εξασφάλισε τα δικαιώματα του έργου και έκανε τελικά τον Μαρσέλ Προυστ παγκοσμίως γνωστό. Ιδιαίτερα, δε, αφ' ότου στον συγγραφέα απονεμήθηκε το σπουδαίο λογοτεχνικό βραβείο Goncourt, το 1919.  


Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr