Ο Τραμπ έχασε, ο εμφύλιος της διαδοχής άρχισε: Οι προσωπικές φιλοδοξίες Ρούμπιο και Βανς, το πρόβλημα ηγεσίας στους Δημοκρατικούς, η περίπτωση Όσοφ
08.11.202619:08
Αποστολή: Γιάννης Χαραμίδης
Η συντριβή των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές πυροδότησε τη μάχη των επιγόνων, με Ρούμπιο και Βανς να επιχειρούν να λάβουν αποστάσεις από τον Λευκό Οίκο, για να διεκδικήσουν την προεδρία το 2028
Η εκλογική αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου άλλαξε σε μία νύχτα τους πολιτικούς συσχετισμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά οι συνέπειές της ξεπερνούν κατά πολύ την απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς.
Η επιστροφή των Δημοκρατικών στην πλειοψηφία τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας δημιουργεί ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον για τα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης - και με βάση το Αμερικανικό Σύνταγμα και τελευταίας-προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ. Παράλληλα, επιταχύνει διαδικασίες που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες θεωρούνταν περισσότερο αντικείμενο πολιτικής σεναριολογίας παρά άμεσες εξελίξεις.
Στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ανοίγει ουσιαστικά η συζήτηση για τη διαδοχή του Τραμπ, ενώ οι Δημοκρατικοί καλούνται να αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν μια μεγάλη εκλογική νίκη σε συνεκτικό σχέδιο εξουσίας με ορίζοντα τις προεδρικές εκλογές του 2028. Το μέγεθος της ήττας των Ρεπουμπλικανών είναι ενδεικτικό της αλλαγής που συντελέστηκε.
Οι Δημοκρατικοί κατέκτησαν επτά έδρες της Γερουσίας που βρίσκονταν σε ρεπουμπλικανικά χέρια, εξασφάλισαν την πλειοψηφία στη Βουλή και επικράτησαν σε πολιτείες όπου το κόμμα του Τραμπ διατηρούσε επί δεκαετίες ισχυρά πολιτικά ερείσματα.
Το Τέξας, το Κάνσας, η Αϊόβα και η Νότια Καρολίνα αποτέλεσαν χαρακτηριστικές περιπτώσεις μιας αναμέτρησης στην οποία η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για το κόστος ζωής, τις οικονομικές επιλογές του Λευκού Οίκου και τον πόλεμο με το Ιράν αποδείχθηκε ισχυρότερη από την κομματική τους ταύτιση.
Η σημαντικότερη μεταβολή καταγράφηκε σε κοινωνικές ομάδες που είχαν συμβάλει καθοριστικά στην επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2024. Ισπανόφωνοι ψηφοφόροι, νέοι, πολίτες χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση και τμήματα της εργατικής τάξης μετακινήθηκαν προς τους Δημοκρατικούς, αμφισβητώντας την ανθεκτικότητα της εκλογικής συμμαχίας πάνω στην οποία ο Τραμπ είχε οικοδομήσει τη δεύτερη προεδρική του νίκη.
Η απώλεια αυτών των ψηφοφόρων αποτελεί πολύ μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα από την ήττα μεμονωμένων υποψηφίων.
Ρεπουμπλικανοι: Ο Ρούμπιο, ο Βανς και η κληρονομιά του MAGA
Η συζήτηση για τις ευθύνες της εκλογικής ήττας έχει ήδη μεταφερθεί στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Ο Τραμπ εξακολουθεί να αποτελεί το ισχυρότερο πρόσωπο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ωστόσο για πρώτη φορά στη δεύτερη θητεία του η δυνατότητά του να εξασφαλίζει εκλογικές νίκες για τους υποψήφιους που επιλέγει τίθεται υπό σοβαρή αμφισβήτηση.
Η προσωπική του απήχηση δεν αποδείχθηκε μεταβιβάσιμη σε μια σειρά από κρίσιμες πολιτείες, ενώ η κυβερνητική πολιτική σε ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των Αμερικανών αποτέλεσε βασικό στοιχείο της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι πληροφορίες που κυκλοφορούν για πιθανή αποχώρηση του Μάρκο Ρούμπιο από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών αποκτούν ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Δημοσιογραφικές πληροφορίες, οι οποίες δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως, αναφέρουν ότι ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας εξετάζει το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει την κυβέρνηση προκειμένου να προετοιμάσει μια υποψηφιότητα για το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικανών το 2028.
Ο Λευκός Οίκος και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχουν απορρίψει κατηγορηματικά τα σχετικά δημοσιεύματα. Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται στο γεγονός ότι μια τέτοια συζήτηση διεξάγεται πλέον αμέσως μετά την εκλογική συντριβή του κυβερνώντος κόμματος.
Ο Ρούμπιο διαθέτει χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από τα περισσότερα στελέχη της σημερινής ρεπουμπλικανικής ηγεσίας. Η μακρά παρουσία του στη Γερουσία, η εμπειρία του στην εξωτερική πολιτική και η σημερινή του θέση στο κέντρο του μηχανισμού εθνικής ασφάλειας του προσφέρουν ένα πολιτικό προφίλ που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη σχέση του με τον Τραμπ.
Ταυτόχρονα, η συμμετοχή του στην κυβέρνηση τον συνδέει με τις επιλογές που τιμωρήθηκαν στις κάλπες, κυρίως με τον πόλεμο στο Ιράν. Μια ενδεχόμενη αποχώρησή του θα μπορούσε να του επιτρέψει να αποκτήσει μεγαλύτερη πολιτική αυτονομία, χωρίς όμως να διαγράψει τη συμμετοχή του στις αποφάσεις της σημερινής διοίκησης.
Απέναντί του βρίσκεται ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές αντιμετωπιζόταν ως ο επικρατέστερος πολιτικός κληρονόμος του Τραμπ. Ο Βανς διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με τη λαϊκή βάση του MAGA, εκφράζει τον εθνικιστικό και οικονομικά προστατευτικό χαρακτήρα του κινήματος και έχει επενδύσει πολιτικά στην αντίθεση προς τις παραδοσιακές επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Η εκλογική ήττα, ωστόσο, ανατρέπει τις ισορροπίες. Ο αντιπρόεδρος καλείται πλέον να εξηγήσει γιατί μια κυβέρνηση την οποία υπερασπίστηκε έχασε την υποστήριξη εκατομμυρίων ψηφοφόρων.
Η αντίδρασή του υπήρξε ήδη αποκαλυπτική. Με δημόσια παρέμβασή του μετά τις εκλογές, ο Βανς συνέδεσε την ήττα με τον πόλεμο στο Ιράν, την ακρίβεια και την απομάκρυνση της κυβέρνησης από την αρχή «Πρώτα η Αμερική». Η τοποθέτησή του συνιστά μια προσεκτική αλλά σαφή διαφοροποίηση από την πολιτική του Λευκού Οίκου.
Επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως εκφραστή των ψηφοφόρων που απογοητεύτηκαν από την κυβέρνηση, παρότι παραμένει αντιπρόεδρός της. Δεν πρόκειται για ανοιχτή ρήξη με τον Τραμπ, αλλά για μια πρώτη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του MAGA εν όψει του 2028.
Ο πόλεμος στο Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης. Η παραδοσιακή πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την αμερικανική στρατιωτική ισχύ και την υποστήριξη προς το Ισραήλ ως κεντρικά στοιχεία της στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Αντίθετα, ένα σημαντικό τμήμα του κινήματος MAGA θεωρεί ότι η εμπλοκή σε νέες συγκρούσεις στο εξωτερικό αντιβαίνει στις αρχικές δεσμεύσεις του Τραμπ.
Ο Βανς επιχειρεί να εκφράσει τη δεύτερη κατεύθυνση, ενώ ο Ρούμπιο συνδέεται περισσότερο με την πρώτη, έστω και αν οι θέσεις του έχουν προσαρμοστεί στην πολιτική πραγματικότητα της κυβέρνησης Τραμπ.
Η πιθανή μεταξύ τους αντιπαράθεση έχει επομένως χαρακτηριστικά ευρύτερης ιδεολογικής σύγκρουσης. Το ερώτημα που θα απασχολήσει τους Ρεπουμπλικανούς δεν είναι μόνο ποιος θα διαδεχθεί τον σημερινό πρόεδρο, αλλά ποια στοιχεία της πολιτικής του θα επιβιώσουν μετά την αποχώρησή του.
Θα επιλέξουν μια συνέχιση του MAGA με μεγαλύτερη έμφαση στον οικονομικό εθνικισμό και τον περιορισμό των στρατιωτικών επεμβάσεων ή μια επιστροφή σε πιο παραδοσιακές συντηρητικές θέσεις, διατηρώντας όμως τη σκληρή γραμμή στη μετανάστευση και την εσωτερική πολιτική;
Η μέχρι σήμερα στάση του Τραμπ περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει χρίσει επίσημο διάδοχο, ενώ οι δημόσιες τοποθετήσεις του αφήνουν περιθώρια για περισσότερες από μία υποψηφιότητες.
Ο ίδιος γνωρίζει ότι η πολιτική του επιρροή μέσα στο κόμμα συνδέεται και με τη δυνατότητα να καθορίσει ποιος θα ηγηθεί της επόμενης μέρας. Για τον Ρούμπιο και τον Βανς, η μεγαλύτερη δυσκολία θα είναι να διατηρήσουν την υποστήριξη της ρεπουμπλικανικής βάσης χωρίς να ταυτιστούν πλήρως με τις κυβερνητικές επιλογές που οδήγησαν στην ήττα.
Τζέι Ντι Βανς και Μάρκο Ρούμπιο φιλοδοξούν να είναι οι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικανών στις προεδρικές εκλογές του 2028. Η προσπάθειά τους πλέον είναι να μην υπάρξει ταύτισή τους με την πολιτική που άσκησε ο Ντόναλντ Τραμπ
Δημοκρατικοί: Αναζητείται ηγέτης και πρόγραμμα
Στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών η εικόνα είναι σχεδόν αντίστροφη. Το κόμμα που πριν από δύο χρόνια είχε υποστεί μια οδυνηρή προεδρική ήττα επέστρεψε με εντυπωσιακό τρόπο, κατακτώντας και τα δύο σώματα του Κογκρέσου. Ωστόσο, η επιτυχία αυτή δεν συνοδεύεται από την ανάδειξη ενός αδιαμφισβήτητου ηγέτη ούτε από την επικράτηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής.
Αντίθετα, το εύρος της νίκης επιτρέπει σε διαφορετικές πτέρυγες του κόμματος να διεκδικούν την πολιτική της ερμηνεία. Οι μετριοπαθείς υποστηρίζουν ότι η επιτυχία προήλθε από την προσέλκυση κεντρώων και ανεξάρτητων ψηφοφόρων, ενώ η προοδευτική πτέρυγα θεωρεί ότι η εκλογική αναμέτρηση απέδειξε πως ακόμη και ριζοσπαστικές προτάσεις μπορούν να συγκεντρώσουν πλειοψηφίες σε πολιτείες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν δύσκολες για τους Δημοκρατικούς.
Το κεντρικό ερώτημα είναι κατά πόσο το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελεί επιδοκιμασία της πολιτικής πρότασης των Δημοκρατικών ή αποδοκιμασία της κυβέρνησης Τραμπ. Η διαφορά έχει καθοριστική σημασία για τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Η δυσαρέσκεια απέναντι στον σημερινό πρόεδρο κατάφερε να συσπειρώσει ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες, αλλά δεν εξασφαλίζει αυτομάτως ότι αυτές θα παραμείνουν στο ίδιο στρατόπεδο όταν οι ψηφοφόροι κληθούν να επιλέξουν τον επόμενο ένοικο του Λευκού Οίκου. Οι Δημοκρατικοί έχουν πλέον μπροστά τους δύο χρόνια για να προσδιορίσουν αν θα επιχειρήσουν να αποκαταστήσουν μια ευρύτερη κεντρώα συμμαχία ή θα επενδύσουν σε ένα περισσότερο συγκρουσιακό, οικονομικά προοδευτικό πρόγραμμα.
Η περίπτωση Οσοφ
Στην πρώτη γραμμή αυτής της συζήτησης βρίσκεται πλέον ο 39χρονος γερουσιαστής της Τζόρτζια, Τζον Οσοφ. Η άνετη επανεκλογή του, με ποσοστό που πλησίασε το 59%, σε μια πολιτεία την οποία ο Τραμπ είχε κερδίσει το 2024, τον μετατρέπει σε ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα πρόσωπα της νέας γενιάς των Δημοκρατικών.
Η επικράτησή του απέναντι στον υποψήφιο που υποστήριξε ο Αμερικανός πρόεδρος αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή επιτεύχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων.
Ο Οσοφ εκπροσωπεί μια διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με αρκετά από τα γνωστότερα στελέχη της δημοκρατικής ηγεσίας. Δεν έχει οικοδομήσει την πολιτική του παρουσία πάνω σε μια αυστηρά καθορισμένη ιδεολογική ταυτότητα. Επενδύει περισσότερο στην καταγγελία της διαφθοράς, στην κριτική απέναντι στις μεγάλες επιχειρήσεις και στα οικονομικά συμφέροντα που επηρεάζουν την πολιτική ζωή, καθώς και στην ανάδειξη των καθημερινών προβλημάτων των Αμερικανών.
O γερουσιαστής Τζον Οσοφ αντιπροσωπεύει τη νέα γενιά των Δημοκρατικών
Κατά την προεκλογική του εκστρατεία κατάφερε να συνδέσει τις καταγγελίες για τη διαφθορά με το αυξημένο κόστος ζωής, τις δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης και τις συνέπειες των δασμών. Το επιχείρημά του ήταν ότι οι οικονομικές δυσκολίες των πολιτών συνδέονται με ένα πολιτικό σύστημα το οποίο λειτουργεί προς όφελος των ισχυρότερων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνεί με τους ψηφοφόρους. Ο Οσοφ αξιοποίησε συστηματικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις σύντομες παρεμβάσεις και τις τηλεοπτικά ισχυρές αντιπαραθέσεις στη Γερουσία, αποκτώντας αναγνωρισιμότητα πολύ πέρα από τα όρια της Τζόρτζια.
Η ικανότητά του να ασκεί επιθετική κριτική στον Τραμπ, χωρίς να υιοθετεί διαρκώς έναν υψηλότονο ή καταγγελτικό λόγο, θεωρείται από τμήμα των Δημοκρατικών σημαντικό πλεονέκτημα. Πρόκειται για έναν πολιτικό που μπορεί να απευθύνεται στο προοδευτικό ακροατήριο, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα προσέγγισης μετριοπαθών ψηφοφόρων.
Η πιθανή προεδρική του υποψηφιότητα παραμένει, πάντως, αντικείμενο εκτιμήσεων. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι δεν ενδιαφέρεται να διεκδικήσει την προεδρία το 2028 και ότι προτεραιότητά του είναι η θητεία του στη Γερουσία. Επιπλέον, δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί σε μια πανεθνική προεκλογική εκστρατεία, ενώ οι πολιτικές του θέσεις δεν συγκροτούν προς το παρόν ένα πλήρως αναπτυγμένο προεδρικό πρόγραμμα.
Η εκλογική του επιτυχία, ωστόσο, δίνει στους Δημοκρατικούς ένα παράδειγμα του πώς μπορούν να συνδυάσουν τη νεανική εικόνα, την αποτελεσματική πολιτική επικοινωνία και μια οικονομική ατζέντα με ευρύτερη κοινωνική απήχηση.
Η νίκη του Ελ Σαγέντ
Αν ο Οσοφ αποτελεί μια πιθανή απάντηση στην αναζήτηση νέου πολιτικού προσώπου, η νίκη του Αμπντούλ Ελ Σαγέντ στο Μίσιγκαν αναμένεται να προκαλέσει μια πολύ πιο έντονη συζήτηση για την ιδεολογική κατεύθυνση του κόμματος των Δημοκρατικών.
Ο Ελ Σαγιέντ επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Μάικ Ρότζερς με διαφορά περίπου επτά ποσοστιαίων μονάδων, κατακτώντας μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική έδρα και γράφοντας ιστορία ως ο πρώτος μουσουλμάνος που εκλέγεται στη Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η σημασία της επικράτησής του δεν περιορίζεται στον ιστορικό της χαρακτήρα. Ο Ελ Σαγέντ εξελέγη με μια προεκλογική πλατφόρμα που περιλάμβανε καθολική δημόσια υγειονομική κάλυψη, περιορισμό της επιρροής του ιδιωτικού χρήματος στην πολιτική και σαφώς επικριτικές θέσεις απέναντι στην πολιτική του Ισραήλ.
Οι επιλογές αυτές είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό των Δημοκρατικών, με την εκστρατεία του να μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στην παραδοσιακή κομματική ηγεσία και στη ριζοσπαστική πτέρυγα.
Η υποστήριξη που του παρείχαν ο Μπέρνι Σάντερς και η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ ήταν καθοριστικό στοιχείο της προεκλογικής του παρουσίας.
Ο Σάντερς αντιμετώπισε την υποψηφιότητά του ως ευκαιρία να ενισχύσει το πολιτικό ρεύμα που ο ίδιος διαμόρφωσε μέσα από τις προεδρικές εκστρατείες του 2016 και του 2020, ενώ η Οκάσιο-Κορτέζ επένδυσε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στην προσπάθεια να αποδείξει ότι η προοδευτική Αριστερά μπορεί να κερδίζει και εκτός των παραδοσιακών δημοκρατικών προπυργίων.
Η αριστερή πτέρυγα, όπου ηγούνται ο Μπέρνι Σάντερς και η Αλεξάντρια Οκάσιο- Κορτέζ, έχει κερδίσει έδαφος
Η εκλογή του Ελ Σαγέντ προσφέρει πλέον σε αυτή την πτέρυγα ένα ισχυρό επιχείρημα απέναντι σε όσους θεωρούν ότι οι ριζοσπαστικές προτάσεις περιορίζουν την εκλογική επιρροή του κόμματος.
Η αναμέτρηση στο Μίσιγκαν αποκάλυψε, επίσης, το βάθος των εσωτερικών διαφορών. Η προκριματική διαδικασία συνοδεύτηκε από ιδιαίτερα υψηλές δαπάνες εξωτερικών πολιτικών οργανώσεων, ενώ η αντιπαράθεση για το Ισραήλ, τη Γάζα και την επιρροή του φιλοϊσραηλινού λόμπι οδήγησε σε σοβαρές συγκρούσεις.
Η νίκη του Ελ Σαγιέντ δεν εξαφανίζει αυτές τις διαφορές. Αντίθετα, ενδέχεται να τις μεταφέρει στο επίπεδο της εθνικής ηγεσίας των Δημοκρατικών, καθώς η προοδευτική πτέρυγα θα διεκδικήσει πλέον μεγαλύτερο λόγο στον καθορισμό της πολιτικής για την υγειονομική περίθαλψη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Σάντερς και Οκάσιο-Κορτέζ: Μάχη για την πολιτική φυσιογνωμία
Η νέα δυναμική της προοδευτικής πτέρυγας δημιουργεί ένα πρόσθετο δίλημμα για τους Δημοκρατικούς. Ο Σάντερς, παρά την ηλικία του, διατηρεί σημαντική πολιτική επιρροή, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων ψηφοφόρων και όσων θεωρούν ότι το κόμμα έχει απομακρυνθεί από τις ανάγκες της εργατικής και μεσαίας τάξης.
Η Οκάσιο-Κορτέζ, από την άλλη πλευρά, έχει αναδειχθεί σε ένα από τα περισσότερο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της αμερικανικής προοδευτικής Αριστεράς και θεωρείται πιθανή υποψήφια για την προεδρία το 2028. Η πολιτική τους συνεργασία με τον Ελ Σαγέντ δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια νέα γενιά στελεχών που θα επιχειρήσει να μετατρέψει τη ριζοσπαστική κοινωνική ατζέντα σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα.
Οι διαφωνίες με τη μετριοπαθή πτέρυγα αφορούν τόσο την οικονομία όσο και τον τρόπο άσκησης της αντιπολίτευσης. Οι προοδευτικοί ζητούν ευρύτερη κρατική παρέμβαση στην Υγεία και την οικονομία, μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση των υψηλών εισοδημάτων και αποφασιστικότερη σύγκρουση με τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Παράλληλα, ασκούν κριτική στην παραδοσιακή εξωτερική πολιτική των Δημοκρατικών, ιδιαίτερα στο ζήτημα της αμερικανικής υποστήριξης προς το Ισραήλ. Για τους μετριοπαθείς, μια τέτοια μετατόπιση ενδέχεται να αποξενώσει ψηφοφόρους του πολιτικού κέντρου. Για την Αριστερά, αντίθετα, η προσπάθεια διατήρησης ενός ασαφούς κεντρώου προφίλ αποτελεί μέρος του προβλήματος που οδήγησε το κόμμα στην ήττα του 2024.
Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν επιτρέπει ακόμη σε καμία από τις δύο πλευρές να εμφανιστεί ως ο αποκλειστικός εκφραστής της επιτυχίας. Στο Μίσιγκαν επικράτησε ο Ελ Σαγέντ με ένα ξεκάθαρα προοδευτικό πρόγραμμα. Στο Τέξας, ωστόσο, ο Τζέιμς Ταλαρίκο πέτυχε μια ιστορική νίκη με διαφορετικό πολιτικό ύφος και μεγαλύτερη έμφαση στη θρησκευτική του πίστη και σε ένα μήνυμα κοινωνικής συνεννόησης.
Στην Πενσιλβάνια, ο Τζος Σαπίρο επικράτησε με μεγάλη διαφορά προβάλλοντας την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησής του. Η συνύπαρξη αυτών των επιτυχιών καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να εξαχθεί ένα ενιαίο συμπέρασμα για το πολιτικό μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουν οι Δημοκρατικοί.
Το πρόβλημα του 2028
Η μεγάλη εκλογική νίκη δημιουργεί, παραδόξως, έναν πρόσθετο κίνδυνο για τους Δημοκρατικούς. Η απουσία ενός προσώπου που θα μπορούσε σήμερα να επιβληθεί ως αδιαμφισβήτητος υποψήφιος για τον Λευκό Οίκο σημαίνει ότι η προκριματική διαδικασία του 2028 ενδέχεται να εξελιχθεί σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αναμέτρηση.
Πέρα από τον Οσοφ και την Οκάσιο-Κορτέζ, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ, ο κυβερνήτης της Πενσιλβάνια Τζος Σαπίρο, ο Πιτ Μπούτιτζετζ και άλλα στελέχη εμφανίζονται ήδη στη συζήτηση για την επόμενη προεδρική υποψηφιότητα. Κανείς, ωστόσο, δεν έχει εξασφαλίσει την πολιτική πρωτοκαθεδρία.
Οι Δημοκρατικοί καλούνται επιπλέον να αποφασίσουν πώς θα χρησιμοποιήσουν την κοινοβουλευτική τους ισχύ από τον Ιανουάριο του 2027. Η δυνατότητα διεξαγωγής ερευνών για κυβερνητικές αποφάσεις, ελέγχου της ομοσπονδιακής διοίκησης και παρεμπόδισης των νομοθετικών πρωτοβουλιών του Τραμπ αποτελεί σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα.
Η επιλογή μιας στρατηγικής που θα επικεντρώνεται αποκλειστικά στη σύγκρουση με τον πρόεδρο, ωστόσο, ενδέχεται να περιορίσει την προσπάθεια διαμόρφωσης μιας θετικής πολιτικής πρότασης. Αντίστοιχα, η απόπειρα προώθησης ενός εκτεταμένου προοδευτικού προγράμματος θα συναντήσει τόσο τις εσωκομματικές διαφωνίες όσο και τη δυνατότητα του Τραμπ να ασκεί προεδρικό βέτο.
Η περίπτωση του Οσοφ αποκτά σε αυτό το σημείο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η επιτυχία του υποδεικνύει ότι οι Δημοκρατικοί μπορούν να διαμορφώσουν ένα επιθετικό πολιτικό μήνυμα απέναντι στον Τραμπ, συνδέοντάς το με την οικονομική ανασφάλεια των πολιτών χωρίς να υιοθετούν υποχρεωτικά το σύνολο της ριζοσπαστικής ατζέντας.
Η περίπτωση του Ελ Σαγέντ, αντίθετα, αποδεικνύει ότι ακόμη και οι πιο προοδευτικές υποψηφιότητες μπορούν να συγκεντρώνουν ευρύτερη υποστήριξη όταν συνοδεύονται από σαφές κοινωνικό πρόγραμμα. Το κατά πόσο αυτές οι δύο προσεγγίσεις μπορούν να συνυπάρξουν σε ένα κοινό προεδρικό σχέδιο αποτελεί το μεγαλύτερο στοίχημα του κόμματος.
Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 αφήνουν, τελικά, τα δύο μεγάλα αμερικανικά κόμματα αντιμέτωπα με διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προβλήματος. Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν έναν πανίσχυρο ηγέτη, αλλά δεν γνωρίζουν ποια πολιτική κατεύθυνση θα ακολουθήσουν μετά την αποχώρησή του.
Οι Δημοκρατικοί έχουν αποκτήσει την κοινοβουλευτική ισχύ που τους έλειπε, αλλά εξακολουθούν να αναζητούν το πρόσωπο και την πολιτική πρόταση που θα τους οδηγήσει στην επόμενη προεδρική αναμέτρηση.
Στην Ουάσινγκτον, η συζήτηση για το 2028 έχει ήδη ξεκινήσει, σχεδόν δύο χρόνια πριν από τις επόμενες προεδρικές κάλπες. Η ήττα των Ρεπουμπλικανών ανοίγει μια δύσκολη διαδικασία αποτίμησης της κληρονομιάς του Τραμπ.
Η νίκη των Δημοκρατικών, από την άλλη πλευρά, επαναφέρει στο προσκήνιο μια σύγκρουση για την πολιτική φυσιογνωμία τους που ουδέποτε επιλύθηκε. Οι επιλογές που θα γίνουν τους επόμενους μήνες θα καθορίσουν όχι μόνο τα πρόσωπα που θα διεκδικήσουν τον Λευκό Οίκο, αλλά και τον χαρακτήρα της αμερικανικής πολιτικής μετά το τέλος της δεύτερης προεδρίας Τραμπ.