Εκλογές-«δημοψήφισμα» στις ΗΠΑ: Ο Τραμπ μετρά τα εκατομμύρια των χορηγών, οι Δημοκρατικοί τα κουκιά και οι ψηφοφόροι πόσα πληρώνουν για τρόφιμα και βενζίνη
24.10.2026
22:00
Το αποτέλεσμα της κάλπης της 3ης Νοεμβρίου θα κρίνει αν οι Ρεπουμπλικάνοι θα διατηρήσουν τον ισχνό έλεγχό τους σε Βουλή και Γερουσία ή εάν οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν την απαραίτητη πλειοψηφία, ώστε ν' αμφισβητήσουν την ατζέντα της κυβέρνησης
Πολιτική είναι η τέχνη να ξέρεις να μετράς, έλεγε ο παλιός Αμερικανός πρόεδρος Λίντον Τζόνσον. Το ρητό ερμηνεύεται σαν προτροπή σε κάθε πολιτικό να ζυγίζει τις κουβέντες του στις προεκλογικές εκδηλώσεις. Να λογαριάζει τις τιμές σε σούπερ μάρκετ και βενζινάδικα. Να προσμετρά, ίσως, τις οικονομικές ενισχύσεις του. Κυρίως, όμως, να υπολογίζει με ακρίβεια τα ψηφοδέλτια στις κάλπες. Απομένουν λίγες ημέρες για να επιβεβαιωθεί το ειδικό βάρος αυτής της αριθμητικής στο πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ.
Την Τρίτη 3 Νοεμβρίου διεξάγονται οι ενδιάμεσες εκλογές. Σε αυτές οι ψηφοφόροι καλούνται να εκλέξουν το σύνολο της Βουλής των Αντιπροσώπων, το ένα τρίτο της Γερουσίας, καθώς και κυβερνήτες, γενικούς εισαγγελείς και λοιπούς τοπικούς αξιωματούχους σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ.
Το στοίχημα είναι ανοικτό, επικεντρωμένο στην αναμέτρηση για το Κογκρέσο. Το αποτέλεσμα θα κρίνει καθοριστικά αν οι Ρεπουμπλικάνοι θα διατηρήσουν τον ισχνό έλεγχό τους σε Βουλή και Γερουσία ή εάν οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν την απαραίτητη πλειοψηφία σε αυτές, προκειμένου να αμφισβητήσουν την ατζέντα της σημερινής κυβέρνησης. Κάπως έτσι, η τύχη μιας ολόκληρης νομοθετικής περιόδου μπορεί να εξαρτηθεί από μια χούφτα περιφέρειες, από μερικές χιλιάδες ψήφους, από ένα διαφημιστικό προεκλογικό σλόγκαν που στόχευσε σωστά, από ένα τηλεφώνημα που απαντήθηκε καλοπροαίρετα σε έναν πειστικό εθελοντή κάποιου υποψηφίου για ένα αξίωμα.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, στην τελευταία ευθεία της προεκλογικής εκστρατείας, έχει πάρει προσωπικά, ζεστά, πατριωτικά που λένε, την υπόθεση στα δικά του χέρια. Παρότι 80άρης, υπέρβαρος και με ιστορικά χαμηλή δημοτικότητα, έχει τα κότσια να βρίσκεται στο επίκεντρο της καμπάνιας του κόμματός του. Προσωποποιεί τις εκλογές, διοργανώνει και εμφανίζεται ως ο ακατάβλητος κεντρικός ομιλητής σε φαντασμαγορικές προεκλογικές συγκεντρώσεις στη Φλόριντα, στην Αϊόβα, στο Μίσιγκαν και το Τέξας.
Με ηχητική υπόκρουση τους παιάνες «Nothing Compares 2 U» της Σίνεντ Ο’ Κόνορ και «The Winner Takes It All» των ABBA, που συμβολίζουν το ακαταμάχητο μεγαλείο του, δίνει πολύωρες ρητορικές, συχνά παραληρηματικές παραστάσεις. Ενθαρρύνει τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν σαν να συμμετέχει ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο. Υπόσχεται εξωφρενικά 5.000 δολάρια επιδότηση σε κάθε Αμερικανό ενήλικα εάν κερδίσει το κόμμα του. Μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να κοστίσει περισσότερα από 1 τρισ. Δολάρια, σε μια εποχή που το έθνος αντιμετωπίζει ρεκόρ χρέους, ύψους 40 τρισεκατομμυρίων. Θα μου πείτε ότι αυτά είναι μικρολεπτομέρειες μπροστά στη μεγάλη μάχη που αδάμαστος δίνει.
Παραδοσιακά, άλλωστε, οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν δημοψηφισματικό χαρακτήρα και αποτελούν την πρώτη μεγάλη δοκιμασία για τον εκλεγμένο πρόεδρο στο ενδιάμεσο της θητείας του. Ιστορικά, εδώ και ένα σχεδόν αιώνα, από το 1934 και μέχρι σήμερα, κατάφεραν να κερδίσουν τη συγκεκριμένη αναμέτρηση και στα δύο Σώματα του Κογκρέσου μόλις δύο πρόεδροι.
Ο Φράνκλιν Ρούσβελτ εν μέσω της χειρότερης οικονομικής κρίσης του 20ού αιώνα και ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, ύστερα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους. Με τη σειρά του ο Τραμπ, που αδιάλλακτα αρνείται να αποδεχτεί οποιαδήποτε ήττα, επιθυμεί σφόδρα να καταχωριστεί στα αμερικανικά ιστορικά κιτάπια ως ο τρίτος θριαμβευτής. Πράγμα όχι και τόσο απίθανο. Δεν θα είναι η πρώτη φορά, άλλωστε, που ο ίδιος και το κόμμα του θα ξεπεράσουν τις δημοσκοπήσεις
Παρότι τα πρόσφατα δημοσκοπικά ευρήματα δεν είναι και τόσο ευοίωνα για το κόμμα του και τον ίδιο, ο Ντόναλντ Τραμπ διαθέτει ισχυρά ατού στο μανίκι. Εχει το κύρος του ενοίκου του Λευκού Οίκου, την κυριαρχία στους Ρεπουμπλικάνους ψηφοφόρους, την επιρροή στους φανατικούς οπαδούς του κινήματος MAGA, την απήχηση στους συντηρητικούς λευκούς ευαγγελιστές και την επιδεκτικότητα στο αντιμεταναστευτικό ρεύμα των Νότιων συνοριακών πολιτειών. Κουβάλησε ακόμη ως αβαντάζ στις απρόβλεπτες πολιτικές αποσκευές του τη σαρωτική προεδρική επανεκλογή του πριν από δύο μόλις χρόνια και, φυσικά, το τεράστιο οικονομικό του πλεονέκτημα. Οχι το δικό του, του κόμματός του.
Στα τέλη Αυγούστου, η Ρεπουμπλικανική Εθνική Επιτροπή και οι συμμαχικές ομάδες της είχαν περισσότερα από 600 εκατ. δολάρια μετρητά στο ταμείο για την προεκλογική εκστρατεία, ενώ οι Δημοκρατικοί με το ζόρι είχαν μαζέψει λιγότερα από 400 εκατομμύρια. Το προς διάθεση χρήμα δεν είναι διόλου αμελητέο στις σκληρές προεκλογικές καμπάνιες.
Εχει την ικανότητα να αγοράζει επανάληψη, παρουσία, διάρκεια. Από τη στιγμή που ο Ιλον Μασκ συνεισέφερε, σύμφωνα με τα αρχεία χρηματοδότησης της προεκλογικής εκστρατείας, περίπου 158 εκατ. δολάρια για να υποστηρίξει τους Ρεπουμπλικάνους -στα οποία προστέθηκαν δωρεές εκατοντάδων επιπλέον εκατομμυρίων από τους δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες Τίμοθι Μέλον, Στίβεν Σουόρτσμαν, Τζο Ρίκετς και Στίβεν Γουίν-, οι δαπάνες του κόμματος εκτοξεύτηκαν στη στρατόσφαιρα. Οι εισφορές αυτές ανεβάζουν σχεδόν στα 2 δισ. δολάρια το συνολικό ποσό που έχουν συγκεντρώσει οι Ρεπουμπλικάνοι. Αριθμός που υπερβαίνει κατά πολύ τα 1,2 δισ. δολάρια που έχουν συγκεντρώσει οι Δημοκρατικοί. Με τέτοιο πακτωλό χρημάτων, αναμενόμενα εξακοντίστηκαν τα συνολικά έξοδα των δύο κομμάτων στο Διάστημα, σαν τους πυραύλους της αεροδιαστημικής εταιρεία SpaceX, ιδιοκτησίας του Μασκ. Μέχρι τις 12 Οκτωβρίου, ένα ρεκόρ 3,8 δισ. δολαρίων είχε δαπανηθεί σε πολιτικές διαφημίσεις που έχουν προβληθεί. Και έχει ακόμη περιθώριο το ποσό να αυξηθεί. Οι μεγαλύτερες δαπάνες αφορούν τις εκλογικά αμφίρροπες πολιτείες Τέξας, Οχάιο, Μίσιγκαν.
Ο σκόπελος για να διαβεί αλώβητος ο Τραμπ την επερχόμενη εκλογική περιπέτεια είναι οι ζορισμένοι πολίτες. Τι να κάνουμε; Υπάρχουν κι αυτοί στη Δημοκρατία. Σε ένα πολίτευμα που για να λειτουργήσει χρειάζεται την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Για να κερδηθεί, ωστόσο, μια εκλογή, αρκεί συχνά να αξιοποιηθεί η δυσπιστία τους. Εξάλλου, η ψήφος δεν είναι υποχρεωτικά μια δήλωση αγάπης προς τον ηγέτη, όπως ενδεχομένως φαντασιώνεται το πιστό περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου. Μπορεί να είναι τιμωρία, αγανάκτηση, θυμός. Σε αυτό το σημείο σκαλώνει το προεκλογικό επιτελείο των Ρεπουμπλικάνων.
Την Τρίτη 3 Νοεμβρίου διεξάγονται οι ενδιάμεσες εκλογές. Σε αυτές οι ψηφοφόροι καλούνται να εκλέξουν το σύνολο της Βουλής των Αντιπροσώπων, το ένα τρίτο της Γερουσίας, καθώς και κυβερνήτες, γενικούς εισαγγελείς και λοιπούς τοπικούς αξιωματούχους σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ.
Το στοίχημα είναι ανοικτό, επικεντρωμένο στην αναμέτρηση για το Κογκρέσο. Το αποτέλεσμα θα κρίνει καθοριστικά αν οι Ρεπουμπλικάνοι θα διατηρήσουν τον ισχνό έλεγχό τους σε Βουλή και Γερουσία ή εάν οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν την απαραίτητη πλειοψηφία σε αυτές, προκειμένου να αμφισβητήσουν την ατζέντα της σημερινής κυβέρνησης. Κάπως έτσι, η τύχη μιας ολόκληρης νομοθετικής περιόδου μπορεί να εξαρτηθεί από μια χούφτα περιφέρειες, από μερικές χιλιάδες ψήφους, από ένα διαφημιστικό προεκλογικό σλόγκαν που στόχευσε σωστά, από ένα τηλεφώνημα που απαντήθηκε καλοπροαίρετα σε έναν πειστικό εθελοντή κάποιου υποψηφίου για ένα αξίωμα.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, στην τελευταία ευθεία της προεκλογικής εκστρατείας, έχει πάρει προσωπικά, ζεστά, πατριωτικά που λένε, την υπόθεση στα δικά του χέρια. Παρότι 80άρης, υπέρβαρος και με ιστορικά χαμηλή δημοτικότητα, έχει τα κότσια να βρίσκεται στο επίκεντρο της καμπάνιας του κόμματός του. Προσωποποιεί τις εκλογές, διοργανώνει και εμφανίζεται ως ο ακατάβλητος κεντρικός ομιλητής σε φαντασμαγορικές προεκλογικές συγκεντρώσεις στη Φλόριντα, στην Αϊόβα, στο Μίσιγκαν και το Τέξας.
Με ηχητική υπόκρουση τους παιάνες «Nothing Compares 2 U» της Σίνεντ Ο’ Κόνορ και «The Winner Takes It All» των ABBA, που συμβολίζουν το ακαταμάχητο μεγαλείο του, δίνει πολύωρες ρητορικές, συχνά παραληρηματικές παραστάσεις. Ενθαρρύνει τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν σαν να συμμετέχει ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο. Υπόσχεται εξωφρενικά 5.000 δολάρια επιδότηση σε κάθε Αμερικανό ενήλικα εάν κερδίσει το κόμμα του. Μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να κοστίσει περισσότερα από 1 τρισ. Δολάρια, σε μια εποχή που το έθνος αντιμετωπίζει ρεκόρ χρέους, ύψους 40 τρισεκατομμυρίων. Θα μου πείτε ότι αυτά είναι μικρολεπτομέρειες μπροστά στη μεγάλη μάχη που αδάμαστος δίνει.
Παραδοσιακά, άλλωστε, οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν δημοψηφισματικό χαρακτήρα και αποτελούν την πρώτη μεγάλη δοκιμασία για τον εκλεγμένο πρόεδρο στο ενδιάμεσο της θητείας του. Ιστορικά, εδώ και ένα σχεδόν αιώνα, από το 1934 και μέχρι σήμερα, κατάφεραν να κερδίσουν τη συγκεκριμένη αναμέτρηση και στα δύο Σώματα του Κογκρέσου μόλις δύο πρόεδροι.
Ο Φράνκλιν Ρούσβελτ εν μέσω της χειρότερης οικονομικής κρίσης του 20ού αιώνα και ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, ύστερα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους. Με τη σειρά του ο Τραμπ, που αδιάλλακτα αρνείται να αποδεχτεί οποιαδήποτε ήττα, επιθυμεί σφόδρα να καταχωριστεί στα αμερικανικά ιστορικά κιτάπια ως ο τρίτος θριαμβευτής. Πράγμα όχι και τόσο απίθανο. Δεν θα είναι η πρώτη φορά, άλλωστε, που ο ίδιος και το κόμμα του θα ξεπεράσουν τις δημοσκοπήσεις
Παρότι τα πρόσφατα δημοσκοπικά ευρήματα δεν είναι και τόσο ευοίωνα για το κόμμα του και τον ίδιο, ο Ντόναλντ Τραμπ διαθέτει ισχυρά ατού στο μανίκι. Εχει το κύρος του ενοίκου του Λευκού Οίκου, την κυριαρχία στους Ρεπουμπλικάνους ψηφοφόρους, την επιρροή στους φανατικούς οπαδούς του κινήματος MAGA, την απήχηση στους συντηρητικούς λευκούς ευαγγελιστές και την επιδεκτικότητα στο αντιμεταναστευτικό ρεύμα των Νότιων συνοριακών πολιτειών. Κουβάλησε ακόμη ως αβαντάζ στις απρόβλεπτες πολιτικές αποσκευές του τη σαρωτική προεδρική επανεκλογή του πριν από δύο μόλις χρόνια και, φυσικά, το τεράστιο οικονομικό του πλεονέκτημα. Οχι το δικό του, του κόμματός του.
Στα τέλη Αυγούστου, η Ρεπουμπλικανική Εθνική Επιτροπή και οι συμμαχικές ομάδες της είχαν περισσότερα από 600 εκατ. δολάρια μετρητά στο ταμείο για την προεκλογική εκστρατεία, ενώ οι Δημοκρατικοί με το ζόρι είχαν μαζέψει λιγότερα από 400 εκατομμύρια. Το προς διάθεση χρήμα δεν είναι διόλου αμελητέο στις σκληρές προεκλογικές καμπάνιες.
Εχει την ικανότητα να αγοράζει επανάληψη, παρουσία, διάρκεια. Από τη στιγμή που ο Ιλον Μασκ συνεισέφερε, σύμφωνα με τα αρχεία χρηματοδότησης της προεκλογικής εκστρατείας, περίπου 158 εκατ. δολάρια για να υποστηρίξει τους Ρεπουμπλικάνους -στα οποία προστέθηκαν δωρεές εκατοντάδων επιπλέον εκατομμυρίων από τους δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες Τίμοθι Μέλον, Στίβεν Σουόρτσμαν, Τζο Ρίκετς και Στίβεν Γουίν-, οι δαπάνες του κόμματος εκτοξεύτηκαν στη στρατόσφαιρα. Οι εισφορές αυτές ανεβάζουν σχεδόν στα 2 δισ. δολάρια το συνολικό ποσό που έχουν συγκεντρώσει οι Ρεπουμπλικάνοι. Αριθμός που υπερβαίνει κατά πολύ τα 1,2 δισ. δολάρια που έχουν συγκεντρώσει οι Δημοκρατικοί. Με τέτοιο πακτωλό χρημάτων, αναμενόμενα εξακοντίστηκαν τα συνολικά έξοδα των δύο κομμάτων στο Διάστημα, σαν τους πυραύλους της αεροδιαστημικής εταιρεία SpaceX, ιδιοκτησίας του Μασκ. Μέχρι τις 12 Οκτωβρίου, ένα ρεκόρ 3,8 δισ. δολαρίων είχε δαπανηθεί σε πολιτικές διαφημίσεις που έχουν προβληθεί. Και έχει ακόμη περιθώριο το ποσό να αυξηθεί. Οι μεγαλύτερες δαπάνες αφορούν τις εκλογικά αμφίρροπες πολιτείες Τέξας, Οχάιο, Μίσιγκαν.
Οι «ζορισμένοι» πολίτες στην κάλπη και οι αριθμητικοί συσχετισμοί
Ο σκόπελος για να διαβεί αλώβητος ο Τραμπ την επερχόμενη εκλογική περιπέτεια είναι οι ζορισμένοι πολίτες. Τι να κάνουμε; Υπάρχουν κι αυτοί στη Δημοκρατία. Σε ένα πολίτευμα που για να λειτουργήσει χρειάζεται την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Για να κερδηθεί, ωστόσο, μια εκλογή, αρκεί συχνά να αξιοποιηθεί η δυσπιστία τους. Εξάλλου, η ψήφος δεν είναι υποχρεωτικά μια δήλωση αγάπης προς τον ηγέτη, όπως ενδεχομένως φαντασιώνεται το πιστό περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου. Μπορεί να είναι τιμωρία, αγανάκτηση, θυμός. Σε αυτό το σημείο σκαλώνει το προεκλογικό επιτελείο των Ρεπουμπλικάνων.
Προφανώς γιατί ο Τραμπ αθέτησε τις μόλις προ διετίας υποσχέσεις του. Δεσμεύτηκε να αποτρέψει τις ΗΠΑ από την εμπλοκή σε πολέμους στο εξωτερικό. Τσάμπα εξαγγελία. Εταξε μείωση του καθημερινού κόστους ζωής. Μάταιη διαβεβαίωση. Εγγυήθηκε να διατηρήσει χαμηλό τον πληθωρισμό. Απογοητευτικός τζίφος. Η πραγματική δυσαρέσκεια των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων εντοπίζεται στο διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής. Τα μικρομεσαία νοικοκυριά απ’ άκρη σε άκρη των ΗΠΑ το κατατάσσουν ως το κορυφαίο ζήτημα αυτού του εκλογικού κύκλου. Στενάζουν από τη διαρκή ανηφόρα των τιμών σε τρόφιμα, βενζίνη, φυσικό αέριο, ντίζελ, στέγαση, φάρμακα, υγειονομική περίθαλψη. Δηλώνουν ότι η ακρίβεια είναι το βασικό θέμα που θα επηρεάσει την ψήφο τους. Αναγκαστικά, οι «λυπητερές» των φουσκωμένων λογαριασμών ωθούν δημοσκοπικά τον Τραμπ στο χαμηλότερο από ποτέ επίπεδο δημοφιλίας του.
Από το περήφανο 50% και βάλε ποσοστό πανεθνικής αποδοχής του, όταν επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος στο κορυφαίο πολιτικό πόστο στην Ουάσινγκτον, σήμερα έχει κατρακυλήσει στο 36%. Κι αυτό, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση του φιλοτραμπικού καναλιού Fox News. Αντίθετα, η αντίστοιχη έρευνα της κοινής γνώμης των Reuters/Ipsos τον καταβαραθρώνει στο 32%. Το ίδιο ποσοστό του δίνει η δημοσκόπηση των CNN/ SSRS.
Η οποία, παρά τις βλέψεις υπεροχής του προέδρου, εμφανίζει προβάδισμα 10 μονάδων στους Δημοκρατικούς στις κάλπες των ενδιάμεσων εκλογών σε εθνικό επίπεδο. Σε αυτή την εκδηλωμένη αποδοκιμασία, εκτός της ακρίβειας παίζουν ρόλο και άλλα σοβαρά, αλλά όχι τόσο σημαντικά θέματα για τους ψηφοφόρους. Η μετανάστευση, η Τεχνητή Νοημοσύνη, τα κέντρα δεδομένων, τα κρυπτονομίσματα, οι αμβλώσεις. Οπωσδήποτε τους απασχολούν το Ισραήλ, το Ιράν, η Κίνα , αλλά όχι και η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Στον οποίο ο Τραμπ κάνει τεμενάδες -άλλη μια προεκλογική κωλοτούμπα-, αποκηρύσσοντας προκλητικά την αμυνόμενη Ουκρανία και τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ολα αυτά τα επί μέρους θέματα ίσως να επηρεάσουν μεμονωμένες ομάδες υποψηφίων. Δεδομένου ότι στη βαθιά Αμερική καρφάκι δεν καίγεται για τη διπλωματία και την εξωτερική πολιτική. Απλώς οι πόλεμοι της χώρας είναι ακόμη πιο αντιδημοφιλείς από τον ίδιο τον Τραμπ.
Το βασανιστικό ερώτημα που αμείλικτα ισχύει είναι αν οι αντίπαλοί του, εν προκειμένω οι Δημοκρατικοί, μπορούν να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία. Οχι και τόσο εύκολα. Αναγκαστικά, αν επιστρέψουμε στα εκλογικά μαθηματικά με τις απλές πράξεις της πρόσθεσης και της αφαίρεσης, έχουμε και λέμε: Οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν καχεκτικές πλειοψηφίες στη Βουλή και τη Γερουσία. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος ελάχιστων εδρών σε καθένα από τα δύο Σώματα για να αποκτήσουν τον έλεγχό τους. Ας δούμε πρώτα αυτό της Βουλής των Αντιπροσώπων, της οποίας τα μέλη υπηρετούν διετή θητεία. Επομένως και οι 435 έδρες της θα εκλεγούν στις 3 Νοέμβριου. Για την πλειοψηφία του Σώματος απαιτούνται 218. Επί του παρόντος, με δύο κενές έδρες, η κατανομή δυνάμεων είναι 214 Δημοκρατικοί και 218 Ρεπουμπλικάνοι συν ένας ανεξάρτητος που ψηφίζει μαζί τους. Αρα για τους πρώτους απαιτείται για την κατάκτηση της πλειοψηφίας καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών. Υποτίθεται ότι με την κατάληψή τους λύνεται το πρόβλημα για το ποιος θα έχει προοπτικά το πάνω χέρι.
Το έργο τους, βέβαια, περιπλέκεται από την ανακατανομή των περιφερειών και τους ευνοϊκά ανασχεδιασμένους εκλογικούς χάρτες υπέρ των Ρεπουμπλικάνων. Κρίνεται, πάντως, ότι οι περισσότερες εκλογικές περιφέρειες δεν θεωρούνται ανταγωνιστικές. Μόνο 21 από αυτές είναι «αμφίρροπες» και θα μπορούσαν να κερδηθούν από οποιοδήποτε κόμμα. Για την ώρα, οι 16 βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό την ηγεσία των Ρεπουμπλικάνων και οι υπόλοιπες 5 υπό την ηγεσία των Δημοκρατικών.
Πάμε τώρα στη Γερουσία, της οποίας τα μέλη υπηρετούν εξαετή θητεία. Επομένως, περίπου το ένα τρίτο εκλέγεται κάθε δύο χρόνια. Στις προσεχείς ενδιάμεσες εκλογές θα ανανεωθούν 35 από τις 100 έδρες (δύο ανά Πολιτεία). Πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται κατοχή 51 εδρών για την πλειοψηφία. Στην τρέχουσα αποτύπωση της σύνθεσής της οι Ρεπουμπλικάνοι κατέχουν 53 έδρες. Οι Δημοκρατικοί κατέχουν 45, ενώ προστίθενται και δύο ανεξάρτητοι που ψηφίζουν επίσης μαζί τους.
Δεν χρειάζεται να ανάψουν τα κομπιουτεράκια τσέπης, ούτε οι εφαρμογές υπολογισμού των κινητών τηλεφώνων. Τα πράγματα είναι απλά. Και πάλι οι Δημοκρατικοί χρειάζονται τέσσερις επιπλέον έδρες για να περάσουν οι ηττημένοι Ρεπουμπλικάνοι στη μειοψηφία του Σώματος. Με την προϋπόθεση ότι οι πρώτοι θα διατηρήσουν την έδρα στο αμφίρροπο Μίσιγκαν, όπου ο πανεπιστημιακός επιδημιολόγος υποψήφιός τους, Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, γέννημα θρέμμα της Πολιτείας, δέχεται καταιγιστικά ρατσιστικά πυρά και ομοβροντία υστερικής αντιμουσουλμανικής προπαγάνδας. Επίσης οι Δημοκρατικοί πρέπει να κρατήσουν την Τζόρτζια και το Νιου Χάμσαϊρ και να κερδίσουν σε κάποιες άλλες πολιτείες, στις οποίες υπερίσχυσε με διψήφιο ποσοστό, το 2024, ο Τραμπ. Οπως τις Αλάσκα, Αϊόβα και Οχάιο.
Οι Δημοκρατικοί αισιοδοξούν για νίκη ακόμη και στο Τέξας. Εκεί όπου ο πρώην δάσκαλος Τζέιμς Ταλαρίκο θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος Δημοκρατικός που θα κερδίσει έδρα στη Γερουσία στην πολιτεία από το 1988. Αν, φυσικά, νικήσει τον Κεν Πάξτον, νυν γενικό εισαγγελέα της πολιτείας και στενό σύμμαχο του Τραμπ. Πιστεύουν, ακόμη, ότι θα κερδίσουν την Αλάσκα, στην οποία ο Τραμπ κέρδισε με 13 μονάδες διαφορά το 2024, καθώς η Δημοκρατική υποψήφια Μαίρη Πελτόλα, η πρώτη ιθαγενής «Γιουπίκ» στο Κογκρέσο, είναι οριακά φαβορί για τη Γερουσία. Ποντάρουν στην υπεροχή στο Κάνσας του υποψηφίου τους Ανταμ Χάμιλτον, του φιλελεύθερου πάστορα και ιδρυτή της μεγαλύτερης εκκλησίας μεθοδιστών στις ΗΠΑ. Προσδοκούν στην επικράτησή του σε προπύργιο των Ρεπουμπλικάνων που δεν έχει εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή τα τελευταία 94 χρόνια. Το ενάρετο εκκλησίασμά της όμως, μπορεί να κάνει ένα θαύμα υπέρ ενός σεβάσμιου πολιτικού αουτσάιντερ.
Θεωρούν επίσης ότι ορισμένοι μετριοπαθείς Ρεπουμπλικάνοι ψηφοφόροι σε αμφίρροπες πολιτείες κρατούν αποστάσεις από τον πρόεδρο. Δεν έχουν και άδικο σε ορισμένες περιπτώσεις. Δυσαρεστημένα από τον Τραμπ μέλη της οικογένειας των δυο πρώην Ρεπουμπλικάνων προέδρων Μπους, στηρίζουν δημοσίως τον Δημοκρατικό υποψήφιο στο Τέξας. Φαίνεται πως στο πολιτικό ορμητήριο του κόμματος με σύμβολο τον ελέφαντα, δεν έχουν όλοι οι ψηφοφόροι του αντικαταστήσει τα καουμπόικα κάπελα τους με τα τζόκεϊ του MAGA.
Ωστόσο, ο προσγειωμένος ρεαλισμός είναι μάλλον πιο επωφελής για τους Δημοκρατικούς στην εν λόγω συγκυρία. Ασφαλώς και η πρεμούρα τους για ένα ορμητικό «μπλε κύμα» που θα σαρώσει τους αντίπαλους καθοδηγείται από τις δημοσκοπικές τάσεις.
Ενα κόμμα, όμως, που έχει σύμβολο τον γάιδαρο οφείλει να γνωρίζει τι σημαίνει υπομονή. Κι αυτό γιατί σε επτά Πολιτείες που δημοσκοπικά φέρουν ισόπαλα τα δύο κόμματα για τη Γερουσία, αυτή τη στιγμή οι έξι βρίσκονται υπό την ηγεσία των κόκκινων Ρεπουμπλικάνων και η μία υπό τους μπλε Δημοκρατικούς. Το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι να χάσουν οι Ρεπουμπλικάνοι τη Βουλή των Αντιπροσώπων και να κρατήσουν τη Γερουσία. Αλλά, όπως και να ’χει, αυτές οι μαντεψιές είναι παρακινδυνευμένες. Ολες οι προβλέψεις μπορούν να ανατραπούν και να βαφτεί με άλλα χρώματα ο μέχρι τώρα μπογιατισμένος εκλογικός χάρτης. Προφανώς αν αλλάξουν χέρια και τα δύο Σώματα, υπέρ των Δημοκρατικών, αυτοί θα αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου και έρευνας της κυβέρνησης.
Θα μπλοκάρουν ή θα καθυστερούν κυβερνητικά νομοσχέδια ώστε να στριμώξουν τον πολιτικά ευμετάβλητο πρόεδρο της χώρας για τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του. Ο οποίος από την επάνοδό του στον Λευκό Οίκο έχει σε μεγάλο βαθμό παρακάμψει το Κογκρέσο, προωθώντας την ατζέντα του μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων. Ωστόσο, ακόμη κι αν το κόμμα του ηττηθεί συντριπτικά, ο Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα βέτο και ευρεία εκτελεστική εξουσία σε θέματα δασμών, μετανάστευσης και εξωτερικής πολιτικής.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όποιο σενάριο και αν επικρατήσει, αυτό δεν θα λύσει αυτομάτως το πρόβλημα της ακρίβειας των αμερικανικών νοικοκυριών. Δεν θα εξαφανίσει τις κοινωνικές αντιθέσεις και την πολιτική πόλωση, ούτε θα αποκαταστήσει από μόνο του την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Ηδη, σύμφωνα με έγκυρα δημοσιεύματα αξιόπιστων αμερικανικών ΜΜΕ, οι Δημοκρατικοί εκφράζουν ανησυχία ότι η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να προσπαθήσει να παρέμβει στα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών, ιδίως αν οι Ρεπουμπλικάνοι χάσουν την πλειοψηφία. Παρ’ όλα αυτά, τηρούν χαμηλούς τόνους γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος πως ο διάσπαρτος φόβος εκτεταμένης νοθείας θα κρατήσει τους ψηφοφόρους στον καναπέ. Από τη μεριά του το υπουργείο Δικαιοσύνης σχεδιάζει να στείλει περίπου 1.000 ομοσπονδιακούς παρατηρητές -λες και οι εκλογές διεξάγονται στην Ινδονησία- σε εκλογικά κέντρα, πυροδοτώντας τις υποψίες. Ωστόσο, κανένας νόμος δεν δίνει στον πρόεδρο την εξουσία να κηρύξει κατάσταση έκτακτης εθνικής ανάγκης. Φτάνει να κραδαίνει απειλητικά το φόβητρο της αντιδημοκρατικής εκτροπής. Ο φόβος άλλωστε, είναι χρήσιμο πολιτικό εργαλείο. Δεν χρειάζεται κανείς να τον εφεύρει. Αρκεί να τον πλασάρει, να τον βαφτίσει με το όνομα του αντιπάλου και να υποσχεθεί ότι μπορεί να τον καθυποτάξει.
Επιπλέον, αληθινός ή ψεύτικος, αγοράζει χρόνο. Και αφού ο Τραμπ τον χρησιμοποίησε προσχηματικά παλιότερα, γιατί να μην το κάνει και τώρα, όπως αναρωτιούνται οι πολιτικοί ανταγωνιστές του. Ετσι κι αλλιώς οι επόμενες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ θα διεξαχθούν την Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2028. Με τον νυν πρόεδρο να μην μπορεί συνταγματικά να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ενδιάμεσες εκλογές δίνουν μια πρώτη εικόνα για την ένταση της αναμέτρησης σε δύο χρόνια. Αρκεί μέχρι τότε να μην έχουν γίνει θεσμικά όλα μπάχαλο.
Από το περήφανο 50% και βάλε ποσοστό πανεθνικής αποδοχής του, όταν επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος στο κορυφαίο πολιτικό πόστο στην Ουάσινγκτον, σήμερα έχει κατρακυλήσει στο 36%. Κι αυτό, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση του φιλοτραμπικού καναλιού Fox News. Αντίθετα, η αντίστοιχη έρευνα της κοινής γνώμης των Reuters/Ipsos τον καταβαραθρώνει στο 32%. Το ίδιο ποσοστό του δίνει η δημοσκόπηση των CNN/ SSRS.
Η οποία, παρά τις βλέψεις υπεροχής του προέδρου, εμφανίζει προβάδισμα 10 μονάδων στους Δημοκρατικούς στις κάλπες των ενδιάμεσων εκλογών σε εθνικό επίπεδο. Σε αυτή την εκδηλωμένη αποδοκιμασία, εκτός της ακρίβειας παίζουν ρόλο και άλλα σοβαρά, αλλά όχι τόσο σημαντικά θέματα για τους ψηφοφόρους. Η μετανάστευση, η Τεχνητή Νοημοσύνη, τα κέντρα δεδομένων, τα κρυπτονομίσματα, οι αμβλώσεις. Οπωσδήποτε τους απασχολούν το Ισραήλ, το Ιράν, η Κίνα , αλλά όχι και η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Στον οποίο ο Τραμπ κάνει τεμενάδες -άλλη μια προεκλογική κωλοτούμπα-, αποκηρύσσοντας προκλητικά την αμυνόμενη Ουκρανία και τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ολα αυτά τα επί μέρους θέματα ίσως να επηρεάσουν μεμονωμένες ομάδες υποψηφίων. Δεδομένου ότι στη βαθιά Αμερική καρφάκι δεν καίγεται για τη διπλωματία και την εξωτερική πολιτική. Απλώς οι πόλεμοι της χώρας είναι ακόμη πιο αντιδημοφιλείς από τον ίδιο τον Τραμπ.
Το βασανιστικό ερώτημα που αμείλικτα ισχύει είναι αν οι αντίπαλοί του, εν προκειμένω οι Δημοκρατικοί, μπορούν να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία. Οχι και τόσο εύκολα. Αναγκαστικά, αν επιστρέψουμε στα εκλογικά μαθηματικά με τις απλές πράξεις της πρόσθεσης και της αφαίρεσης, έχουμε και λέμε: Οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν καχεκτικές πλειοψηφίες στη Βουλή και τη Γερουσία. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος ελάχιστων εδρών σε καθένα από τα δύο Σώματα για να αποκτήσουν τον έλεγχό τους. Ας δούμε πρώτα αυτό της Βουλής των Αντιπροσώπων, της οποίας τα μέλη υπηρετούν διετή θητεία. Επομένως και οι 435 έδρες της θα εκλεγούν στις 3 Νοέμβριου. Για την πλειοψηφία του Σώματος απαιτούνται 218. Επί του παρόντος, με δύο κενές έδρες, η κατανομή δυνάμεων είναι 214 Δημοκρατικοί και 218 Ρεπουμπλικάνοι συν ένας ανεξάρτητος που ψηφίζει μαζί τους. Αρα για τους πρώτους απαιτείται για την κατάκτηση της πλειοψηφίας καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών. Υποτίθεται ότι με την κατάληψή τους λύνεται το πρόβλημα για το ποιος θα έχει προοπτικά το πάνω χέρι.
Το έργο τους, βέβαια, περιπλέκεται από την ανακατανομή των περιφερειών και τους ευνοϊκά ανασχεδιασμένους εκλογικούς χάρτες υπέρ των Ρεπουμπλικάνων. Κρίνεται, πάντως, ότι οι περισσότερες εκλογικές περιφέρειες δεν θεωρούνται ανταγωνιστικές. Μόνο 21 από αυτές είναι «αμφίρροπες» και θα μπορούσαν να κερδηθούν από οποιοδήποτε κόμμα. Για την ώρα, οι 16 βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό την ηγεσία των Ρεπουμπλικάνων και οι υπόλοιπες 5 υπό την ηγεσία των Δημοκρατικών.
Η Γερουσία
Πάμε τώρα στη Γερουσία, της οποίας τα μέλη υπηρετούν εξαετή θητεία. Επομένως, περίπου το ένα τρίτο εκλέγεται κάθε δύο χρόνια. Στις προσεχείς ενδιάμεσες εκλογές θα ανανεωθούν 35 από τις 100 έδρες (δύο ανά Πολιτεία). Πράγμα που σημαίνει ότι απαιτείται κατοχή 51 εδρών για την πλειοψηφία. Στην τρέχουσα αποτύπωση της σύνθεσής της οι Ρεπουμπλικάνοι κατέχουν 53 έδρες. Οι Δημοκρατικοί κατέχουν 45, ενώ προστίθενται και δύο ανεξάρτητοι που ψηφίζουν επίσης μαζί τους.
Δεν χρειάζεται να ανάψουν τα κομπιουτεράκια τσέπης, ούτε οι εφαρμογές υπολογισμού των κινητών τηλεφώνων. Τα πράγματα είναι απλά. Και πάλι οι Δημοκρατικοί χρειάζονται τέσσερις επιπλέον έδρες για να περάσουν οι ηττημένοι Ρεπουμπλικάνοι στη μειοψηφία του Σώματος. Με την προϋπόθεση ότι οι πρώτοι θα διατηρήσουν την έδρα στο αμφίρροπο Μίσιγκαν, όπου ο πανεπιστημιακός επιδημιολόγος υποψήφιός τους, Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, γέννημα θρέμμα της Πολιτείας, δέχεται καταιγιστικά ρατσιστικά πυρά και ομοβροντία υστερικής αντιμουσουλμανικής προπαγάνδας. Επίσης οι Δημοκρατικοί πρέπει να κρατήσουν την Τζόρτζια και το Νιου Χάμσαϊρ και να κερδίσουν σε κάποιες άλλες πολιτείες, στις οποίες υπερίσχυσε με διψήφιο ποσοστό, το 2024, ο Τραμπ. Οπως τις Αλάσκα, Αϊόβα και Οχάιο.
Οι Δημοκρατικοί αισιοδοξούν για νίκη ακόμη και στο Τέξας. Εκεί όπου ο πρώην δάσκαλος Τζέιμς Ταλαρίκο θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος Δημοκρατικός που θα κερδίσει έδρα στη Γερουσία στην πολιτεία από το 1988. Αν, φυσικά, νικήσει τον Κεν Πάξτον, νυν γενικό εισαγγελέα της πολιτείας και στενό σύμμαχο του Τραμπ. Πιστεύουν, ακόμη, ότι θα κερδίσουν την Αλάσκα, στην οποία ο Τραμπ κέρδισε με 13 μονάδες διαφορά το 2024, καθώς η Δημοκρατική υποψήφια Μαίρη Πελτόλα, η πρώτη ιθαγενής «Γιουπίκ» στο Κογκρέσο, είναι οριακά φαβορί για τη Γερουσία. Ποντάρουν στην υπεροχή στο Κάνσας του υποψηφίου τους Ανταμ Χάμιλτον, του φιλελεύθερου πάστορα και ιδρυτή της μεγαλύτερης εκκλησίας μεθοδιστών στις ΗΠΑ. Προσδοκούν στην επικράτησή του σε προπύργιο των Ρεπουμπλικάνων που δεν έχει εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή τα τελευταία 94 χρόνια. Το ενάρετο εκκλησίασμά της όμως, μπορεί να κάνει ένα θαύμα υπέρ ενός σεβάσμιου πολιτικού αουτσάιντερ.
Θεωρούν επίσης ότι ορισμένοι μετριοπαθείς Ρεπουμπλικάνοι ψηφοφόροι σε αμφίρροπες πολιτείες κρατούν αποστάσεις από τον πρόεδρο. Δεν έχουν και άδικο σε ορισμένες περιπτώσεις. Δυσαρεστημένα από τον Τραμπ μέλη της οικογένειας των δυο πρώην Ρεπουμπλικάνων προέδρων Μπους, στηρίζουν δημοσίως τον Δημοκρατικό υποψήφιο στο Τέξας. Φαίνεται πως στο πολιτικό ορμητήριο του κόμματος με σύμβολο τον ελέφαντα, δεν έχουν όλοι οι ψηφοφόροι του αντικαταστήσει τα καουμπόικα κάπελα τους με τα τζόκεϊ του MAGA.
Ωστόσο, ο προσγειωμένος ρεαλισμός είναι μάλλον πιο επωφελής για τους Δημοκρατικούς στην εν λόγω συγκυρία. Ασφαλώς και η πρεμούρα τους για ένα ορμητικό «μπλε κύμα» που θα σαρώσει τους αντίπαλους καθοδηγείται από τις δημοσκοπικές τάσεις.
Ενα κόμμα, όμως, που έχει σύμβολο τον γάιδαρο οφείλει να γνωρίζει τι σημαίνει υπομονή. Κι αυτό γιατί σε επτά Πολιτείες που δημοσκοπικά φέρουν ισόπαλα τα δύο κόμματα για τη Γερουσία, αυτή τη στιγμή οι έξι βρίσκονται υπό την ηγεσία των κόκκινων Ρεπουμπλικάνων και η μία υπό τους μπλε Δημοκρατικούς. Το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι να χάσουν οι Ρεπουμπλικάνοι τη Βουλή των Αντιπροσώπων και να κρατήσουν τη Γερουσία. Αλλά, όπως και να ’χει, αυτές οι μαντεψιές είναι παρακινδυνευμένες. Ολες οι προβλέψεις μπορούν να ανατραπούν και να βαφτεί με άλλα χρώματα ο μέχρι τώρα μπογιατισμένος εκλογικός χάρτης. Προφανώς αν αλλάξουν χέρια και τα δύο Σώματα, υπέρ των Δημοκρατικών, αυτοί θα αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου και έρευνας της κυβέρνησης.
Θα μπλοκάρουν ή θα καθυστερούν κυβερνητικά νομοσχέδια ώστε να στριμώξουν τον πολιτικά ευμετάβλητο πρόεδρο της χώρας για τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του. Ο οποίος από την επάνοδό του στον Λευκό Οίκο έχει σε μεγάλο βαθμό παρακάμψει το Κογκρέσο, προωθώντας την ατζέντα του μέσω εκτελεστικών διαταγμάτων. Ωστόσο, ακόμη κι αν το κόμμα του ηττηθεί συντριπτικά, ο Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα βέτο και ευρεία εκτελεστική εξουσία σε θέματα δασμών, μετανάστευσης και εξωτερικής πολιτικής.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όποιο σενάριο και αν επικρατήσει, αυτό δεν θα λύσει αυτομάτως το πρόβλημα της ακρίβειας των αμερικανικών νοικοκυριών. Δεν θα εξαφανίσει τις κοινωνικές αντιθέσεις και την πολιτική πόλωση, ούτε θα αποκαταστήσει από μόνο του την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Σενάρια παρέμβασης στα αποτελέσματα
Ηδη, σύμφωνα με έγκυρα δημοσιεύματα αξιόπιστων αμερικανικών ΜΜΕ, οι Δημοκρατικοί εκφράζουν ανησυχία ότι η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να προσπαθήσει να παρέμβει στα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών, ιδίως αν οι Ρεπουμπλικάνοι χάσουν την πλειοψηφία. Παρ’ όλα αυτά, τηρούν χαμηλούς τόνους γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος πως ο διάσπαρτος φόβος εκτεταμένης νοθείας θα κρατήσει τους ψηφοφόρους στον καναπέ. Από τη μεριά του το υπουργείο Δικαιοσύνης σχεδιάζει να στείλει περίπου 1.000 ομοσπονδιακούς παρατηρητές -λες και οι εκλογές διεξάγονται στην Ινδονησία- σε εκλογικά κέντρα, πυροδοτώντας τις υποψίες. Ωστόσο, κανένας νόμος δεν δίνει στον πρόεδρο την εξουσία να κηρύξει κατάσταση έκτακτης εθνικής ανάγκης. Φτάνει να κραδαίνει απειλητικά το φόβητρο της αντιδημοκρατικής εκτροπής. Ο φόβος άλλωστε, είναι χρήσιμο πολιτικό εργαλείο. Δεν χρειάζεται κανείς να τον εφεύρει. Αρκεί να τον πλασάρει, να τον βαφτίσει με το όνομα του αντιπάλου και να υποσχεθεί ότι μπορεί να τον καθυποτάξει.
Επιπλέον, αληθινός ή ψεύτικος, αγοράζει χρόνο. Και αφού ο Τραμπ τον χρησιμοποίησε προσχηματικά παλιότερα, γιατί να μην το κάνει και τώρα, όπως αναρωτιούνται οι πολιτικοί ανταγωνιστές του. Ετσι κι αλλιώς οι επόμενες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ θα διεξαχθούν την Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2028. Με τον νυν πρόεδρο να μην μπορεί συνταγματικά να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ενδιάμεσες εκλογές δίνουν μια πρώτη εικόνα για την ένταση της αναμέτρησης σε δύο χρόνια. Αρκεί μέχρι τότε να μην έχουν γίνει θεσμικά όλα μπάχαλο.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr