Λονδίνο: Νέα στοιχεία για το μυστήριο 150 ετών με τον σκελετό που βρέθηκε σε ρωμαϊκή σαρκοφάγο στο Αββαείο του Ουέστμινστερ
21.10.2026
13:31
Ο καθηγητής Γουόρικ Ρόντγουελ, σύμβουλος αρχαιολόγος του Αββαείου του Ουέστμινστερ, υποστηρίζει πλέον ότι τα διαθέσιμα ευρήματα οδηγούν σε δύο πιθανά πρόσωπα, με το ένα να συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες
Ένα αρχαιολογικό μυστήριο που παραμένει άλυτο για περισσότερα από 150 χρόνια ενδέχεται να βρίσκει την απάντησή του στο Αββαείο του Ουέστμινστερ, στο Λονδίνο. Ένας ανθρώπινος σκελετός, ο οποίος είχε εντοπιστεί μέσα σε αρχαία ρωμαϊκή σαρκοφάγο, φαίνεται πως ανήκει σε ηγούμενο του Μεσαίωνα, σύμφωνα με νέα μελέτη Βρετανού αρχαιολόγου.
Σύμφωνα με τον Guardian, η υπόθεση είχε απασχολήσει τους ερευνητές από τον 19ο αιώνα, καθώς η ηλικία της σαρκοφάγου, οι επιγραφές που έφερε και η τοποθεσία της ανακάλυψής της δεν έδιναν σαφή στοιχεία για την ταυτότητα του νεκρού.
Ο καθηγητής Γουόρικ Ρόντγουελ, σύμβουλος αρχαιολόγος του Αββαείου του Ουέστμινστερ, υποστηρίζει πλέον ότι τα διαθέσιμα ευρήματα οδηγούν σε δύο πιθανά πρόσωπα, με το ένα να συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες.
Η ασβεστολιθική σαρκοφάγος εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 1820 και ανασκάφηκε επισήμως το 1869, σε σημείο που σήμερα αποτελεί χώρο πρασίνου κατά μήκος της βόρειας πλευράς του κεντρικού κλίτους του Αββαείου.
Η σαρκοφάγος χρονολογείται στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο και φέρει λατινική επιγραφή με το όνομα Valerius Amandinus, καθώς και διακοσμητικά στοιχεία ρωμαϊκής τεχνοτροπίας στη μία πλευρά της.
Ωστόσο, οι αρχαιολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν αργότερα στην περιοχή δεν αποκάλυψαν άλλα αντικείμενα της ρωμαϊκής εποχής, γεγονός που ενίσχυσε την εκτίμηση ότι η σαρκοφάγος είχε μεταφερθεί εκεί από διαφορετική τοποθεσία.
«Δεν ήταν ο αρχικός τόπος ταφής της», εξήγησε ο Ρόντγουελ, εκτιμώντας ότι αρχικά πιθανότατα βρισκόταν σε εσοχή τοίχου κάποιου μαυσωλείου.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της υπόθεσης βρίσκεται στο κάλυμμα της σαρκοφάγου, η οποία κατασκευάστηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. Στην επιφάνειά του έχει λαξευτεί ένας μεγάλος σταυρός, ο οποίος καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το μήκος και το πλάτος του. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι ο σταυρός δεν αποτελούσε μέρος της αρχικής ρωμαϊκής διακόσμησης, αλλά προστέθηκε αρκετούς αιώνες αργότερα.
Όπως εξήγησε ο Ρόντγουελ, πρόκειται για χαρακτηριστικό τύπο σταυρού της ύστερης αγγλοσαξονικής περιόδου, στοιχείο που παραπέμπει στη χριστιανική χρήση της σαρκοφάγου κατά τον Μεσαίωνα.
Στη μελέτη του, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of the British Archaeological Association, ο αρχαιολόγος παρουσιάζει τόσο τα παλαιότερα δεδομένα όσο και τα αποτελέσματα νέας έρευνας που πραγματοποιήθηκε το 2018.
Τότε, στο πλαίσιο των προετοιμασιών για την έκθεση της σαρκοφάγου στις αίθουσες Queen's Diamond Jubilee Galleries του Αββαείου, το αρχαίο εύρημα μεταφέρθηκε σε εργαστήριο προκειμένου να εξεταστεί λεπτομερώς.
Όταν οι ειδικοί αφαίρεσαν το κάλυμμα, διαπίστωσαν ότι ο ανθρώπινος σκελετός εξακολουθούσε να βρίσκεται στο εσωτερικό της σαρκοφάγου. Η διαπίστωση προκάλεσε έκπληξη, καθώς παλαιότερες γραπτές αναφορές άφηναν να εννοηθεί ότι τα οστά είχαν χαθεί.
Σύμφωνα με τον Guardian, η υπόθεση είχε απασχολήσει τους ερευνητές από τον 19ο αιώνα, καθώς η ηλικία της σαρκοφάγου, οι επιγραφές που έφερε και η τοποθεσία της ανακάλυψής της δεν έδιναν σαφή στοιχεία για την ταυτότητα του νεκρού.
Ο καθηγητής Γουόρικ Ρόντγουελ, σύμβουλος αρχαιολόγος του Αββαείου του Ουέστμινστερ, υποστηρίζει πλέον ότι τα διαθέσιμα ευρήματα οδηγούν σε δύο πιθανά πρόσωπα, με το ένα να συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες.
Η ασβεστολιθική σαρκοφάγος εντοπίστηκε για πρώτη φορά το 1820 και ανασκάφηκε επισήμως το 1869, σε σημείο που σήμερα αποτελεί χώρο πρασίνου κατά μήκος της βόρειας πλευράς του κεντρικού κλίτους του Αββαείου.
Η σαρκοφάγος χρονολογείται στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο και φέρει λατινική επιγραφή με το όνομα Valerius Amandinus, καθώς και διακοσμητικά στοιχεία ρωμαϊκής τεχνοτροπίας στη μία πλευρά της.
Ωστόσο, οι αρχαιολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν αργότερα στην περιοχή δεν αποκάλυψαν άλλα αντικείμενα της ρωμαϊκής εποχής, γεγονός που ενίσχυσε την εκτίμηση ότι η σαρκοφάγος είχε μεταφερθεί εκεί από διαφορετική τοποθεσία.
«Δεν ήταν ο αρχικός τόπος ταφής της», εξήγησε ο Ρόντγουελ, εκτιμώντας ότι αρχικά πιθανότατα βρισκόταν σε εσοχή τοίχου κάποιου μαυσωλείου.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της υπόθεσης βρίσκεται στο κάλυμμα της σαρκοφάγου, η οποία κατασκευάστηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. Στην επιφάνειά του έχει λαξευτεί ένας μεγάλος σταυρός, ο οποίος καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το μήκος και το πλάτος του. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι ο σταυρός δεν αποτελούσε μέρος της αρχικής ρωμαϊκής διακόσμησης, αλλά προστέθηκε αρκετούς αιώνες αργότερα.
Όπως εξήγησε ο Ρόντγουελ, πρόκειται για χαρακτηριστικό τύπο σταυρού της ύστερης αγγλοσαξονικής περιόδου, στοιχείο που παραπέμπει στη χριστιανική χρήση της σαρκοφάγου κατά τον Μεσαίωνα.
Στη μελέτη του, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of the British Archaeological Association, ο αρχαιολόγος παρουσιάζει τόσο τα παλαιότερα δεδομένα όσο και τα αποτελέσματα νέας έρευνας που πραγματοποιήθηκε το 2018.
Τότε, στο πλαίσιο των προετοιμασιών για την έκθεση της σαρκοφάγου στις αίθουσες Queen's Diamond Jubilee Galleries του Αββαείου, το αρχαίο εύρημα μεταφέρθηκε σε εργαστήριο προκειμένου να εξεταστεί λεπτομερώς.
Όταν οι ειδικοί αφαίρεσαν το κάλυμμα, διαπίστωσαν ότι ο ανθρώπινος σκελετός εξακολουθούσε να βρίσκεται στο εσωτερικό της σαρκοφάγου. Η διαπίστωση προκάλεσε έκπληξη, καθώς παλαιότερες γραπτές αναφορές άφηναν να εννοηθεί ότι τα οστά είχαν χαθεί.
Η σύγκρισή τους, ωστόσο, επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για τον ίδιο σκελετό που είχε καταγραφεί κατά τις αρχικές έρευνες. Από την ανάλυση προέκυψε ότι τα λείψανα ανήκαν σε άνδρα ηλικίας 35 έως 49 ετών.
Τα ίχνη ασβέστη και η χρονολόγηση των οστών
Κατά τον καθαρισμό του εσωτερικού της σαρκοφάγου, οι ερευνητές εντόπισαν ακόμη ένα ενδιαφέρον στοιχείο.
Στον πυθμένα υπήρχε ένα ορθογώνιο αποτύπωμα από λευκή ουσία, το οποίο, σύμφωνα με τον Ρόντγουελ, υποδηλώνει ότι η σορός είχε καλυφθεί με ασβέστη σε μορφή σκόνης, προτού τοποθετηθεί σε ξύλινο φέρετρο μέσα στην πέτρινη σαρκοφάγο. Το καθοριστικό εύρημα προήλθε από τη ραδιοχρονολόγηση των οστών, η οποία έδειξε ότι ο άνδρας είχε ζήσει στα τέλη του 10ου ή στις αρχές του 11ου αιώνα.
Συνδυάζοντας τη χρονολόγηση των οστών με τα ιστορικά στοιχεία του Αββαείου, ο Ρόντγουελ εκτιμά ότι ο νεκρός ήταν πιθανότατα ένας από τους ηγουμένους που υπηρέτησαν στο Ουέστμινστερ κατά την αγγλοσαξονική περίοδο.
Όπως επισημαίνει, ο τρόπος ταφής υποδηλώνει πρόσωπο ιδιαίτερα υψηλής κοινωνικής και εκκλησιαστικής θέσης. «Κανένας χαμηλότερης βαθμίδας δεν θα είχε ταφεί σε κάτι τέτοιο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο λατινικός σταυρός στο κάλυμμα αποτελεί ακόμη μία ένδειξη πως επρόκειτο για σημαντικό εκκλησιαστικό παράγοντα.
Δύο ιστορικά πρόσωπα ανταποκρίνονται, σύμφωνα με τη μελέτη, στα δεδομένα της ταφής. Το πρώτο είναι ηγούμενος Ælfwig που πέθανε περίπου το 1020, και το δεύτερο ο Wulfnoth, ο οποίος πέθανε περίπου το 1049.
Ο Ρόντγουελ θεωρεί πιθανότερο ο σκελετός να ανήκει στον Ælfwig, ο οποίος ήταν ήδη μοναχός στο Ουέστμινστερ όταν πέθανε ο προηγούμενος ηγούμενος και στη συνέχεια παρέμεινε επικεφαλής του Αββαείου για περίπου 27 χρόνια.
Παρότι δεν υπάρχει οριστική απόδειξη της ταυτότητάς του, ο συνδυασμός των ιστορικών δεδομένων και της επιστημονικής χρονολόγησης ενισχύει τη συγκεκριμένη εκδοχή.
Τα ίχνη ασβέστη και η χρονολόγηση των οστών
Κατά τον καθαρισμό του εσωτερικού της σαρκοφάγου, οι ερευνητές εντόπισαν ακόμη ένα ενδιαφέρον στοιχείο.
Στον πυθμένα υπήρχε ένα ορθογώνιο αποτύπωμα από λευκή ουσία, το οποίο, σύμφωνα με τον Ρόντγουελ, υποδηλώνει ότι η σορός είχε καλυφθεί με ασβέστη σε μορφή σκόνης, προτού τοποθετηθεί σε ξύλινο φέρετρο μέσα στην πέτρινη σαρκοφάγο. Το καθοριστικό εύρημα προήλθε από τη ραδιοχρονολόγηση των οστών, η οποία έδειξε ότι ο άνδρας είχε ζήσει στα τέλη του 10ου ή στις αρχές του 11ου αιώνα.
Συνδυάζοντας τη χρονολόγηση των οστών με τα ιστορικά στοιχεία του Αββαείου, ο Ρόντγουελ εκτιμά ότι ο νεκρός ήταν πιθανότατα ένας από τους ηγουμένους που υπηρέτησαν στο Ουέστμινστερ κατά την αγγλοσαξονική περίοδο.
Όπως επισημαίνει, ο τρόπος ταφής υποδηλώνει πρόσωπο ιδιαίτερα υψηλής κοινωνικής και εκκλησιαστικής θέσης. «Κανένας χαμηλότερης βαθμίδας δεν θα είχε ταφεί σε κάτι τέτοιο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο λατινικός σταυρός στο κάλυμμα αποτελεί ακόμη μία ένδειξη πως επρόκειτο για σημαντικό εκκλησιαστικό παράγοντα.
Δύο ιστορικά πρόσωπα ανταποκρίνονται, σύμφωνα με τη μελέτη, στα δεδομένα της ταφής. Το πρώτο είναι ηγούμενος Ælfwig που πέθανε περίπου το 1020, και το δεύτερο ο Wulfnoth, ο οποίος πέθανε περίπου το 1049.
Ο Ρόντγουελ θεωρεί πιθανότερο ο σκελετός να ανήκει στον Ælfwig, ο οποίος ήταν ήδη μοναχός στο Ουέστμινστερ όταν πέθανε ο προηγούμενος ηγούμενος και στη συνέχεια παρέμεινε επικεφαλής του Αββαείου για περίπου 27 χρόνια.
Παρότι δεν υπάρχει οριστική απόδειξη της ταυτότητάς του, ο συνδυασμός των ιστορικών δεδομένων και της επιστημονικής χρονολόγησης ενισχύει τη συγκεκριμένη εκδοχή.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr