Ο «γαλλικός μπαμπούλας» βγήκε από την ντουλάπα: Το δυσβάσταχτο χρέος, οι ταραχές και ο Τραμπ που δείχνει το Παρίσι, για να τρομάξει τους Αμερικανούς πριν την κάλπη
20.10.2026
22:12
Με το δημόσιο χρέος στο 119% του ΑΕΠ και τις κοινωνικές ταραχές να συγκλονίζουν τη χώρα, η Γαλλία γίνεται παράδειγμα προς αποφυγή για τις δυτικές οικονομίες - Πώς ο Τραμπ αξιοποιεί τις εικόνες χάους εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών
Η Γαλλία, μετά τα άγρια επεισόδια του Σαββατοκύριακου, μετατρέπεται σταδιακά στον νέο «μπαμπούλα» της Δύσης. Για τις διεθνείς αγορές, αποτελεί το παράδειγμα μιας μεγάλης οικονομίας που απειλείται από το βάρος του δημόσιου χρέους, την εκτόξευση του κόστους δανεισμού και την πολιτική αδυναμία να λάβει επώδυνες αποφάσεις.
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, οι εικόνες από τα φλεγόμενα δημόσια κτίρια, τις λεηλασίες και τις βίαιες συγκρούσεις αποτελούν ένα προεκλογικό όπλο: την ευκαιρία να παρουσιάσει στους Αμερικανούς ψηφοφόρους ένα τρομακτικό σενάριο για το μέλλον της δικής τους χώρας, εάν επικρατήσουν οι Δημοκρατικοί στις ενδιάμεσες εκλογές -και όχι μόνο.
Πίσω, ωστόσο, από τις φλόγες και την πολιτική ρητορική κρύβεται ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα. Από το Παρίσι και το Λονδίνο μέχρι την Ουάσινγκτον, οι δυτικές οικονομίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενα χρέη, υψηλότερα επιτόκια και κοινωνίες που αντιδρούν στην ακρίβεια και στην προοπτική περικοπών των κοινωνικών δαπανών. Η Γαλλία βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης, αλλά τα αίτια που την τροφοδοτούν δεν περιορίζονται στα σύνορά της.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης μπορεί ν' αποφύγει μια δημοσιονομική κρίση. Είναι και κατά πόσο το γαλλικό παράδειγμα αποτελεί προειδοποίηση για τις υπόλοιπες δυτικές δημοκρατίες ή αν ο φόβος μιας ευρύτερης κατάρρευσης διογκώνεται για πολιτικούς λόγους.
Η απάντηση δεν είναι απλή. Οι οικονομολόγοι αναγνωρίζουν ότι τα προβλήματα του γαλλικού χρέους είναι πραγματικά και ιδιαίτερα σοβαρά, αλλά θεωρούν περιορισμένο τον άμεσο κίνδυνο μετάδοσης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, αντιμετωπίζουν αντίστοιχες δημοσιονομικές πιέσεις, διαθέτουν όμως σημαντικά πλεονεκτήματ, που τις προστατεύουν από μια κρίση παρόμοια με τη γαλλική.
Ο «γαλλικός μπαμπούλας», με άλλα λόγια, έχει δύο διαφορετικά πρόσωπα: το ένα βρίσκεται στους ισολογισμούς των κρατών και στις αγορές ομολόγων, ενώ το άλλο εμφανίζεται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, στις πολιτικές αντιπαραθέσεις και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρατηρεί το Axios.
Η κοινωνική έκρηξη που συγκλονίζει τη Γαλλία δεν ξεκίνησε από τη μετανάστευση, όπως υποστηρίζει ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά από τις διαμαρτυρίες μαθητών για τις συνθήκες στην εκπαίδευση.
Όπως υπογραμμίζει το CNN, οι πρώτες κινητοποιήσεις εμφανίστηκαν τον Σεπτέμβριο στο Παρίσι, με τους μαθητές να καταγγέλλουν τις ελλείψεις στα σχολεία και την υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Σταδιακά, όμως, η δυσαρέσκεια απέκτησε ευρύτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά, καθώς στα εκπαιδευτικά αιτήματα προστέθηκαν η ακρίβεια, το αυξημένο κόστος ζωής και οι νέες οικονομικές πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν.
Το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, οι κινητοποιήσεις κορυφώθηκαν με τη συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών. Σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών, περίπου 550.000 άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ οι διοργανωτές υπολόγισαν τη συμμετοχή σε 800.000. Οι περισσότερες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν ειρηνικά, ωστόσο σε αρκετές πόλεις ακολούθησαν σοβαρά επεισόδια, εμπρησμοί, επιθέσεις σε αστυνομικούς και λεηλασίες καταστημάτων.
Οι εικόνες από τις συγκρούσεις κυριάρχησαν στα διεθνή μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, συχνά επισκιάζοντας τα αιτήματα των διαδηλωτών. Βίντεο με πυρκαγιές, δακρυγόνα και επιθέσεις έγιναν viral, ενώ καταγράφηκε και διασπορά παραπλανητικού ή τεχνητά δημιουργημένου οπτικού υλικού. Αυτή ακριβώς η εικόνα μιας χώρας που μοιάζει να χάνει τον έλεγχο αποτέλεσε το υλικό πάνω στο οποίο... οικοδομήθηκε ο πολιτικός «γαλλικός μπαμπούλας».
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η αναταραχή στη Γαλλία αποτελεί μια ευκαιρία να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ από την οικονομία στα ζητήματα ασφάλειας, μετανάστευσης και ιδεολογίας. Μιλώντας χθες σε προεκλογική συγκέντρωση στο Κάνσας, ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τις εικόνες από τις γαλλικές πόλεις ως προειδοποίηση για όσα, κατά τον ίδιο, θα μπορούσαν να συμβούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν μεγαλύτερη πολιτική ισχύ.
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, οι εικόνες από τα φλεγόμενα δημόσια κτίρια, τις λεηλασίες και τις βίαιες συγκρούσεις αποτελούν ένα προεκλογικό όπλο: την ευκαιρία να παρουσιάσει στους Αμερικανούς ψηφοφόρους ένα τρομακτικό σενάριο για το μέλλον της δικής τους χώρας, εάν επικρατήσουν οι Δημοκρατικοί στις ενδιάμεσες εκλογές -και όχι μόνο.
Πίσω, ωστόσο, από τις φλόγες και την πολιτική ρητορική κρύβεται ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα. Από το Παρίσι και το Λονδίνο μέχρι την Ουάσινγκτον, οι δυτικές οικονομίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενα χρέη, υψηλότερα επιτόκια και κοινωνίες που αντιδρούν στην ακρίβεια και στην προοπτική περικοπών των κοινωνικών δαπανών. Η Γαλλία βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης, αλλά τα αίτια που την τροφοδοτούν δεν περιορίζονται στα σύνορά της.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης μπορεί ν' αποφύγει μια δημοσιονομική κρίση. Είναι και κατά πόσο το γαλλικό παράδειγμα αποτελεί προειδοποίηση για τις υπόλοιπες δυτικές δημοκρατίες ή αν ο φόβος μιας ευρύτερης κατάρρευσης διογκώνεται για πολιτικούς λόγους.
Η απάντηση δεν είναι απλή. Οι οικονομολόγοι αναγνωρίζουν ότι τα προβλήματα του γαλλικού χρέους είναι πραγματικά και ιδιαίτερα σοβαρά, αλλά θεωρούν περιορισμένο τον άμεσο κίνδυνο μετάδοσης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, αντιμετωπίζουν αντίστοιχες δημοσιονομικές πιέσεις, διαθέτουν όμως σημαντικά πλεονεκτήματ, που τις προστατεύουν από μια κρίση παρόμοια με τη γαλλική.
Ο «γαλλικός μπαμπούλας», με άλλα λόγια, έχει δύο διαφορετικά πρόσωπα: το ένα βρίσκεται στους ισολογισμούς των κρατών και στις αγορές ομολόγων, ενώ το άλλο εμφανίζεται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, στις πολιτικές αντιπαραθέσεις και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρατηρεί το Axios.
Πώς γεννήθηκε ο «γαλλικός μπαμπούλας»: Από τα σχολεία στις φλόγες
Η κοινωνική έκρηξη που συγκλονίζει τη Γαλλία δεν ξεκίνησε από τη μετανάστευση, όπως υποστηρίζει ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά από τις διαμαρτυρίες μαθητών για τις συνθήκες στην εκπαίδευση.
Όπως υπογραμμίζει το CNN, οι πρώτες κινητοποιήσεις εμφανίστηκαν τον Σεπτέμβριο στο Παρίσι, με τους μαθητές να καταγγέλλουν τις ελλείψεις στα σχολεία και την υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Σταδιακά, όμως, η δυσαρέσκεια απέκτησε ευρύτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά, καθώς στα εκπαιδευτικά αιτήματα προστέθηκαν η ακρίβεια, το αυξημένο κόστος ζωής και οι νέες οικονομικές πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν.
Το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, οι κινητοποιήσεις κορυφώθηκαν με τη συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών. Σύμφωνα με το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών, περίπου 550.000 άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ οι διοργανωτές υπολόγισαν τη συμμετοχή σε 800.000. Οι περισσότερες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν ειρηνικά, ωστόσο σε αρκετές πόλεις ακολούθησαν σοβαρά επεισόδια, εμπρησμοί, επιθέσεις σε αστυνομικούς και λεηλασίες καταστημάτων.
Οι εικόνες από τις συγκρούσεις κυριάρχησαν στα διεθνή μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα, συχνά επισκιάζοντας τα αιτήματα των διαδηλωτών. Βίντεο με πυρκαγιές, δακρυγόνα και επιθέσεις έγιναν viral, ενώ καταγράφηκε και διασπορά παραπλανητικού ή τεχνητά δημιουργημένου οπτικού υλικού. Αυτή ακριβώς η εικόνα μιας χώρας που μοιάζει να χάνει τον έλεγχο αποτέλεσε το υλικό πάνω στο οποίο... οικοδομήθηκε ο πολιτικός «γαλλικός μπαμπούλας».
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η αναταραχή στη Γαλλία αποτελεί μια ευκαιρία να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση στις ΗΠΑ από την οικονομία στα ζητήματα ασφάλειας, μετανάστευσης και ιδεολογίας. Μιλώντας χθες σε προεκλογική συγκέντρωση στο Κάνσας, ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε τις εικόνες από τις γαλλικές πόλεις ως προειδοποίηση για όσα, κατά τον ίδιο, θα μπορούσαν να συμβούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν μεγαλύτερη πολιτική ισχύ.
«Όταν βλέπετε να καίγονται καμπαναριά και να μαίνονται πυρκαγιές στη Γαλλία, να θυμάστε ότι αυτό ακριβώς θέλουν να κάνουν στην Αμερική οι ριζοσπάστες Δημοκρατικοί» δήλωσε, χρησιμοποιώντας τον ειρωνικό χαρακτηρισμό «Dumocrats» για τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, ισχυρίστηκε ότι η Γαλλία «κατακτάται, λεηλατείται και παραδίδεται στις φλόγες από μετανάστες, τζιχαντιστές και κομμουνιστές που μισούν τον χριστιανισμό». Μιλώντας σε δημοσιογράφους, δε, είχε υποστηρίξει ότι η κρίση στη Γαλλία αφορά «στη μετανάστευση και όχι στα σχολεία», χωρίς όμως -για πολλοστή φορά- να παρουσιάσει στοιχεία, που να στηρίζουν τον ισχυρισμό του.
Αυτό, βεβαίως, δεν εμπόδισε τον Τραμπ να παρουσιάσει τις γαλλικές ταραχές ως απειλή για τον δυτικό πολιτισμό και να τις εντάξει στη συνήθη προεκλογική του ρητορική κατά της μετανάστευσης και της Αριστεράς.
Η πολιτική σκοπιμότητα είναι σαφής. Εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, την ώρα που η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο στο Ιράν και το υψηλό κόστος ζωής ασκεί πιέσεις στην κυβέρνηση.
Ακόμη και στο παραδοσιακά συντηρητικό Κάνσας, ο Τραμπ αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει προεκλογική συγκέντρωση για να ενισχύσει τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ, ο οποίος αντιμετωπίζει μια απροσδόκητα ανταγωνιστική εκλογική αναμέτρηση. Η αξιοποίηση του γαλλικού παραδείγματος εντάσσεται, επομένως, σε μια ευρύτερη προσπάθεια συσπείρωσης των συντηρητικών ψηφοφόρων, μέσω της προβολής ενός εξωτερικού κινδύνου.
Τη γραμμή Τραμπ υιοθέτησαν και άλλα κορυφαία στελέχη των Ρεπουμπλικανών. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, δημοσίευσε στην πλατφόρμα X βίντεο από την πυρκαγιά στο δημαρχείο της Λιμόζ, συνοδεύοντάς το με μια ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση. «Οι φιλελεύθεροι της Δύσης εισήγαγαν τον Τρίτο Κόσμο στη Γαλλία και σε άλλες χώρες στο όνομα της διαφορετικότητας και της συμπόνιας» έγραψε.
«Αυτό είναι το μέλλον που επιδιώκουν οι Δημοκρατικοί του Κογκρέσου για τη χώρα σας» προσέθεσε με νόημα.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον και ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τσιπ Ρόι, συνδέοντας τις γαλλικές ταραχές με την αμερικανική πολιτική αντιπαράθεση.
Την ίδια στιγμή, στη Γαλλία, ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν επιχειρεί επίσης να αξιοποιήσει την κοινωνική αναταραχή εν όψει των προεδρικών εκλογών, προβάλλοντας τις εικόνες της καταστροφής ως απόδειξη της αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής για την ασφάλεια.
Έτσι, ο «γαλλικός μπαμπούλας» αποκτά διαφορετικές χρήσεις ανάλογα με το ακροατήριο: για τη γαλλική ακροδεξιά συμβολίζει την αποτυχία του Μακρόν να διατηρήσει την τάξη, ενώ για τους Ρεπουμπλικανούς στις ΗΠΑ μετατρέπεται σε προειδοποίηση για τις υποτιθέμενες συνέπειες μιας νίκης των Δημοκρατικών.
Ο Εμανουέλ Μακρόν επιχειρεί, από την πλευρά του, να διαχωρίσει τους ειρηνικούς διαδηλωτές από τις ομάδες που ευθύνονται για τα επεισόδια. Ο Γάλλος πρόεδρος έχει αναγνωρίσει ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις εκφράζουν θεμιτά αιτήματα, ιδίως για το κόστος ζωής και την άνοδο των τιμών των καυσίμων εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν.
Παράλληλα, στο κυριακάτικο διάγγελμά του, καταδίκασε την ανεξέλεγκτη βία, αποδίδοντας μεγάλο μέρος των επεισοδίων σε ομάδες της ριζοσπαστικής Αριστεράς και σε εγκληματικά στοιχεία που εκμεταλλεύθηκαν τις διαδηλώσεις.
Ωστόσο, όσο οι εικόνες της καταστροφής κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τη γαλλική κυβέρνηση να επαναφέρει την προσοχή στα βαθύτερα οικονομικά και κοινωνικά αίτια της κρίσης.
Πίσω από την πολιτική εκμετάλλευση των ταραχών βρίσκεται, ωστόσο, μια διαφορετική και πολύ πιο συγκεκριμένη απειλή. Η Γαλλία αντιμετωπίζει μια δημοσιονομική κρίση, που δεν δημιουργήθηκε από τις πρόσφατες διαδηλώσεις, αλλά επιδεινώνεται από αυτές.
Το δημόσιο χρέος της χώρας έχει φτάσει περίπου στο 119% του ΑΕΠ, σχεδόν διπλάσιο από το όριο αναφοράς του 60% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες. Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώνεται στο 5,4% του ΑΕΠ, σημαντικά υψηλότερα από το όριο του 3%.
Πρόκειται για μια ανισορροπία που συσσωρεύεται εδώ και δεκαετίες. Η Γαλλία διαθέτει ένα από τα πιο εκτεταμένα κοινωνικά κράτη της Ευρώπης, με υψηλές δαπάνες για συντάξεις, υγεία, εκπαίδευση και κοινωνική προστασία. Το σύστημα αυτό αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του γαλλικού κοινωνικού μοντέλου, αλλά η χρηματοδότησή του γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από τη ραγδαία αύξηση του κόστους δανεισμού. Νωρίτερα σήμερα, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου πλησίασε το 5%, επίπεδο που παραπέμπει σε υψηλά σχεδόν 24 ετών. Παράλληλα, η διαφορά απόδοσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου διευρύνθηκε περίπου στις 153 μονάδες βάσης, αντανακλώντας την αυξημένη επιφυλακτικότητα των επενδυτών.
Για τις αγορές, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ύψος του χρέους, αλλά επεκτείνεται στην ικανότητα της γαλλικής κυβέρνησης να το διαχειριστεί. Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων σημαίνουν ότι το γαλλικό Δημόσιο πρέπει να πληρώνει περισσότερα για να δανείζεται. Αυτές οι επιβαρύνσεις αυξάνουν σταδιακά τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τα περιθώρια για κοινωνικές παροχές, δημόσιες επενδύσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις.
Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: όσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού, τόσο δυσκολότερη γίνεται η δημοσιονομική εξυγίανση. Και όσο οι επενδυτές αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να περιορίσει τα ελλείμματα, τόσο μεγαλύτερες αποδόσεις ζητούν για να αγοράσουν γαλλικά ομόλογα.
Οι κοινωνικές ταραχές ενισχύουν αυτή την αβεβαιότητα. Η κυβέρνηση καλείται να πείσει τις αγορές ότι μπορεί να περιορίσει τις δαπάνες, την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες διαδηλώνουν κατά της ακρίβειας και της υποβάθμισης των δημόσιων υπηρεσιών. Η αύξηση της φορολογίας και οι περικοπές δαπανών αποτελούν πιθανές επιλογές για τη μείωση του ελλείμματος. Όμως, η εφαρμογή τους σε μια ήδη εξοργισμένη κοινωνία θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύμα αντιδράσεων.
Ακόμη μεγαλύτερο εμπόδιο αποτελεί ο πολιτικός κατακερματισμός. Η απουσία σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δυσκολεύει την έγκριση ενός αξιόπιστου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ενώ η προοπτική των προεδρικών εκλογών του 2027 περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια πολιτικών συμβιβασμών.
«Στην Ευρώπη, οι άνθρωποι φοβούνται ολοένα περισσότερο τις αγορές ομολόγων και τα επιτόκια που πρέπει να πληρώνουν οι κυβερνήσεις για να δανειστούν» επισημαίνει ο Πίτερ Τέιλορ-Γκούμπι, καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Κεντ. «Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, που δεν μπορούμε πλέον να αγνοούμε το πρόβλημα. Εάν το κάνουμε, θα οδηγηθούμε σε σοβαρή κρίση» προειδοποιεί.
Το σημαντικότερο στοιχείο της γαλλικής κρίσης είναι ότι δεν πρόκειται για ένα αποκλειστικά γαλλικό πρόβλημα. Αρκετές δυτικές οικονομίες αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις: αυξανόμενα δημόσια χρέη, υψηλές κοινωνικές δαπάνες, περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικών παρεμβάσεων και κυβερνήσεις που διστάζουν να λάβουν αντιδημοφιλείς αποφάσεις.
Η Βρετανία βρίσκεται ιδιαίτερα κοντά στη Γαλλία ως προς τη φύση αυτών των προβλημάτων. Η αύξηση του κόστους δανεισμού, οι πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες και οι δυσκολίες χρηματοδότησης του κοινωνικού κράτους περιορίζουν τις επιλογές της βρετανικής κυβέρνησης.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει επιδεινώσει την κατάσταση σε ολόκληρη τη Δύση, αυξάνοντας το ενεργειακό κόστος και τροφοδοτώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από τον Φεβρουάριο έως τον Σεπτέμβριο η μέση απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων των χωρών της G7 αυξήθηκε κατά περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν δύο δεκαετιών.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι ο συνδυασμός υψηλού χρέους και αυξανόμενων επιτοκίων καθιστά τις οικονομίες πιο ευάλωτες. Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2030, επίπεδο που είχε καταγραφεί τελευταία φορά αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Γαλλία, επομένως, αποτελεί μια προειδοποιητική περίπτωση για ένα ευρύτερο πρόβλημα των προηγμένων οικονομιών: οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν ολοένα περισσότερες υποχρεώσεις, την ώρα που ο δανεισμός γίνεται ακριβότερος και η πολιτική συναίνεση για τον περιορισμό των ελλειμμάτων δυσκολότερη.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση στην πολιτική επιχειρηματολογία του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιεί τη Γαλλία ως παράδειγμα κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης, αλλά η ίδια η αμερικανική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα, ορισμένα από τα οποία παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με εκείνα της γαλλικής.
Το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα για το οικονομικό έτος που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026 έφτασε περίπου τα δύο τρισ. δολάρια, ή 6,2% του ΑΕΠ. Οι καθαρές πληρωμές τόκων ξεπέρασαν το ένα τρισ. δολάρια, φτάνοντας περίπου το 1,05 τρισ., σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις.
Πρόκειται για τεράστια ποσά, που αναδεικνύουν το μέγεθος της αμερικανικής δημοσιονομικής πρόκλησης. Γιατί, λοιπόν, οι αγορές δεν αντιμετωπίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες όπως τη Γαλλία; Η πρώτη και σημαντικότερη απάντηση βρίσκεται στο δολάριο.
Οι ΗΠΑ εκδίδουν το κυριότερο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως στο διεθνές εμπόριο, στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και στην τιμολόγηση βασικών εμπορευμάτων, όπως το πετρέλαιο και ο χρυσός. Η διεθνής ζήτηση για δολάρια ενισχύει παράλληλα τη ζήτηση για αμερικανικά κρατικά ομόλογα, τα οποία παραμένουν βασικό ασφαλές καταφύγιο για τους επενδυτές. Αυτό επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να χρηματοδοτεί τα ελλείμματά της με μεγαλύτερη ευχέρεια από τις περισσότερες άλλες χώρες.
Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι το μέγεθος και η διαφοροποίηση της αμερικανικής οικονομίας. Οι ΗΠΑ διαθέτουν ισχυρούς τεχνολογικούς, βιομηχανικούς, χρηματοπιστωτικούς και ενεργειακούς κλάδους, γεγονός που τις καθιστά περισσότερο ανθεκτικές σε εξωτερικές αναταράξεις.
Υπάρχει όμως και ένας τρίτος παράγοντας, ο οποίος διαφοροποιεί ιδιαίτερα τη σημερινή συγκυρία.
Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει προκαλέσει ένα μεγάλο επενδυτικό κύμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενισχύοντας την οικονομική δραστηριότητα σε μια περίοδο, κατά την οποία άλλοι τομείς εμφανίζουν στασιμότητα ή υποχώρηση.
Οι επενδύσεις σε υποδομές δεδομένων, υπολογιστική ισχύ, ενεργειακά δίκτυα και νέες τεχνολογικές εφαρμογές προσφέρουν στην αμερικανική οικονομία ένα σημαντικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα.
Η σημασία αυτού του παράγοντα είναι καθοριστική για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους.
Μια χώρα μπορεί να διατηρεί υψηλό χρέος χωρίς να αντιμετωπίζει άμεση κρίση, εφόσον η οικονομία της αναπτύσσεται με ρυθμούς που της επιτρέπουν να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της.
Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο το ύψος του χρέους, αλλά και η σχέση ανάμεσα στο κόστος δανεισμού και στις μελλοντικές αναπτυξιακές προοπτικές. «Η Γαλλία και η Βρετανία βρίσκονται αρκετά κοντά» σημειώνει ο Μαρκ Ζάντι, επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s Analytics.
«Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης στην ανάπτυξη καθιστά πιθανότερο να διαχειριστούμε το χρέος μας και να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με πολύ πιο ομαλό τρόπο» εξηγεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική δημοσιονομική πολιτική είναι απαλλαγμένη από κινδύνους. Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η απουσία μιας άμεσης κρίσης δεν πρέπει να συγχέεται με τη δημοσιονομική υπευθυνότητα. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να καταγράφουν μεγάλα ελλείμματα και να συσσωρεύουν χρέος, ενώ το υψηλό κόστος των τόκων περιορίζει σταδιακά τις δυνατότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εφησυχάζουμε» τονίζει ο Ζάντι. «Απλώς, βρισκόμαστε σε διαφορετική θέση».
Ο πραγματικός οικονομικός κίνδυνος για τις ΗΠΑ δεν είναι, επομένως, μια άμεση επανάληψη της γαλλικής κρίσης, αλλά η σταδιακή συσσώρευση προβλημάτων που θα μπορούσαν να περιορίσουν τη δημοσιονομική τους ευελιξία στο μέλλον.
Ένας ακόμη φόβος που συνοδεύει τη γαλλική κρίση είναι το ενδεχόμενο μετάδοσής της στην υπόλοιπη ευρωζώνη.
Η Γαλλία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μια κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στα κρατικά της ομόλογα θα μπορούσε να επηρεάσει τις αγορές άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Ωστόσο, η κατάσταση διαφέρει σημαντικά από την περίοδο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους των αρχών της δεκαετίας του 2010.
Ο Άντριου Κένινγκχαμ, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη στην Capital Economics, εκτιμά ότι μια γαλλική δημοσιονομική κρίση θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομικές επιπτώσεις στην Ευρωζώνη, αλλά οι κίνδυνοι γενικευμένης μετάδοσης είναι μικρότεροι από εκείνους της προηγούμενης κρίσης χρέους.
Ένας σημαντικός παράγοντας είναι η ύπαρξη περισσότερων εργαλείων προστασίας της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει, μεταξύ άλλων, το εργαλείο προστασίας της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, γνωστό ως TPI, που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό αδικαιολόγητων πιέσεων στις αγορές ομολόγων.
Η παρέμβασή της, ωστόσο, δεν είναι αυτόματη ούτε δεδομένη. Θα εξαρτηθεί από τη φύση της κρίσης, τις συνθήκες στις αγορές και τη δέσμευση της γαλλικής κυβέρνησης σε μια αξιόπιστη δημοσιονομική πολιτική.
Επιπλέον, αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες εμφανίζουν μικρότερα δημοσιονομικά ελλείμματα από τη Γαλλία, ενώ η ίδια η Ευρωζώνη διαθέτει ισχυρότερους μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων σε σύγκριση με το παρελθόν.
Ένας ακόμη παράγοντας που περιορίζει τον άμεσο πολιτικό κίνδυνο είναι ότι οι βασικές πολιτικές δυνάμεις της Γαλλίας εξακολουθούν να υποστηρίζουν την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ακόμη και η Μαρίν Λεπέν, η οποία στο παρελθόν είχε ταχθεί υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ, έχει εγκαταλείψει αυτή τη θέση.
Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) έχει υποστηρίξει την αποχώρηση της χώρας από την Ένωση, αλλά παραμένει μακριά από τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Επομένως, παρά τις σοβαρές οικονομικές πιέσεις, δεν προκύπτει προς το παρόν ότι η Γαλλία βρίσκεται στα πρόθυρα μιας κρίσης ικανής να συμπαρασύρει ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό δεν αναιρεί τις ανησυχίες των επενδυτών, αλλά δείχνει ότι άλλο πράγμα είναι ο κίνδυνος μιας γαλλικής δημοσιονομικής κρίσης και άλλο το ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης ευρωπαϊκής κατάρρευσης.
Ενώ ο Τραμπ χρησιμοποιεί τη Γαλλία ως παράδειγμα προς αποφυγή, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τη δική τους δημοσιονομική δοκιμασία μέσα στο 2027. Ο κίνδυνος σχετίζεται με το ανώτατο όριο του ομοσπονδιακού χρέους, το οποίο αναμένεται να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η αύξηση ή η αναστολή του ορίου απαιτεί συμφωνία στο Κογκρέσο, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό αδιέξοδο εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο ενός ή και των δύο νομοθετικών σωμάτων μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών του Αμερικανού προέδρου στο δεύτερο μισό της θητείας του.
Σε ακραία περίπτωση, η αποτυχία έγκαιρης αύξησης του ορίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε αθέτηση πληρωμών από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, όχι επειδή η αμερικανική οικονομία δεν διαθέτει τους πόρους να εξυπηρετήσει το χρέος της, αλλά εξαιτίας ενός πολιτικού και θεσμικού αδιεξόδου.
«Θα μπορούσε κανείς να διαμορφώσει ένα σενάριο στο οποίο θα ξεπεράσουμε το όριο χρέους μέχρι το Χάλογουιν της επόμενης χρονιάς» προειδοποιεί ο Μαρκ Ζάντι. «Και τότε θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε άλλα προβλήματα» προσθέτει.
Η ειρωνεία είναι εμφανής: την ώρα που η Ουάσινγκτον παρουσιάζει τη Γαλλία ως σύμβολο μιας χώρας που κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα ενδέχεται να δημιουργήσει τη δική του κρίση χρέους μέσω της αδυναμίας επίτευξης συμφωνίας.
Η γαλλική κρίση αναδεικνύει ένα από τα δυσκολότερα διλήμματα των σύγχρονων δυτικών δημοκρατιών.
Οι πολίτες απαιτούν καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, οικονομική προστασία, υψηλότερα εισοδήματα και διατήρηση των κοινωνικών παροχών. Οι κυβερνήσεις, από την άλλη πλευρά, βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλά χρέη, αυξανόμενες δαπάνες και ολοένα μικρότερα περιθώρια χρηματοδότησης των υποχρεώσεών τους.
Το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τη Γαλλία. Η Βρετανία αντιμετωπίζει ανάλογες πιέσεις, ενώ οι ΗΠΑ, παρά το πλεονέκτημα του δολαρίου και τη δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης, δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένη τη δυνατότητα να αυξάνουν επ' αόριστον το δημόσιο χρέος τους χωρίς συνέπειες.
Ωστόσο, υπάρχει σημαντική απόσταση ανάμεσα στη διαπίστωση αυτών των κινδύνων και στην παρουσίαση της Γαλλίας ως προάγγελου μιας γενικευμένης κατάρρευσης της Δύσης.
Οι εικόνες από τις φλεγόμενες γαλλικές πόλεις είναι πραγματικές. Το ίδιο και η πίεση που ασκούν οι αγορές στο γαλλικό Δημόσιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κοινωνική αναταραχή οφείλεται στους λόγους που επικαλείται ο Τραμπ, ούτε ότι οι υπόλοιπες δυτικές οικονομίες βρίσκονται αναπόφευκτα μπροστά στο ίδιο σενάριο.
Για τον Μακρόν, ο «γαλλικός μπαμπούλας» είναι η απειλή μιας δημοσιονομικής κρίσης που θα μπορούσε να καταστήσει ακόμη δυσκολότερη τη διακυβέρνηση μιας ήδη διχασμένης χώρας.
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, είναι η υπενθύμιση ότι η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και η δημοσιονομική σταθερότητα πρέπει να επιδιώκονται ταυτόχρονα, ακόμη και όταν οι σχετικές πολιτικές επιλογές είναι εξαιρετικά δύσκολες.
Για τον Τραμπ, αντίθετα, αποτελεί κυρίως ένα ισχυρό προεκλογικό αφήγημα, το οποίο του επιτρέπει να παρουσιάζει τους πολιτικούς του αντιπάλους ως απειλή για την ασφάλεια και το μέλλον των Ηνωμένων Πολιτειών.
Και κάπως έτσι, η Γαλλία έχει γίνει ταυτόχρονα ο οικονομικός φόβος των αγορών και ο πολιτικός «μπαμπούλας» του Τραμπ. Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι ο πρώτος στηρίζεται σε πραγματικές δημοσιονομικές ανισορροπίες, ενώ ο δεύτερος τροφοδοτείται από την επιλεκτική αξιοποίηση των εικόνων της κοινωνικής αναταραχής.
Το μεγάλο ερώτημα για τη Δύση δεν είναι αν θα γίνει αύριο η επόμενη Γαλλία, αλλά αν οι κυβερνήσεις της θα καταφέρουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που μοιράζονται με αυτήν, προτού οι οικονομικές πιέσεις μετατραπούν σε ακόμη βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις.
Σε άλλο σημείο της ομιλίας του, ισχυρίστηκε ότι η Γαλλία «κατακτάται, λεηλατείται και παραδίδεται στις φλόγες από μετανάστες, τζιχαντιστές και κομμουνιστές που μισούν τον χριστιανισμό». Μιλώντας σε δημοσιογράφους, δε, είχε υποστηρίξει ότι η κρίση στη Γαλλία αφορά «στη μετανάστευση και όχι στα σχολεία», χωρίς όμως -για πολλοστή φορά- να παρουσιάσει στοιχεία, που να στηρίζουν τον ισχυρισμό του.
Αυτό, βεβαίως, δεν εμπόδισε τον Τραμπ να παρουσιάσει τις γαλλικές ταραχές ως απειλή για τον δυτικό πολιτισμό και να τις εντάξει στη συνήθη προεκλογική του ρητορική κατά της μετανάστευσης και της Αριστεράς.
Η πολιτική σκοπιμότητα είναι σαφής. Εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, την ώρα που η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο στο Ιράν και το υψηλό κόστος ζωής ασκεί πιέσεις στην κυβέρνηση.
Ακόμη και στο παραδοσιακά συντηρητικό Κάνσας, ο Τραμπ αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει προεκλογική συγκέντρωση για να ενισχύσει τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ, ο οποίος αντιμετωπίζει μια απροσδόκητα ανταγωνιστική εκλογική αναμέτρηση. Η αξιοποίηση του γαλλικού παραδείγματος εντάσσεται, επομένως, σε μια ευρύτερη προσπάθεια συσπείρωσης των συντηρητικών ψηφοφόρων, μέσω της προβολής ενός εξωτερικού κινδύνου.
Τη γραμμή Τραμπ υιοθέτησαν και άλλα κορυφαία στελέχη των Ρεπουμπλικανών. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, δημοσίευσε στην πλατφόρμα X βίντεο από την πυρκαγιά στο δημαρχείο της Λιμόζ, συνοδεύοντάς το με μια ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση. «Οι φιλελεύθεροι της Δύσης εισήγαγαν τον Τρίτο Κόσμο στη Γαλλία και σε άλλες χώρες στο όνομα της διαφορετικότητας και της συμπόνιας» έγραψε.
«Αυτό είναι το μέλλον που επιδιώκουν οι Δημοκρατικοί του Κογκρέσου για τη χώρα σας» προσέθεσε με νόημα.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον και ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τσιπ Ρόι, συνδέοντας τις γαλλικές ταραχές με την αμερικανική πολιτική αντιπαράθεση.
Την ίδια στιγμή, στη Γαλλία, ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν επιχειρεί επίσης να αξιοποιήσει την κοινωνική αναταραχή εν όψει των προεδρικών εκλογών, προβάλλοντας τις εικόνες της καταστροφής ως απόδειξη της αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής για την ασφάλεια.
Έτσι, ο «γαλλικός μπαμπούλας» αποκτά διαφορετικές χρήσεις ανάλογα με το ακροατήριο: για τη γαλλική ακροδεξιά συμβολίζει την αποτυχία του Μακρόν να διατηρήσει την τάξη, ενώ για τους Ρεπουμπλικανούς στις ΗΠΑ μετατρέπεται σε προειδοποίηση για τις υποτιθέμενες συνέπειες μιας νίκης των Δημοκρατικών.
Ο Εμανουέλ Μακρόν επιχειρεί, από την πλευρά του, να διαχωρίσει τους ειρηνικούς διαδηλωτές από τις ομάδες που ευθύνονται για τα επεισόδια. Ο Γάλλος πρόεδρος έχει αναγνωρίσει ότι οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις εκφράζουν θεμιτά αιτήματα, ιδίως για το κόστος ζωής και την άνοδο των τιμών των καυσίμων εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν.
Παράλληλα, στο κυριακάτικο διάγγελμά του, καταδίκασε την ανεξέλεγκτη βία, αποδίδοντας μεγάλο μέρος των επεισοδίων σε ομάδες της ριζοσπαστικής Αριστεράς και σε εγκληματικά στοιχεία που εκμεταλλεύθηκαν τις διαδηλώσεις.
Ωστόσο, όσο οι εικόνες της καταστροφής κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τη γαλλική κυβέρνηση να επαναφέρει την προσοχή στα βαθύτερα οικονομικά και κοινωνικά αίτια της κρίσης.
Ο πραγματικός «μπαμπούλας» των αγορών: Χρέος 119% του ΑΕΠ και επιτόκια στα ύψη
Πίσω από την πολιτική εκμετάλλευση των ταραχών βρίσκεται, ωστόσο, μια διαφορετική και πολύ πιο συγκεκριμένη απειλή. Η Γαλλία αντιμετωπίζει μια δημοσιονομική κρίση, που δεν δημιουργήθηκε από τις πρόσφατες διαδηλώσεις, αλλά επιδεινώνεται από αυτές.
Το δημόσιο χρέος της χώρας έχει φτάσει περίπου στο 119% του ΑΕΠ, σχεδόν διπλάσιο από το όριο αναφοράς του 60% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες. Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώνεται στο 5,4% του ΑΕΠ, σημαντικά υψηλότερα από το όριο του 3%.
Πρόκειται για μια ανισορροπία που συσσωρεύεται εδώ και δεκαετίες. Η Γαλλία διαθέτει ένα από τα πιο εκτεταμένα κοινωνικά κράτη της Ευρώπης, με υψηλές δαπάνες για συντάξεις, υγεία, εκπαίδευση και κοινωνική προστασία. Το σύστημα αυτό αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του γαλλικού κοινωνικού μοντέλου, αλλά η χρηματοδότησή του γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από τη ραγδαία αύξηση του κόστους δανεισμού. Νωρίτερα σήμερα, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου πλησίασε το 5%, επίπεδο που παραπέμπει σε υψηλά σχεδόν 24 ετών. Παράλληλα, η διαφορά απόδοσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου διευρύνθηκε περίπου στις 153 μονάδες βάσης, αντανακλώντας την αυξημένη επιφυλακτικότητα των επενδυτών.
Για τις αγορές, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ύψος του χρέους, αλλά επεκτείνεται στην ικανότητα της γαλλικής κυβέρνησης να το διαχειριστεί. Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων σημαίνουν ότι το γαλλικό Δημόσιο πρέπει να πληρώνει περισσότερα για να δανείζεται. Αυτές οι επιβαρύνσεις αυξάνουν σταδιακά τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τα περιθώρια για κοινωνικές παροχές, δημόσιες επενδύσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις.
Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: όσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού, τόσο δυσκολότερη γίνεται η δημοσιονομική εξυγίανση. Και όσο οι επενδυτές αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να περιορίσει τα ελλείμματα, τόσο μεγαλύτερες αποδόσεις ζητούν για να αγοράσουν γαλλικά ομόλογα.
Οι κοινωνικές ταραχές ενισχύουν αυτή την αβεβαιότητα. Η κυβέρνηση καλείται να πείσει τις αγορές ότι μπορεί να περιορίσει τις δαπάνες, την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες διαδηλώνουν κατά της ακρίβειας και της υποβάθμισης των δημόσιων υπηρεσιών. Η αύξηση της φορολογίας και οι περικοπές δαπανών αποτελούν πιθανές επιλογές για τη μείωση του ελλείμματος. Όμως, η εφαρμογή τους σε μια ήδη εξοργισμένη κοινωνία θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύμα αντιδράσεων.
Ακόμη μεγαλύτερο εμπόδιο αποτελεί ο πολιτικός κατακερματισμός. Η απουσία σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δυσκολεύει την έγκριση ενός αξιόπιστου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, ενώ η προοπτική των προεδρικών εκλογών του 2027 περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια πολιτικών συμβιβασμών.
«Στην Ευρώπη, οι άνθρωποι φοβούνται ολοένα περισσότερο τις αγορές ομολόγων και τα επιτόκια που πρέπει να πληρώνουν οι κυβερνήσεις για να δανειστούν» επισημαίνει ο Πίτερ Τέιλορ-Γκούμπι, καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Κεντ. «Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, που δεν μπορούμε πλέον να αγνοούμε το πρόβλημα. Εάν το κάνουμε, θα οδηγηθούμε σε σοβαρή κρίση» προειδοποιεί.
Γιατί ο «γαλλικός μπαμπούλας» ανησυχεί και τη Βρετανία
Το σημαντικότερο στοιχείο της γαλλικής κρίσης είναι ότι δεν πρόκειται για ένα αποκλειστικά γαλλικό πρόβλημα. Αρκετές δυτικές οικονομίες αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις: αυξανόμενα δημόσια χρέη, υψηλές κοινωνικές δαπάνες, περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικών παρεμβάσεων και κυβερνήσεις που διστάζουν να λάβουν αντιδημοφιλείς αποφάσεις.
Η Βρετανία βρίσκεται ιδιαίτερα κοντά στη Γαλλία ως προς τη φύση αυτών των προβλημάτων. Η αύξηση του κόστους δανεισμού, οι πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες και οι δυσκολίες χρηματοδότησης του κοινωνικού κράτους περιορίζουν τις επιλογές της βρετανικής κυβέρνησης.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει επιδεινώσει την κατάσταση σε ολόκληρη τη Δύση, αυξάνοντας το ενεργειακό κόστος και τροφοδοτώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, από τον Φεβρουάριο έως τον Σεπτέμβριο η μέση απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων των χωρών της G7 αυξήθηκε κατά περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν δύο δεκαετιών.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι ο συνδυασμός υψηλού χρέους και αυξανόμενων επιτοκίων καθιστά τις οικονομίες πιο ευάλωτες. Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2030, επίπεδο που είχε καταγραφεί τελευταία φορά αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Γαλλία, επομένως, αποτελεί μια προειδοποιητική περίπτωση για ένα ευρύτερο πρόβλημα των προηγμένων οικονομιών: οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν ολοένα περισσότερες υποχρεώσεις, την ώρα που ο δανεισμός γίνεται ακριβότερος και η πολιτική συναίνεση για τον περιορισμό των ελλειμμάτων δυσκολότερη.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση στην πολιτική επιχειρηματολογία του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιεί τη Γαλλία ως παράδειγμα κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης, αλλά η ίδια η αμερικανική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα, ορισμένα από τα οποία παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με εκείνα της γαλλικής.
Το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα για το οικονομικό έτος που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2026 έφτασε περίπου τα δύο τρισ. δολάρια, ή 6,2% του ΑΕΠ. Οι καθαρές πληρωμές τόκων ξεπέρασαν το ένα τρισ. δολάρια, φτάνοντας περίπου το 1,05 τρισ., σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις.
Πρόκειται για τεράστια ποσά, που αναδεικνύουν το μέγεθος της αμερικανικής δημοσιονομικής πρόκλησης. Γιατί, λοιπόν, οι αγορές δεν αντιμετωπίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες όπως τη Γαλλία; Η πρώτη και σημαντικότερη απάντηση βρίσκεται στο δολάριο.
Οι ΗΠΑ εκδίδουν το κυριότερο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως στο διεθνές εμπόριο, στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές και στην τιμολόγηση βασικών εμπορευμάτων, όπως το πετρέλαιο και ο χρυσός. Η διεθνής ζήτηση για δολάρια ενισχύει παράλληλα τη ζήτηση για αμερικανικά κρατικά ομόλογα, τα οποία παραμένουν βασικό ασφαλές καταφύγιο για τους επενδυτές. Αυτό επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να χρηματοδοτεί τα ελλείμματά της με μεγαλύτερη ευχέρεια από τις περισσότερες άλλες χώρες.
Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι το μέγεθος και η διαφοροποίηση της αμερικανικής οικονομίας. Οι ΗΠΑ διαθέτουν ισχυρούς τεχνολογικούς, βιομηχανικούς, χρηματοπιστωτικούς και ενεργειακούς κλάδους, γεγονός που τις καθιστά περισσότερο ανθεκτικές σε εξωτερικές αναταράξεις.
Υπάρχει όμως και ένας τρίτος παράγοντας, ο οποίος διαφοροποιεί ιδιαίτερα τη σημερινή συγκυρία.
Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει προκαλέσει ένα μεγάλο επενδυτικό κύμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενισχύοντας την οικονομική δραστηριότητα σε μια περίοδο, κατά την οποία άλλοι τομείς εμφανίζουν στασιμότητα ή υποχώρηση.
Οι επενδύσεις σε υποδομές δεδομένων, υπολογιστική ισχύ, ενεργειακά δίκτυα και νέες τεχνολογικές εφαρμογές προσφέρουν στην αμερικανική οικονομία ένα σημαντικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα.
Η σημασία αυτού του παράγοντα είναι καθοριστική για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους.
Μια χώρα μπορεί να διατηρεί υψηλό χρέος χωρίς να αντιμετωπίζει άμεση κρίση, εφόσον η οικονομία της αναπτύσσεται με ρυθμούς που της επιτρέπουν να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της.
Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο το ύψος του χρέους, αλλά και η σχέση ανάμεσα στο κόστος δανεισμού και στις μελλοντικές αναπτυξιακές προοπτικές. «Η Γαλλία και η Βρετανία βρίσκονται αρκετά κοντά» σημειώνει ο Μαρκ Ζάντι, επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s Analytics.
«Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης στην ανάπτυξη καθιστά πιθανότερο να διαχειριστούμε το χρέος μας και να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με πολύ πιο ομαλό τρόπο» εξηγεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική δημοσιονομική πολιτική είναι απαλλαγμένη από κινδύνους. Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η απουσία μιας άμεσης κρίσης δεν πρέπει να συγχέεται με τη δημοσιονομική υπευθυνότητα. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να καταγράφουν μεγάλα ελλείμματα και να συσσωρεύουν χρέος, ενώ το υψηλό κόστος των τόκων περιορίζει σταδιακά τις δυνατότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εφησυχάζουμε» τονίζει ο Ζάντι. «Απλώς, βρισκόμαστε σε διαφορετική θέση».
Ο πραγματικός οικονομικός κίνδυνος για τις ΗΠΑ δεν είναι, επομένως, μια άμεση επανάληψη της γαλλικής κρίσης, αλλά η σταδιακή συσσώρευση προβλημάτων που θα μπορούσαν να περιορίσουν τη δημοσιονομική τους ευελιξία στο μέλλον.
Μπορεί ο «γαλλικός μπαμπούλας» να εξαπλωθεί στην Ευρώπη;
Ένας ακόμη φόβος που συνοδεύει τη γαλλική κρίση είναι το ενδεχόμενο μετάδοσής της στην υπόλοιπη ευρωζώνη.
Η Γαλλία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μια κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στα κρατικά της ομόλογα θα μπορούσε να επηρεάσει τις αγορές άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Ωστόσο, η κατάσταση διαφέρει σημαντικά από την περίοδο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους των αρχών της δεκαετίας του 2010.
Ο Άντριου Κένινγκχαμ, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη στην Capital Economics, εκτιμά ότι μια γαλλική δημοσιονομική κρίση θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομικές επιπτώσεις στην Ευρωζώνη, αλλά οι κίνδυνοι γενικευμένης μετάδοσης είναι μικρότεροι από εκείνους της προηγούμενης κρίσης χρέους.
Ένας σημαντικός παράγοντας είναι η ύπαρξη περισσότερων εργαλείων προστασίας της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει, μεταξύ άλλων, το εργαλείο προστασίας της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, γνωστό ως TPI, που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό αδικαιολόγητων πιέσεων στις αγορές ομολόγων.
Η παρέμβασή της, ωστόσο, δεν είναι αυτόματη ούτε δεδομένη. Θα εξαρτηθεί από τη φύση της κρίσης, τις συνθήκες στις αγορές και τη δέσμευση της γαλλικής κυβέρνησης σε μια αξιόπιστη δημοσιονομική πολιτική.
Επιπλέον, αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες εμφανίζουν μικρότερα δημοσιονομικά ελλείμματα από τη Γαλλία, ενώ η ίδια η Ευρωζώνη διαθέτει ισχυρότερους μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων σε σύγκριση με το παρελθόν.
Ένας ακόμη παράγοντας που περιορίζει τον άμεσο πολιτικό κίνδυνο είναι ότι οι βασικές πολιτικές δυνάμεις της Γαλλίας εξακολουθούν να υποστηρίζουν την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ακόμη και η Μαρίν Λεπέν, η οποία στο παρελθόν είχε ταχθεί υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ, έχει εγκαταλείψει αυτή τη θέση.
Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) έχει υποστηρίξει την αποχώρηση της χώρας από την Ένωση, αλλά παραμένει μακριά από τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Επομένως, παρά τις σοβαρές οικονομικές πιέσεις, δεν προκύπτει προς το παρόν ότι η Γαλλία βρίσκεται στα πρόθυρα μιας κρίσης ικανής να συμπαρασύρει ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό δεν αναιρεί τις ανησυχίες των επενδυτών, αλλά δείχνει ότι άλλο πράγμα είναι ο κίνδυνος μιας γαλλικής δημοσιονομικής κρίσης και άλλο το ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης ευρωπαϊκής κατάρρευσης.
Ο αμερικανικός «μπαμπούλας» του 2027: Το όριο χρέους
Ενώ ο Τραμπ χρησιμοποιεί τη Γαλλία ως παράδειγμα προς αποφυγή, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τη δική τους δημοσιονομική δοκιμασία μέσα στο 2027. Ο κίνδυνος σχετίζεται με το ανώτατο όριο του ομοσπονδιακού χρέους, το οποίο αναμένεται να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η αύξηση ή η αναστολή του ορίου απαιτεί συμφωνία στο Κογκρέσο, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό αδιέξοδο εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο ενός ή και των δύο νομοθετικών σωμάτων μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών του Αμερικανού προέδρου στο δεύτερο μισό της θητείας του.
Σε ακραία περίπτωση, η αποτυχία έγκαιρης αύξησης του ορίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε αθέτηση πληρωμών από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, όχι επειδή η αμερικανική οικονομία δεν διαθέτει τους πόρους να εξυπηρετήσει το χρέος της, αλλά εξαιτίας ενός πολιτικού και θεσμικού αδιεξόδου.
«Θα μπορούσε κανείς να διαμορφώσει ένα σενάριο στο οποίο θα ξεπεράσουμε το όριο χρέους μέχρι το Χάλογουιν της επόμενης χρονιάς» προειδοποιεί ο Μαρκ Ζάντι. «Και τότε θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε άλλα προβλήματα» προσθέτει.
Η ειρωνεία είναι εμφανής: την ώρα που η Ουάσινγκτον παρουσιάζει τη Γαλλία ως σύμβολο μιας χώρας που κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα ενδέχεται να δημιουργήσει τη δική του κρίση χρέους μέσω της αδυναμίας επίτευξης συμφωνίας.
Τελικά, πόσο πραγματικός είναι ο «γαλλικός μπαμπούλας»;
Η γαλλική κρίση αναδεικνύει ένα από τα δυσκολότερα διλήμματα των σύγχρονων δυτικών δημοκρατιών.
Οι πολίτες απαιτούν καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, οικονομική προστασία, υψηλότερα εισοδήματα και διατήρηση των κοινωνικών παροχών. Οι κυβερνήσεις, από την άλλη πλευρά, βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλά χρέη, αυξανόμενες δαπάνες και ολοένα μικρότερα περιθώρια χρηματοδότησης των υποχρεώσεών τους.
Το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τη Γαλλία. Η Βρετανία αντιμετωπίζει ανάλογες πιέσεις, ενώ οι ΗΠΑ, παρά το πλεονέκτημα του δολαρίου και τη δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης, δεν μπορούν να θεωρούν δεδομένη τη δυνατότητα να αυξάνουν επ' αόριστον το δημόσιο χρέος τους χωρίς συνέπειες.
Ωστόσο, υπάρχει σημαντική απόσταση ανάμεσα στη διαπίστωση αυτών των κινδύνων και στην παρουσίαση της Γαλλίας ως προάγγελου μιας γενικευμένης κατάρρευσης της Δύσης.
Οι εικόνες από τις φλεγόμενες γαλλικές πόλεις είναι πραγματικές. Το ίδιο και η πίεση που ασκούν οι αγορές στο γαλλικό Δημόσιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κοινωνική αναταραχή οφείλεται στους λόγους που επικαλείται ο Τραμπ, ούτε ότι οι υπόλοιπες δυτικές οικονομίες βρίσκονται αναπόφευκτα μπροστά στο ίδιο σενάριο.
Για τον Μακρόν, ο «γαλλικός μπαμπούλας» είναι η απειλή μιας δημοσιονομικής κρίσης που θα μπορούσε να καταστήσει ακόμη δυσκολότερη τη διακυβέρνηση μιας ήδη διχασμένης χώρας.
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, είναι η υπενθύμιση ότι η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και η δημοσιονομική σταθερότητα πρέπει να επιδιώκονται ταυτόχρονα, ακόμη και όταν οι σχετικές πολιτικές επιλογές είναι εξαιρετικά δύσκολες.
Για τον Τραμπ, αντίθετα, αποτελεί κυρίως ένα ισχυρό προεκλογικό αφήγημα, το οποίο του επιτρέπει να παρουσιάζει τους πολιτικούς του αντιπάλους ως απειλή για την ασφάλεια και το μέλλον των Ηνωμένων Πολιτειών.
Και κάπως έτσι, η Γαλλία έχει γίνει ταυτόχρονα ο οικονομικός φόβος των αγορών και ο πολιτικός «μπαμπούλας» του Τραμπ. Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι ο πρώτος στηρίζεται σε πραγματικές δημοσιονομικές ανισορροπίες, ενώ ο δεύτερος τροφοδοτείται από την επιλεκτική αξιοποίηση των εικόνων της κοινωνικής αναταραχής.
Το μεγάλο ερώτημα για τη Δύση δεν είναι αν θα γίνει αύριο η επόμενη Γαλλία, αλλά αν οι κυβερνήσεις της θα καταφέρουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που μοιράζονται με αυτήν, προτού οι οικονομικές πιέσεις μετατραπούν σε ακόμη βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr