Ιλχάν Ομάρ κατά Τραμπ μετά την έφοδο στο σπίτι της: «Δεν θα με φιμώσουν, εδώ και δέκα χρόνια με στοχοποιεί με ψέματα»

«Τη θεωρώ εντελώς διεφθαρμένη και απαίσιο άνθρωπο», απαντά ο Αμερικανός πρόεδρος, αρνούμενος κάθε ανάμειξη στην έρευνα - Αντιδράσεις από τους Δημοκρατικούς, που καταγγέλλουν πολιτικό εκφοβισμό

Σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την έφοδο ομοσπονδιακών πρακτόρων στο σπίτι της Δημοκρατικής βουλευτού Ιλχάν Ομάρ στην Ουάσινγκτον, με την ίδια να κατηγορεί τον Ντόναλντ Τραμπ ότι χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς του κράτους για να εκφοβίσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Η επιχείρηση της Δευτέρας (12/10), στο πλαίσιο έρευνας για πιθανή μεταναστευτική απάτη, προκάλεσε την έντονη αντίδραση της ηγεσίας των Δημοκρατικών, που καταγγέλλει κατάχρηση εξουσίας μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Στην πρώτη της αντίδραση μετά την επιχείρηση των ομοσπονδιακών αρχών, η 44χρονη βουλευτής από τη Μινεσότα κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να μετατρέψει την ομοσπονδιακή δικαιοσύνη σε εργαλείο πολιτικών διώξεων.

«Εδώ και δέκα χρόνια ο Τραμπ με στοχοποιεί με αβάσιμα ψέματα και εκστρατείες συκοφάντησης. Αυτή είναι απλώς η τελευταία κλιμάκωση της εκστρατείας πολιτικού εκφοβισμού του εναντίον μου. Δεν θα με φιμώσουν», ανέφερε σε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.



Σε ανακοίνωσή του, το γραφείο της Ομάρ χαρακτήρισε την έρευνα «εξοργιστική κατάχρηση εξουσίας» και «πρωτοφανή κλιμάκωση της εργαλειοποίησης των ομοσπονδιακών υπηρεσιών επιβολής του νόμου για τη στοχοποίηση πολιτικών αντιπάλων».

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η βουλευτής δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα, προσθέτοντας ότι κανένας πρόεδρος δεν θα πρέπει να μπορεί να αξιοποιεί την κρατική εξουσία προκειμένου να εκφοβίζει τους αντιπάλους του.

Τραμπ για Ομάρ: «Τη θεωρώ εντελώς διεφθαρμένη και απαίσιο άνθρωπο»

Στην υπόθεση αναφέρθηκε και ο Ντόναλντ Τραμπ, εξαπολύοντας νέα προσωπική επίθεση εναντίον της Ιλχάν Ομάρ, ενώ παράλληλα επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την έρευνα των ομοσπονδιακών αρχών, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει καμία ανάμειξη.

«Απ' ό,τι καταλαβαίνω, την εξετάζουν πολύ προσεκτικά. Προσωπικά, ανέκαθεν τη θεωρούσα εντελώς διεφθαρμένη, αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με εμένα. Πιστεύω ότι είναι απαίσιος άνθρωπος, όμως αυτό είναι πραγματικά θέμα του υπουργείου Δικαιοσύνης. Εγώ δεν έχω καμία σχέση με την υπόθεση», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος.



Η τοποθέτησή του έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τις καταγγελίες της Ομάρ, η οποία υποστηρίζει ότι βρίσκεται στο στόχαστρο μιας εκστρατείας πολιτικού εκφοβισμού από την κυβέρνηση Τραμπ. Ο ίδιος, πάντως, επιμένει ότι η διερεύνηση της υπόθεσης αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του υπουργείου Δικαιοσύνης.

«Ανεξέλεγκτη κατάχρηση εξουσίας», καταγγέλλει η ηγεσία των Δημοκρατικών

Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους κινήθηκε και η αντίδραση της ηγεσίας των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, Χακίμ Τζέφρις, μαζί με την Κάθριν Κλαρκ και τον Πιτ Αγκιλάρ, εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, χαρακτηρίζοντας την επιχείρηση «βαθιά ανησυχητική».



Σύμφωνα με τους τρεις αξιωματούχους, η ενέργεια εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη συνεχιζόμενη εργαλειοποίηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης εναντίον προσώπων που βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ.

Οι Δημοκρατικοί υποστήριξαν ότι η Ομάρ βρίσκεται εδώ και χρόνια στο στόχαστρο του Αμερικανού προέδρου και ακροδεξιών κύκλων, με προσωπικές επιθέσεις και αβάσιμες κατηγορίες.

«Ο μηχανισμός μαζικών απελάσεων του Τραμπ έφτασε μέχρι το σπίτι μιας νόμιμα εκλεγμένης βουλευτού του Κογκρέσου και της οικογένειάς της», ανέφεραν, τονίζοντας ότι οι Αμερικανοί πολίτες δικαιούνται διαφάνεια.

Δεσμεύτηκαν, μάλιστα, ότι θα επιδιώξουν την πλήρη απόδοση ευθυνών για αυτό που χαρακτήρισαν «ανεξέλεγκτη κατάχρηση εξουσίας» από τα υπουργεία Εσωτερικής Ασφάλειας και Δικαιοσύνης.

Στο πλευρό της Ομάρ τάχθηκε και ο κυβερνήτης της Μινεσότα, Τιμ Γουόλς, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Τραμπ ότι εκμεταλλεύεται την εξουσία του για να πλήξει πολιτικούς αντιπάλους λίγο πριν από τις εκλογές.

«Οι Αμερικανοί καταλαβαίνουν πολύ καλά τι συμβαίνει. Ο πρόεδρος Τραμπ καταχράται την εξουσία του για να στραφεί εναντίον πολιτικών αντιπάλων λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές», έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.



Από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών, ελάχιστοι βουλευτές τοποθετήθηκαν δημόσια. Μεταξύ αυτών, η Νάνσι Μέις δήλωσε ότι, εφόσον αποδειχθεί η απάτη, η Ομάρ θα πρέπει να χάσει την αμερικανική υπηκοότητά της και να απομακρυνθεί από τη χώρα.

«Κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου», υπογράμμισε.



Στο μικροσκόπιο η χρονική στιγμή της έρευνας

Πέρα από τις αντιδράσεις, η υπόθεση προκαλεί ερωτήματα και για τη χρονική στιγμή που επέλεξαν οι ομοσπονδιακές αρχές να προχωρήσουν στην επιχείρηση, καθώς απομένουν λιγότερες από 30 ημέρες μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Η αμερικανική νομοθετική πρακτική και οι εσωτερικές οδηγίες του υπουργείου Δικαιοσύνης προβλέπουν ότι οι εισαγγελείς και οι ομοσπονδιακοί πράκτορες δεν πρέπει να προγραμματίζουν ενέργειες με σκοπό να επηρεάσουν το αποτέλεσμα εκλογών ή να ευνοήσουν συγκεκριμένο υποψήφιο ή κόμμα.

Παραδοσιακά, το υπουργείο αποφεύγει ερευνητικές ενέργειες που ενδέχεται να δημοσιοποιηθούν κατά το διάστημα των περίπου 60 ημερών πριν από τις εκλογές, ιδιαίτερα όταν αφορούν πολιτικούς υποψηφίους.

Ο καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου Τζορτζ Ουάσινγκτον και πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας για υποθέσεις διαφθοράς, Ράνταλ Ελάιασον, εκτίμησε ότι η έφοδος φαίνεται να αποκλίνει από τη συγκεκριμένη πρακτική, σημειώνοντας πάντως ότι δεν υπάρχει τρόπος υποχρεωτικής επιβολής αυτών των εσωτερικών κανόνων.

Όπως εξήγησε, σκοπός τους είναι να αποτρέπεται ακόμη και η εντύπωση ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης παρεμβαίνει στην πολιτική διαδικασία.

«Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι δεν θα ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την παραβίαση αυτής της πολιτικής, καθώς έχουν δείξει με πολλούς άλλους τρόπους ότι δεν τους απασχολεί ιδιαίτερα η πολιτικοποίηση του υπουργείου Δικαιοσύνης», υποστήριξε.

Σύμφωνα με πρόσωπο που γνωρίζει την έρευνα, πριν από την εκτέλεση του εντάλματος υπήρξαν διαβουλεύσεις με το Τμήμα Δημόσιας Ακεραιότητας του υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο παραδοσιακά συμβούλευε και ενέκρινε έρευνες σε βάρος μελών του Κογκρέσου, καθώς και με τον εκτελούντα χρέη αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης, Τρεντ ΜακΚότερ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση Τραμπ έχει περιορίσει σημαντικά τις αρμοδιότητες του συγκεκριμένου τμήματος, μειώνοντας παράλληλα το προσωπικό του σε περίπου δύο δικηγόρους.

Η απειλή απέλασης και οι έρευνες σε βάρος επικριτών του Τραμπ

Την ίδια ώρα, επανέρχονται στο προσκήνιο οι δηλώσεις του υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας, Μάρκγουεϊν Μάλιν, ο οποίος τον περασμένο μήνα είχε προαναγγείλει εξελίξεις στην έρευνα για την είσοδο της οικογένειας Ομάρ στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μιλώντας στον συντηρητικό podcaster Μπένι Τζόνσον, είχε δηλώσει ότι «κάτι πρόκειται να συμβεί», προειδοποιώντας πως «αν μπορέσουμε να αποδείξουμε ότι δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι εξαρχής εδώ, θα σε απελάσουμε».

Από την πλευρά του, ο αρμόδιος της κυβέρνησης Τραμπ για την ασφάλεια των συνόρων, Τομ Χόμαν, δήλωσε στο Fox Business Network ότι την έρευνα συντονίζει το υπουργείο Δικαιοσύνης σε συνεργασία με το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, αποφεύγοντας να αναφερθεί στις λεπτομέρειες της υπόθεσης.

Η συγκεκριμένη έρευνα προστίθεται σε σειρά υποθέσεων που έχουν ανοίξει κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ σε βάρος προσώπων που έχουν συγκρουστεί πολιτικά μαζί του. Μεταξύ αυτών βρίσκονται ο πρώην διευθυντής του FBI Τζέιμς Κόμεϊ, η γενική εισαγγελέας της Νέας Υόρκης Λετίσια Τζέιμς και ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζον Μπόλτον.

Έρευνες έχουν επίσης στραφεί σε Δημοκρατικούς βουλευτές που κάλεσαν στρατιωτικούς να μην εκτελούν παράνομες διαταγές, στον γερουσιαστή Άνταμ Σιφ και σε αξιωματούχους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, μεταξύ των οποίων ο Τζερόμ Πάουελ και η Λίζα Κουκ.

Η υπόθεση της Λετίσια Τζέιμς και μία από τις δύο διώξεις εναντίον του Κόμεϊ απορρίφθηκαν από ομοσπονδιακό δικαστή. Ο Μπόλτον δήλωσε ένοχος και αναμένεται να του επιβληθεί ποινή εντός του Οκτωβρίου, ενώ άλλες έρευνες έχουν συναντήσει εμπόδια από σώματα ενόρκων και ομοσπονδιακούς δικαστές.

Οι απειλές κατά της Ομάρ και η καταδίκη για την επίθεση με ξίδι

Η αντιπαράθεση της Ιλχάν Ομάρ με τον Αμερικανό πρόεδρο έχει μακρά ιστορία. Η βουλευτής έχει χαρακτηρίσει την ενασχόληση του Τραμπ μαζί της «ανθυγιεινή και ανατριχιαστική εμμονή», ενώ έχει καταγγείλει ότι η επιθετική πολιτική ρητορική σε βάρος της έχει οδηγήσει σε απειλές θανάτου εναντίον της ίδιας και της οικογένειάς της.

Τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι η Ομάρ και η επίσης μουσουλμάνα Δημοκρατική βουλευτής Ρασίντα Τλάιμπ θα έπρεπε να εγκλειστούν σε ψυχιατρικά ιδρύματα και να σταλούν πίσω «από εκεί που ήρθαν», μετά την κριτική που του άσκησαν κατά την ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης, στην οποία προέβαλε την πολιτική του για τη μετανάστευση.

Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο, ένας άνδρας από τη Μινεσότα, ο Άντονι Τζέιμς Καζμιέρτσακ, καταδικάστηκε σε 14 μήνες φυλάκιση επειδή είχε επιτεθεί στην Ομάρ, ψεκάζοντάς την με ξίδι. Ο δράστης παραδέχθηκε την ενοχή του για επίθεση σε ομοσπονδιακό αξιωματούχο και δήλωσε ότι ενήργησε επειδή διαφωνούσε με τις προοδευτικές πολιτικές θέσεις της.

Η 44χρονη βουλευτής, που διεκδικεί στις 3 Νοεμβρίου την πέμπτη διετή θητεία της στη Βουλή των Αντιπροσώπων, εκπροσωπεί μια περιφέρεια με ισχυρή εκλογική παρουσία των Δημοκρατικών. Το 2024 είχε επανεκλεγεί με διαφορά 50 ποσοστιαίων μονάδων.

Η πολιτική αντιπαράθεση αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς οι Δημοκρατικοί ζητούν εξηγήσεις για τη χρονική συγκυρία και τη σκοπιμότητα της επιχείρησης, ενώ οι ομοσπονδιακές αρχές επιμένουν ότι πρόκειται για συνεχιζόμενη ποινική έρευνα.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr