Δορυφορικές εικόνες δείχνουν πιθανές πετρελαιοκηλίδες μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στον Κόλπο του Ομάν
11.09.202602:32
Ίχνη υδρογονανθράκων εντοπίστηκαν κοντά στο Στενό του Ορμούζ – Στο επίκεντρο δύο δεξαμενόπλοια που βυθίστηκαν μετά τα πλήγματα
Πιθανές διαρροές υδρογονανθράκων εντόπισαν δορυφορικές εικόνες κοντά στα Στενά του Ορμούζ, λίγες ημέρες μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς εναντίον πετρελαιοφόρων δεξαμενόπλοιων που η Ουάσινγκτον υποστήριξε ότι συνδέονταν με τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν. Οι αναλύσεις ειδικών κάνουν λόγο για «ισχυρές ενδείξεις» θαλάσσιας ρύπανσης, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί με απόλυτη βεβαιότητα η προέλευση των κηλίδων.
Πρόσφατες δορυφορικές φωτογραφίες, τις οποίες εξέτασε το Γαλλικό Πρακτορείο (AFP), καταγράφουν πιθανές διαρροές υδρογονανθράκων σε θαλάσσια περιοχή κοντά στα Στενά του Ορμούζ, μετά τις αμερικανικές επιθέσεις εναντίον πετρελαιοφόρων δεξαμενόπλοιων.
Εικόνα της ευρωπαϊκής υπηρεσίας Copernicus, η οποία καταγράφηκε την Τετάρτη, δείχνει καφέ ίχνη στην επιφάνεια της θάλασσας, περίπου 20 χιλιόμετρα από τις ιρανικές ακτές, στα ανατολικά του στρατηγικής σημασίας θαλάσσιου περάσματος.
Νεότερη εικόνα από την ίδια περιοχή, που ελήφθη την Πέμπτη, δείχνει ότι τα σκουρόχρωμα ελικοειδή ίχνη έχουν διευρυνθεί.
Σύμφωνα με την ανάλυση του AFP και τις εκτιμήσεις ερευνητών και ειδικών, οι σχηματισμοί αυτοί πιθανότατα συνδέονται με διαρροές καυσίμων ή πετρελαίου, σε μια περιοχή ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας, όπου υπάρχουν κοραλλιογενείς ύφαλοι αλλά και υγρότοποι ενταγμένοι στον κατάλογο Ραμσάρ.
«Ισχυρές ενδείξεις» για θαλάσσια ρύπανση
Οι δορυφορικές εικόνες από μόνες τους δεν μπορούν να αποδείξουν με απόλυτη βεβαιότητα ούτε την ύπαρξη υδρογονανθράκων ούτε την ακριβή πηγή της διαρροής.
Ωστόσο, ο Βενσάν Κερμπόλ, υπεύθυνος δορυφορικής παρακολούθησης θαλάσσιων περιοχών στη γαλλική εταιρεία CLS, δήλωσε στο AFP ότι υπάρχουν «ισχυρές ενδείξεις» πως πρόκειται για «μόλυνση» πιθανότατα προερχόμενη από «πλοία».
«Οι εικόνες δείχνουν πιθανότατα πετρελαιοκηλίδες», εκτίμησε από την πλευρά του ο Λίον Μόρλαντ, ερευνητής στο Παρατηρητήριο Συγκρούσεων και Περιβάλλοντος (CEOBS), βρετανική μη κυβερνητική οργάνωση.
Η εκτίμησή του βασίζεται στην εμφάνιση των κηλίδων, στη μορφολογία και στον τρόπο εξάπλωσής τους, αλλά και στην απουσία ενδείξεων που θα παρέπεμπαν σε φυσικά φαινόμενα, όπως η εξάπλωση φυτοπλαγκτόν ή άλγης.
Την ίδια εκτίμηση έκανε και η αμερικανική εταιρεία περιβαλλοντικής παρακολούθησης SkyTruth, η οποία ανέφερε ότι είναι «πολύ πιθανό» τα ίχνη να αφορούν υδρογονάνθρακες.
Στο μικροσκόπιο τα δεξαμενόπλοια Riesco και Kylo
Οι ειδικοί εξετάζουν ιδιαίτερα δύο σημεία από τα οποία φαίνεται να ξεκινούν τα ίχνη και τα οποία συμπίπτουν με τις τελευταίες θέσεις εντοπισμού δύο δεξαμενόπλοιων, του Riesco και του Kylo.
Τα δύο πλοία βυθίστηκαν αντίστοιχα στις 8 και 5 Σεπτεμβρίου.
Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις είχαν ανακοινώσει ότι στις 8 Σεπτεμβρίου κατέστρεψαν πέντε πετρελαιοφόρα δεξαμενόπλοια, εκ των οποίων τα τέσσερα βρίσκονταν στον Κόλπο του Ομάν.
Η Ουάσινγκτον υποστήριξε ότι τα πλήγματα πραγματοποιήθηκαν ως αντίποινα για επιθέσεις των Φρουρών της Επανάστασης με βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον αμερικανικού πολεμικού πλοίου.
Μεταξύ των πλοίων που επλήγησαν ήταν το Riesco, ένα δεξαμενόπλοιο μήκους 240 μέτρων, το οποίο βυθίστηκε αφού τυλίχθηκε στις φλόγες, σύμφωνα με εικόνες που δημοσιοποίησαν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.
Ο Λίον Μόρλαντ εκτίμησε ότι, «λαμβανομένων υπόψη της τοποθεσίας και της χρονικής ακολουθίας» των γεγονότων, το Riesco πιθανότατα αποτελεί μία από τις πηγές της μόλυνσης.
Το τελευταίο διαθέσιμο σήμα εντοπισμού θέσης του πλοίου μέσω της υπηρεσίας MarineTraffic καταγράφηκε την Τετάρτη στις 01:00 ώρα Ελλάδας, ακριβώς στο σημείο όπου ξεκινά η πλησιέστερη προς τις ακτές πετρελαιοκηλίδα.
Το μέγεθος και η διάρκεια της πιθανής μόλυνσης θα εξαρτηθούν από το είδος του υλικού που διέρρευσε.
Σύμφωνα με τον Βενσάν Κερμπόλ, εάν πρόκειται για καύσιμα με μεγαλύτερη πτητικότητα, οι κηλίδες θα μπορούσαν να εξατμιστούν μέσα σε τρεις έως τέσσερις ημέρες.
Αν όμως πρόκειται για βαρύτερο πετρέλαιο, η παραμονή του στη θάλασσα θα είναι πολύ μεγαλύτερη, αυξάνοντας τον κίνδυνο για το θαλάσσιο οικοσύστημα της περιοχής.