FT: Πώς τέσσερις Ρώσοι τραπεζίτες εκμεταλλεύτηκαν τις κυρώσεις της ΕΕ και έβγαλαν ως και 9 εκατ. ευρώ
26.08.2026
12:09
Την ώρα που η Μόσχα δεχόταν «βροχή» της κυρώσεις από τη Δύση για τον πόλεμο στην Ουκρανία, στελέχη της Gazprombank στο Λουξεμβούργο εκμεταλλεύτηκαν την αναταραχή στις αγορές για προσωπικό όφελος - Ο τρόπος που κινήθηκαν, οι χαλαροί έλεγχοι και η σημερινή τους κατάσταση
Τέσσερα υψηλόβαθμα στελέχη της τελευταίας μεγάλης ρωσικής τράπεζας που εξακολουθούσε να δραστηριοποιείται στην Ευρώπη εκμεταλλεύτηκαν, σύμφωνα με τους Financial Times, την αναταραχή που προκάλεσαν στις αγορές οι κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2022, πραγματοποιώντας συναλλαγές μέσω προσωπικών λογαριασμών που θα μπορούσαν να τους έχουν αποφέρει κέρδη εκατομμυρίων ευρώ.
Καθώς η Μόσχα βρισκόταν αντιμέτωπη με τις δυτικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν μετά την εισβολή της στην Ουκρανία, πολλά ομόλογα της κρατικής ενεργειακής Gazprom σε ξένο νόμισμα «εγκλωβίστηκαν» στην Ευρώπη και η αξία τους κατέρρευσε. Για να στηρίξει Ρώσους επενδυτές και δανειολήπτες, ο Βλαντίμιρ Πούτιν εξέδωσε διάταγμα που επέτρεπε την αντικατάσταση των ομολόγων αυτών με νέα, πλήρους ονομαστικής αξίας, στη Ρωσία.
Τα κορυφαία στελέχη της Gazprombank στο Λουξεμβούργο διέκριναν τότε μια ευκαιρία. Σύμφωνα με έγγραφα που επικαλούνται οι FT, έλαβαν προσωπικά δάνεια εκατομμυρίων ευρώ από τον εργοδότη τους και άρχισαν να αγοράζουν μαζικά τα υποτιμημένα ομόλογα, τα οποία στη συνέχεια αντάλλασσαν στη Ρωσία με αντίστοιχους τίτλους πλήρους αξίας σε ρούβλια.
Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, φέρονται να πραγματοποίησαν περισσότερες από 50 συναλλαγές, οι οποίες, σύμφωνα με υπολογισμούς, θα μπορούσαν να τους έχουν αποφέρει κέρδη άνω των 9 εκατ. ευρώ.
Η Gazprombank Luxembourg αποτελεί τον βασικό δίαυλο μέσω του οποίου ευρωπαϊκές χώρες πραγματοποιούν πληρωμές προς την Gazprom, η οποία ίδρυσε την τράπεζα, αν και οι δύο αποτελούν ξεχωριστές εταιρείες.
Οι ανταλλαγές των ομολόγων περιλάμβαναν έναν σημαντικό ρωσικό φορέα που βρίσκεται υπό ευρωπαϊκές κυρώσεις, το National Settlement Depository (NSD, ο κεντρικός φορέας αποθήκευσης και διακανονισμού τίτλων της Ρωσίας), σύμφωνα με ανακοινώσεις της Gazprom.
«Ακούγεται σαν παράκαμψη» των κυρώσεων, δήλωσε Ευρωπαίος αξιωματούχος που ενημερώθηκε για τα ευρήματα και δεν είχε εξουσιοδότηση να μιλήσει δημόσια και πρόσθεσε: «Αυτό πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ποινικής έρευνας στο Λουξεμβούργο».
Οι τέσσερις διευθυντές φαίνεται ότι συντόνιζαν συστηματικά τις κινήσεις τους, αγοράζοντας την ίδια ημέρα την ίδια ποσότητα από τα ίδια ομόλογα, συχνά προτού ανακοινωθεί ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι ήταν επιλέξιμοι για αντικατάσταση μέσω της ιστοσελίδας της Gazprom.
Άνθρωποι που γνωρίζουν τις συναλλαγές αναφέρουν ότι δεν ήταν ευρέως γνωστό ποια ομόλογα θα μπορούσαν να ανταλλαγούν ούτε πότε, καθώς η Gazprom έδινε ελάχιστη προειδοποίηση και άνοιγε πολύ μικρά χρονικά «παράθυρα», περίπου δύο εβδομάδων, για την πραγματοποίηση των ανταλλαγών.
Τα ευρήματα στρέφουν εκ νέου την προσοχή στο σχετικά χαλαρό κανονιστικό πλαίσιο του Λουξεμβούργου. Οι εποπτικές Αρχές εξέτασαν τις συναλλαγές έπειτα από σχετική καταγγελία, αλλά, σύμφωνα με έκθεση ελέγχου, περιορίστηκαν στο να ζητήσουν από την τράπεζα να επικαιροποιήσει το εγχειρίδιο κανόνων για τους εργαζομένους της.
Η Gazprombank Luxembourg αρνήθηκε οποιαδήποτε παρανομία, δηλώνοντας στους FT ότι συμμορφωνόταν «αυστηρά» με τους «νόμους, τους κανόνες και τους κανονισμούς τόσο της ΕΕ όσο και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου». Η τράπεζα υποστήριξε επίσης ότι «ουδέποτε ενεπλάκη σε παραβίαση των κυρώσεων της ΕΕ, ούτε γενικά ούτε σε σχέση με τις επίμαχες συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από τα συγκεκριμένα άτομα υπό την προσωπική τους ιδιότητα».
Ο Ντμίτρι Ντερκάτς, πρώην διευθυντής της Gazprombank Luxembourg και ο άνθρωπος που ξεκίνησε τις συγκεκριμένες συναλλαγές, αρνείται επίσης κατηγορηματικά οποιαδήποτε παρανομία, σημειώνοντας ότι η εποπτική Αρχή «δεν διαπίστωσε ουσιώδεις παρατυπίες».
Καθώς η Μόσχα βρισκόταν αντιμέτωπη με τις δυτικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν μετά την εισβολή της στην Ουκρανία, πολλά ομόλογα της κρατικής ενεργειακής Gazprom σε ξένο νόμισμα «εγκλωβίστηκαν» στην Ευρώπη και η αξία τους κατέρρευσε. Για να στηρίξει Ρώσους επενδυτές και δανειολήπτες, ο Βλαντίμιρ Πούτιν εξέδωσε διάταγμα που επέτρεπε την αντικατάσταση των ομολόγων αυτών με νέα, πλήρους ονομαστικής αξίας, στη Ρωσία.
Τα κορυφαία στελέχη της Gazprombank στο Λουξεμβούργο διέκριναν τότε μια ευκαιρία. Σύμφωνα με έγγραφα που επικαλούνται οι FT, έλαβαν προσωπικά δάνεια εκατομμυρίων ευρώ από τον εργοδότη τους και άρχισαν να αγοράζουν μαζικά τα υποτιμημένα ομόλογα, τα οποία στη συνέχεια αντάλλασσαν στη Ρωσία με αντίστοιχους τίτλους πλήρους αξίας σε ρούβλια.
Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, φέρονται να πραγματοποίησαν περισσότερες από 50 συναλλαγές, οι οποίες, σύμφωνα με υπολογισμούς, θα μπορούσαν να τους έχουν αποφέρει κέρδη άνω των 9 εκατ. ευρώ.
Η Gazprombank Luxembourg αποτελεί τον βασικό δίαυλο μέσω του οποίου ευρωπαϊκές χώρες πραγματοποιούν πληρωμές προς την Gazprom, η οποία ίδρυσε την τράπεζα, αν και οι δύο αποτελούν ξεχωριστές εταιρείες.
Ερωτήματα για παράκαμψη των κυρώσεων
Οι συναλλαγές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο οι τέσσερις τραπεζίτες ενδέχεται να παρέκαμψαν τις κυρώσεις της ΕΕ και να χρησιμοποίησαν προνομιακή πληροφόρηση, σύμφωνα με νομικούς, οικονομικούς εμπειρογνώμονες και Ευρωπαίους αξιωματούχους που συμβουλεύτηκαν οι FT.Οι ανταλλαγές των ομολόγων περιλάμβαναν έναν σημαντικό ρωσικό φορέα που βρίσκεται υπό ευρωπαϊκές κυρώσεις, το National Settlement Depository (NSD, ο κεντρικός φορέας αποθήκευσης και διακανονισμού τίτλων της Ρωσίας), σύμφωνα με ανακοινώσεις της Gazprom.
«Ακούγεται σαν παράκαμψη» των κυρώσεων, δήλωσε Ευρωπαίος αξιωματούχος που ενημερώθηκε για τα ευρήματα και δεν είχε εξουσιοδότηση να μιλήσει δημόσια και πρόσθεσε: «Αυτό πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ποινικής έρευνας στο Λουξεμβούργο».
Οι τέσσερις διευθυντές φαίνεται ότι συντόνιζαν συστηματικά τις κινήσεις τους, αγοράζοντας την ίδια ημέρα την ίδια ποσότητα από τα ίδια ομόλογα, συχνά προτού ανακοινωθεί ότι οι συγκεκριμένοι τίτλοι ήταν επιλέξιμοι για αντικατάσταση μέσω της ιστοσελίδας της Gazprom.
Άνθρωποι που γνωρίζουν τις συναλλαγές αναφέρουν ότι δεν ήταν ευρέως γνωστό ποια ομόλογα θα μπορούσαν να ανταλλαγούν ούτε πότε, καθώς η Gazprom έδινε ελάχιστη προειδοποίηση και άνοιγε πολύ μικρά χρονικά «παράθυρα», περίπου δύο εβδομάδων, για την πραγματοποίηση των ανταλλαγών.
Τα ευρήματα στρέφουν εκ νέου την προσοχή στο σχετικά χαλαρό κανονιστικό πλαίσιο του Λουξεμβούργου. Οι εποπτικές Αρχές εξέτασαν τις συναλλαγές έπειτα από σχετική καταγγελία, αλλά, σύμφωνα με έκθεση ελέγχου, περιορίστηκαν στο να ζητήσουν από την τράπεζα να επικαιροποιήσει το εγχειρίδιο κανόνων για τους εργαζομένους της.
Η Gazprombank Luxembourg αρνήθηκε οποιαδήποτε παρανομία, δηλώνοντας στους FT ότι συμμορφωνόταν «αυστηρά» με τους «νόμους, τους κανόνες και τους κανονισμούς τόσο της ΕΕ όσο και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου». Η τράπεζα υποστήριξε επίσης ότι «ουδέποτε ενεπλάκη σε παραβίαση των κυρώσεων της ΕΕ, ούτε γενικά ούτε σε σχέση με τις επίμαχες συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από τα συγκεκριμένα άτομα υπό την προσωπική τους ιδιότητα».
Ο Ντμίτρι Ντερκάτς, πρώην διευθυντής της Gazprombank Luxembourg και ο άνθρωπος που ξεκίνησε τις συγκεκριμένες συναλλαγές, αρνείται επίσης κατηγορηματικά οποιαδήποτε παρανομία, σημειώνοντας ότι η εποπτική Αρχή «δεν διαπίστωσε ουσιώδεις παρατυπίες».
Η ευκαιρία που δημιούργησε η κατάρρευση των ομολόγων
Η Gazprom, η οποία στο παρελθόν προμήθευε με φυσικό αέριο μεγάλο μέρος της Ευρώπης, εξαιρέθηκε από τις σαρωτικές κυρώσεις που επέβαλε η ΕΕ στη Ρωσία μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.Ωστόσο, η αξία των ομολόγων της σε ξένο νόμισμα κατέρρευσε, με ορισμένα να διαπραγματεύονται ακόμη και στο μισό της αρχικής τους αξίας, καθώς οι δυτικές κυρώσεις σε κομβικά τμήματα του ρωσικού χρηματοπιστωτικού συστήματος δυσκόλεψαν την Gazprom να καταβάλλει τόκους στους πιστωτές της. Στην πράξη, τα ομόλογα αυτά εγκλωβίστηκαν.
Εσωτερικές επικοινωνίες της Gazprombank Luxembourg δείχνουν ότι πολύ γρήγορα παρουσιάστηκαν προβλήματα με τον διακανονισμό συναλλαγών ρωσικών τίτλων. «Υπάρχει αρκετά μεγάλη πιθανότητα ο διακανονισμός (των συναλλαγών) να μην πραγματοποιηθεί και τα κεφάλαια/οι τίτλοι να δεσμευθούν», ανέφερε εσωτερικό email του Μαρτίου.
Η λύση του Κρεμλίνου ήταν να επιτρέψει στους επενδυτές να αντικαταστήσουν τα ευρωπαϊκά ομόλογά τους με νέους τίτλους στη Ρωσία, οι οποίοι θα μπορούσαν να διαπραγματεύονται σε ρούβλια στην αρχική ονομαστική τους αξία.
Η ζήτηση για αυτούς τους τίτλους ήταν μεγάλη και η διαφορά τιμής ήταν «πραγματική και σημαντική», σύμφωνα με την Αλεξάντρα Προκοπένκο του Carnegie Russia Eurasia Center.
Παράγοντες του δυτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος αντιμετώπισαν τη διαδικασία με μεγάλη καχυποψία. «Όλο αυτό το περιβάλλον δημιούργησε πράγματι ευκαιρίες για καταχρήσεις», δήλωσε πρόσωπο με γνώση του τρόπου λειτουργίας της Clearstream, του κεντρικού αποθετηρίου τίτλων με έδρα το Λουξεμβούργο που διεκπεραιώνει τον διακανονισμό συναλλαγών ομολόγων.
Το ταξίδι στη Μόσχα και η πρώτη αγορά
Το πρόγραμμα τράβηξε την προσοχή του Ντερκάτς, ο οποίος ταξίδεψε στη Μόσχα τον Ιούνιο του 2022. Μετά την επιστροφή του, άνοιξε προσωπικό λογαριασμό στην Gazprombank Luxembourg – παρότι η εσωτερική πολιτική της τράπεζας δεν επέτρεπε τη διάθεση προσωπικών λογαριασμών σε εργαζομένους – και έλαβε προσωπικό δάνειο από τα κεντρικά γραφεία της Gazprombank στη Μόσχα.Ο Πούτιν εγκαινίασε το πρόγραμμα ανταλλαγής με διάταγμα που υπέγραψε στις 5 Ιουλίου. Μόλις εννέα ημέρες αργότερα, ο Ντερκάτς άρχισε να αγοράζει ομόλογα της Gazprom.
Η πρώτη αγορά του αφορούσε ομόλογο που έληγε το 2024. Κατέβαλε περίπου 65.000 ευρώ, λιγότερο από το μισό της ονομαστικής αξίας των 150.000 ευρώ. Το ομόλογο αντικαταστάθηκε τον Δεκέμβριο, κάτι που θα μπορούσε να αποφέρει στον Ντερκάτς κέρδος περίπου 85.000 ευρώ, εφόσον το πουλούσε στην πλήρη τιμή του στη ρωσική αγορά.
Όταν, όμως, πραγματοποίησε την αγορά, η Gazprom δεν είχε ακόμη δημοσιοποιήσει ποιοι τίτλοι θα ανταλλάσσονταν ή πότε. Η αντικατάσταση του συγκεκριμένου ομολόγου δεν ανακοινώθηκε στην ιστοσελίδα της εταιρείας παρά μόνο τον Νοέμβριο.
Ο Σεργκέι Αλεξασένκο, πρώην αντιπρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, χαρακτήρισε «μεγάλο» τον κίνδυνο που ενείχε η αγορά τέτοιων ομολόγων τόσο σύντομα μετά το διάταγμα του Πούτιν, ιδιαίτερα για κάποιον που δανειζόταν χρήματα για να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές και πλήρωνε τόκους. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ο χρόνος της αγοράς του Ντερκάτς υποδηλώνει ότι «ίσως γνώριζε ή είχε κάποιες διασυνδέσεις με την ανώτατη διοίκηση στη Μόσχα, η οποία επιβεβαίωσε ότι (ένα συγκεκριμένο ομόλογο) θα αποτελούσε μέρος της συναλλαγής».
Ο Ντερκάτς απάντησε ότι το γεγονός πως η τραπεζική εποπτική Αρχή του Λουξεμβούργου δεν κατέληξε σε ουσιώδη ευρήματα έπειτα από λεπτομερή έρευνα «θα πρέπει να διευθετεί οριστικά το ζήτημα ότι δεν υπήρξε τίποτα παράνομο».
Πάνω από 17 εκατ. ευρώ για δεκάδες αγορές
Τον Σεπτέμβριο άρχισαν να αγοράζουν τα υποτιμημένα ομόλογα και τα άλλα τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου της μονάδας του Λουξεμβούργου: Σεργκέι Νεκράσοφ, Σεργκέι Μπελούσοφ και Πάβελ Μπολσάκοφ.Οι τέσσερις διευθυντές έμοιαζαν να «κυνηγούν την αγορά» αναζητώντας τα κατάλληλα ομόλογα, τα οποία ήταν δύσκολο να βρεθούν. Μπορεί να μην συμμετείχαν σε κάθε γύρο ανταλλαγών το 2022, αγόρασαν όμως τέσσερα συγκεκριμένα ομόλογα, τα οποία αντικαταστάθηκαν όλα μέχρι το τέλος της χρονιάς. Μάλιστα, οι αγορές γίνονταν συχνά λίγο πριν η Gazprom ανακοινώσει επισήμως ότι ο συγκεκριμένος τίτλος θα αντικατασταθεί.
Σε μία περίπτωση, οι τέσσερις τραπεζίτες άρχισαν από τα τέλη Σεπτεμβρίου να αγοράζουν ένα ομόλογο σε δολάρια. Η αντικατάστασή του ανακοινώθηκε στην ιστοσελίδα της Gazprom στις 7 Οκτωβρίου και το χρονικό περιθώριο για την ανταλλαγή έληξε στις 24 Οκτωβρίου.
Το ομόλογο διαπραγματευόταν περίπου στο 50% της αξίας του στην Ευρώπη, ενώ ο νέος ρωσικός τίτλος ανέκτησε την πλήρη αξία του και τον Δεκέμβριο έφτασε ακόμη και στο 120%.
Πηγή υποστήριξε ότι θα ήταν «αδύνατο» να πραγματοποιηθούν οι συναλλαγές μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς προηγούμενη γνώση για το ποια ομόλογα θα ανταλλάσσονταν. «Πρέπει να βρεις αυτά τα ομόλογα, δεν έχουν μεγάλη ρευστότητα και πρέπει να γνωρίζεις ποια τράπεζα ή ποιος χρηματιστής τα διαθέτει», ανέφερε.
Δεν είναι σαφές πόσα ακριβώς χρήματα δανείστηκαν οι τέσσερις από την Gazprombank Moscow για να χρηματοδοτήσουν τις συναλλαγές τους. Ωστόσο, από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο έλαβαν μεταφορές άνω των 17 εκατ. ευρώ, μετά τη μετατροπή των ποσών από ρούβλια, και χρησιμοποίησαν τα χρήματα για δεκάδες αγορές, σύμφωνα με τα έγγραφα που εξέτασαν οι FT.
Το συνολικό δυνητικό κέρδος τους ξεπερνούσε τα 9 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με σχετικούς υπολογισμούς με βάση τις τιμές αγοράς, την ονομαστική αξία των ομολόγων και τις ιστορικές συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Οι συναλλαγές προκάλεσαν αντιδράσεις στο εσωτερικό της τράπεζας
Υψηλόβαθμα στελέχη της Gazprombank Luxembourg γνώριζαν για τη συγκεκριμένη πρακτική. Σε email προς τον επικεφαλής κανονιστικής συμμόρφωσης τον Οκτώβριο, ο επικεφαλής private banking Ντμίτρι Γκάλκιν ανέφερε ότι οι τέσσερις είχαν «λάβει ξεχωριστά προσωπικά δάνεια... και αγόρασαν διαφορετικά ευρωομόλογα της Gazprom».Ως προς την «οικονομική λογική» των συναλλαγών, σημείωνε ότι η τιμή των νέων τίτλων σε ρούβλια «θεωρητικά θα έπρεπε να είναι υψηλότερη» από εκείνη των ομολόγων στην Ευρώπη.
Οι τέσσερις χρησιμοποίησαν ως χρηματιστηριακό διαμεσολαβητή την ελβετική Compagnie Bancaire Helvétique (CBH), ενώ διοχέτευσαν επίσης κεφάλαια μέσω της κυπριακής τράπεζας Veles International.
Οι συναλλαγές προκάλεσαν γρήγορα αντιδράσεις στο εσωτερικό της τράπεζας, με ορισμένους εργαζομένους να εκφράζουν ανησυχίες για πιθανή χρήση εσωτερικής πληροφόρησης. Άλλοι, ωστόσο, τις υπερασπίστηκαν. «Οι όροι και οι κίνδυνοι των συναλλαγών με ομόλογα της Gazprom είναι οι ίδιοι για όλους τους πελάτες στην αγορά. Δεν έχει εντοπιστεί χρήση εσωτερικής πληροφόρησης ή χειραγώγηση της αγοράς», έγραψε ο Γκάλκιν προς τον επικεφαλής κανονιστικής συμμόρφωσης τον Οκτώβριο του 2022.
Οι συναλλαγές σταμάτησαν στο εσωτερικό της τράπεζας μετά από έρευνα στα τέλη του 2022. Δεν είναι γνωστό εάν συνεχίστηκαν αργότερα μέσω άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Ο έλεγχος στο Λουξεμβούργο
Έπειτα από καταγγελία, η χρηματοπιστωτική εποπτική Αρχή του Λουξεμβούργου, CSSF, πραγματοποίησε έλεγχο στην τράπεζα τον Μάρτιο του 2023. Ωστόσο, σύμφωνα με δύο πρόσωπα που γνώριζαν τις συναλλαγές, δεν πήρε καταθέσεις από ορισμένους ανθρώπους που διέθεταν σχετικές πληροφορίες. «Η CSSF ήταν... τυφλή», σχολίασε μία πηγή.Η CSSF διαπίστωσε ότι η τράπεζα είχε παραβιάσει τους εσωτερικούς κανόνες της, οι οποίοι δεν επέτρεπαν στους εργαζομένους να ανοίγουν προσωπικούς λογαριασμούς. Διαπίστωσε επίσης ότι οι τέσσερις διευθυντές δεν είχαν υποβληθεί στους απαιτούμενους ελέγχους, παρότι θεωρούνταν πελάτες «υψηλού κινδύνου». Δεν εντόπισε, ωστόσο, άλλη παρανομία ούτε επέβαλε πρόστιμα.
Η Gazprombank υποστήριξε ότι παρείχε «πάντοτε όλες τις πληροφορίες που ζητήθηκαν με πλήρη διαφάνεια» στην CSSF και ότι έθεσε «τα βασικά πρόσωπα» στη διάθεση των Αρχών για συνεντεύξεις.
Το «αγκάθι» των ευρωπαϊκών κυρώσεων
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, στους οποίους απευθύνθηκαν οι FT εκτίμησαν ότι τα ευρήματα εγείρουν ερωτήματα για το κατά πόσον οι συναλλαγές παρέκαμψαν τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στο National Settlement Depository (NSD), έναν κομβικό φορέα του ρωσικού χρηματοπιστωτικού συστήματος που διεκπεραιώνει συναλλαγές ομολόγων.Οι κυρώσεις της ΕΕ απαγορεύουν σε φυσικά πρόσωπα ή οντότητες εντός της Ένωσης να πραγματοποιούν συναλλαγές οι οποίες οδηγούν, άμεσα ή έμμεσα, στην καταβολή προμήθειας προς το NSD. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις για τις ανταλλαγές στην ιστοσελίδα της Gazprom, το NSD συμμετείχε στον διακανονισμό της αντικατάστασης των ομολόγων. Νομικοί εμπειρογνώμονες επισημαίνουν ότι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται πληρωμή προς τον οργανισμό και, κατά συνέπεια, παραβίαση των κυρώσεων.
«Η συνετή προσέγγιση θα ήταν ασφαλώς να θεωρηθεί ότι μια συναλλαγή που περιλαμβάνει έναν τίτλο (στη Ρωσία) έχει ως αποτέλεσμα να τίθενται κεφάλαια στη διάθεση του NSD», δήλωσε ο Τζέισον Χάνγκερφορντ, δικηγόρος ειδικευμένος στις κυρώσεις στη Mayer Brown.
Το υπουργείο Οικονομικών του Λουξεμβούργου, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων, αρνήθηκε να σχολιάσει.
Και οι τέσσερις διευθυντές έχουν πλέον αποχωρήσει από την Gazprombank. Ο Ντερκάτς δήλωσε ότι ζει «ιδιωτικά στο Λουξεμβούργο». Οι Μπελούσοφ και Μπολσάκοφ διευθύνουν την επενδυτική εταιρεία B&B Capital Partners στο Λουξεμβούργο, ενώ ο Νεκράσοφ επέστρεψε στη Ρωσία και διευθύνει την ποδοσφαιρική ομάδα Σπαρτάκ Μόσχας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr