Πώς ο Φεντόροφ έσπασε το «ταμπού» των εκλογών σε καιρό πολέμου στην Ουκρανία: Η μυστική συνάντηση έξω από το Κίεβο και τα σκάνδαλα που έφθειραν τον Ζελένσκι
23.08.2026
08:35
Ο πρώην υπουργός Άμυνας στην Ουκρανία, γνωρίζοντας πως οι πιθανότητες για άμεση προσφυγή στις κάλπες είναι ελάχιστες, έβαλε πρώτος το θέμα στον δημόσιο διάλογο - Κι όμως, στα μέσα Ιουνίου οι άνθρωποι του Ζελένσκι φέρεται να έβλεπαν θετικά τη διενέργεια εκλογών μέσα στο φθινόπωρο
Για δεύτερη φορά μέσα σε κάτι παραπάνω από ένα μήνα, ο Μιχάιλο Φεντόροφ προκάλεσε πολιτικό αναβρασμό στην εμπόλεμη Ουκρανία. Κι αν την πρώτη, περίπου στα μέσα Ιουλίου δεν το ήθελε, καθώς τότε ενημερώθηκε πως αποπέμεπται από την ηγεσία του υπουργείου Άμυνας παρά το επιτυχημένο έργο του, τη δεύτερη, στα μέσα της εβδομάδας, γνώριζε πολύ καλά τι έκανε και τι ήθελε να πετύχει. Έσπασε ένα από τα πιο ευαίσθητα πολιτικά ταμπού της Ουκρανίας εν καιρώ πολέμου, ζητώντας ανοιχτά τη διεξαγωγή εκλογών και φέρνοντας στη δημόσια σφαίρα μια συζήτηση που το Κίεβο μέχρι σήμερα απέρριπτε, όταν την έριχναν στο τραπέζι η Ρωσία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Φεντόροφ υποστήριξε ότι η Ουκρανία χρειάζεται έναν «ασφαλή και ρεαλιστικό μηχανισμό» για τη διεξαγωγή εκλογών εν μέσω πολέμου, ο οποίος θα διασφαλίζει το δικαίωμα ψήφου για τους στρατιώτες, τους Ουκρανούς που βρίσκονται στο εξωτερικό και τους κατοίκους των περιοχών της πρώτης γραμμής.
«Δεν πρέπει να αφήσουμε τον Πούτιν να αποφασίζει πότε οι Ουκρανοί θα μπορούν να επιλέξουν την κυβέρνησή τους», είπε σε ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, προσθέτοντας ότι η δημοκρατία «είναι μέρος αυτού για το οποίο αγωνιζόμαστε σήμερα». Και μπορεί να γνωρίζει πως οι πιθανότητες για την άμεση διεξαγωγή εκλογών στη χώρα δεν είναι με το μέρος του, ωστόσο φρόντισε να «ταρακουνήσει» την πολιτική σκηνή και - το κυριότερο - να δείξει τόσο στο κοινό που έχει αποκτήσει όσο και στους υπόλοιπους Ουκρανούς πως είναι «εδώ» και απέναντι στον Ζελένσκι για την επόμενη μέρα της χώρας.
Για χρόνια, η απάντηση της Ουκρανίας στο ενδεχόμενο διεξαγωγής εκλογών εν καιρώ πολέμου ήταν απλή: όχι τώρα. Η πλειονότητα των Ουκρανών, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, δεν επιθυμεί να πάει στις κάλπες πριν από την επίτευξη εκεχειρίας. Η συναίνεση αυτή, ωστόσο, μέσα στο κλίμα που έχει διαμορφωθεί, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να διατηρηθεί.
Στα μέσα Ιουνίου, μάλιστα, ένα κυβερνητικό συγκρότημα έξω από το Κίεβο αποτέλεσε το κέντρο μιας σπάνιας συνάντησης υψηλού επιπέδου, στην οποία συμμετείχαν ορισμένα από τα ισχυρότερα πρόσωπα της ουκρανικής ηγεσίας εν καιρώ πολέμου.
Παρόντες ήταν ο Ζελένσκι, ο προσωπάρχης του, ο επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας Κιρίλο Μπουντάνοφ, ο σύμβουλός του για θέματα ασφαλείας Όλεγκ Τατάροφ και ο Νταβίντ Αραχαμία, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Ζελένσκι. Ο Φεντόροφ εκπροσωπούσε την κυβέρνηση ως υπουργός Άμυνας (ακόμα), ενώ παρών ήταν και ο τότε γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας, Ρουστέμ Ουμέροφ. «Πρέπει να κάνουμε εκλογές τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο», είπε ο Φεντόροφ στους παριστάμενους.
Οι «κοντινοί» του Ζελένσκι εξέτασαν σοβαρά το ενδεχόμενο διεξαγωγής ακόμη και στα μέσα του φθινοπώρου. Σύμφωνα με πηγές δίπλα στον Ουκρανό πρόεδρο, οι συζητήσεις αυτές ενισχύθηκαν εν μέρει από εμπιστευτικές δημοσκοπήσεις που είχαν φτάσει πρόσφατα στα αυτιά του και τα αποτελέσματα έδειχναν ότι η στήριξη προς το πρόσωπό του ήταν υψηλότερη από ό,τι αναμενόταν.
Αυτό φαίνεται πως ενίσχυσε την ιδέα εκλογών, με τη λογική να μοιάζει απλή: η δημοτικότητα του Ζελένσκι ανέβαινε και η προεδρία μπορούσε να επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη συγκυρία, προτού αλλάξει ξανά το πολιτικό σκηνικό.
Τελικά, ο Ζελένσκι αποφάσισε να «κάψει» το συγκεκριμένο χαρτί, ενώ τη θέση αυτή στήριζε εκείνη την περίοδο και ο βασικός πολιτικός του αντίπαλος, ο πρέσβης της Ουκρανίας στη Βρετανία και πρώην αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, Βαλέρι Ζαλούζνι.
Ο Φεντόροφ υποστήριξε ότι η Ουκρανία χρειάζεται έναν «ασφαλή και ρεαλιστικό μηχανισμό» για τη διεξαγωγή εκλογών εν μέσω πολέμου, ο οποίος θα διασφαλίζει το δικαίωμα ψήφου για τους στρατιώτες, τους Ουκρανούς που βρίσκονται στο εξωτερικό και τους κατοίκους των περιοχών της πρώτης γραμμής.
«Δεν πρέπει να αφήσουμε τον Πούτιν να αποφασίζει πότε οι Ουκρανοί θα μπορούν να επιλέξουν την κυβέρνησή τους», είπε σε ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, προσθέτοντας ότι η δημοκρατία «είναι μέρος αυτού για το οποίο αγωνιζόμαστε σήμερα». Και μπορεί να γνωρίζει πως οι πιθανότητες για την άμεση διεξαγωγή εκλογών στη χώρα δεν είναι με το μέρος του, ωστόσο φρόντισε να «ταρακουνήσει» την πολιτική σκηνή και - το κυριότερο - να δείξει τόσο στο κοινό που έχει αποκτήσει όσο και στους υπόλοιπους Ουκρανούς πως είναι «εδώ» και απέναντι στον Ζελένσκι για την επόμενη μέρα της χώρας.
Γιατί είναι σημαντική η χρονική συγκυρία
Η παρέμβασή του ήρθε έπειτα από εβδομάδες πολιτικής αναταραχής που είχαν κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη διακυβέρνηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Σκάνδαλα διαφθοράς, ένας χαοτικός κυβερνητικός ανασχηματισμός και μαζικές διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα μετά την απομάκρυνση του Φεντόροφ από το υπουργείο Άμυνας, είχαν συνθέσει ένα σκηνικό που μπέρδευε τους πολίτες και αποτελούσε βούτυρο στο ψωμί όσων - κυρίως εκτός Ουκρανίας - φωνάζουν εδώ και καιρό για κυβερνητική αλλαγή.Για χρόνια, η απάντηση της Ουκρανίας στο ενδεχόμενο διεξαγωγής εκλογών εν καιρώ πολέμου ήταν απλή: όχι τώρα. Η πλειονότητα των Ουκρανών, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, δεν επιθυμεί να πάει στις κάλπες πριν από την επίτευξη εκεχειρίας. Η συναίνεση αυτή, ωστόσο, μέσα στο κλίμα που έχει διαμορφωθεί, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να διατηρηθεί.
Το team του Ζελένσκι είχε ήδη εξετάσει το ενδεχόμενο εκλογών
Η πρόταση του Φεντόροφ για εκλογές εν μέσω πολέμου μπορεί να έμοιαζε με ρήξη με την κυβερνητική γραμμή, ωστόσο, η ιδέα δεν ήταν καινούργια στους κόλπους της προεδρίας. Ουκρανοί αξιωματούχοι συζητούσαν αθόρυβα το ενδεχόμενο αυτό εδώ και μήνες.Στα μέσα Ιουνίου, μάλιστα, ένα κυβερνητικό συγκρότημα έξω από το Κίεβο αποτέλεσε το κέντρο μιας σπάνιας συνάντησης υψηλού επιπέδου, στην οποία συμμετείχαν ορισμένα από τα ισχυρότερα πρόσωπα της ουκρανικής ηγεσίας εν καιρώ πολέμου.
Παρόντες ήταν ο Ζελένσκι, ο προσωπάρχης του, ο επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας Κιρίλο Μπουντάνοφ, ο σύμβουλός του για θέματα ασφαλείας Όλεγκ Τατάροφ και ο Νταβίντ Αραχαμία, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Ζελένσκι. Ο Φεντόροφ εκπροσωπούσε την κυβέρνηση ως υπουργός Άμυνας (ακόμα), ενώ παρών ήταν και ο τότε γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας, Ρουστέμ Ουμέροφ. «Πρέπει να κάνουμε εκλογές τον Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο», είπε ο Φεντόροφ στους παριστάμενους.
Οι «κοντινοί» του Ζελένσκι εξέτασαν σοβαρά το ενδεχόμενο διεξαγωγής ακόμη και στα μέσα του φθινοπώρου. Σύμφωνα με πηγές δίπλα στον Ουκρανό πρόεδρο, οι συζητήσεις αυτές ενισχύθηκαν εν μέρει από εμπιστευτικές δημοσκοπήσεις που είχαν φτάσει πρόσφατα στα αυτιά του και τα αποτελέσματα έδειχναν ότι η στήριξη προς το πρόσωπό του ήταν υψηλότερη από ό,τι αναμενόταν.
Αυτό φαίνεται πως ενίσχυσε την ιδέα εκλογών, με τη λογική να μοιάζει απλή: η δημοτικότητα του Ζελένσκι ανέβαινε και η προεδρία μπορούσε να επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη συγκυρία, προτού αλλάξει ξανά το πολιτικό σκηνικό.
Τελικά, ο Ζελένσκι αποφάσισε να «κάψει» το συγκεκριμένο χαρτί, ενώ τη θέση αυτή στήριζε εκείνη την περίοδο και ο βασικός πολιτικός του αντίπαλος, ο πρέσβης της Ουκρανίας στη Βρετανία και πρώην αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, Βαλέρι Ζαλούζνι.
Η νομιμοποίηση του Ζελένσκι εν καιρώ πολέμου
Η συνταγματικά προβλεπόμενη πενταετής θητεία του Ζελένσκι έληξε τον Μάιο του 2024, γεγονός που προκάλεσε ερωτήματα σχετικά με τη νομιμοποίησή του. Ωστόσο, από την έναρξη της ρωσικής εισβολής πλήρους κλίμακας το 2022, μεγάλο μέρος της ουκρανικής κοινωνίας είχε αποδεχθεί αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο: ψηφοφόροι, κοινωνία των πολιτών και κόμματα της αντιπολίτευσης συμφώνησαν, ουσιαστικά, να αναβάλουν τις εκλογές, με αντάλλαγμα την εθνική επιβίωση και τη σταθερότητα κατά τη διάρκεια ενός πολέμου που θα καθορίσει την ύπαρξη ολόκληρης της χώρας.
Υπό το καθεστώς στρατιωτικού νόμου, που επιβλήθηκε την πρώτη ημέρα της εισβολής, οι εκλογές αναστέλλονται, ενώ οι αιρετοί αξιωματούχοι παραμένουν στις θέσεις τους μέχρι να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή νέων εκλογών.
Δημοσκοπήσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έχουν επανειλημμένα καταγράψει ισχυρή στήριξη της κοινής γνώμης στην προτεραιότητα της εθνικής άμυνας και της διατήρησης της εθνικής ενότητας έναντι της διεξαγωγής εκλογών εν καιρώ πολέμου.
Η αντίληψη αυτή προστάτευσε επίσης τον Ζελένσκι από την κριτική όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ τον είχε χαρακτηρίσει «δικτάτορα χωρίς εκλογές», μετά την άρνησή του να υπογράψει το πρώτο σχέδιο συμφωνίας για τα ορυκτά με την Ουάσινγκτον το 2025. Τότε ο Τραμπ φαινόταν να προωθεί μια θέση αντίθετη με το κοινό αίσθημα στην Ουκρανία. Τώρα, όμως, αυτή η άρρητη συναίνεση αμφισβητείται εκ των έσω.
Τον Ιούλιο του περασμένου έτους, ο Ζελένσκι υπέγραψε νόμο που έθετε το Εθνικό Γραφείο Καταπολέμησης της Διαφθοράς (NABU) και την Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς (SAPO) υπό τον γενικό εισαγγελέα, ο οποίος διορίζεται από τον πρόεδρο, αφαιρώντας ουσιαστικά την ανεξαρτησία τους. Οι διαδηλώσεις στους δρόμους και οι πιέσεις από τις Βρυξέλλες ανάγκασαν την κυβέρνηση να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία των δύο υπηρεσιών.
Η υπόθεση έγινε ακόμη πιο σοβαρή όταν αποκαλύφθηκε ότι οι ουκρανικές αρχές ερευνούσαν πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Ζελένσκι.
Ο Τιμούρ Μίντιτς, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του προέδρου, ήταν μεταξύ των επτά ατόμων που κατηγορήθηκαν σε μεγάλη έρευνα διαφθοράς που ανακοίνωσε το NABU στις 11 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η ομάδα «είχε στήσει ένα μεγάλο κύκλωμα διαφθοράς για τον έλεγχο βασικών κρατικών επιχειρήσεων», μεταξύ των οποίων και η Energoatom, η κρατική υπηρεσία πυρηνικής ενέργειας της Ουκρανίας.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Αντρίι Γέρμακ, επικεφαλής του Γραφείου του Προέδρου, παραιτήθηκε μετά την έρευνα του NABU στις εγκαταστάσεις του στις 28 Νοεμβρίου, σε υπόθεση που αφορούσε την Energoatom, η οποία εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη έρευνα διαφθοράς της προεδρίας Ζελένσκι. Ο Μίντιτς φέρεται να είχε αναγνωριστεί ως επικεφαλής του κυκλώματος.
Αυτό το «χτύπημα» στην κυβερνητικλη αξιοπιστία, όμως, δεν ήταν το τελευταίο. Μόλις πρόσφατα, στις αρχές της τρέχουσας εβδομάδας, το NABU ξεκίνησε νέα ευρεία έρευνα με την κωδική ονομασία «Φόρεστ Γκαμπ» για κύκλωμα που σχετίζεται με σειρά αμφιλεγόμενων κατασκευαστικών έργων στο Κίεβο και στο οποίο φέρονται να εμπλέκονται, μεταξύ άλλων, τόσο η αναπληρώτρια προσωπάρχης του Ζελένσκι, Ιρίνα Μούντρα, νυν και πρώην βουλευτές, αλλά και η μεγάλη κρατική τράπεζα Sense Bank.
Τα συγκεκριμένα σκάνδαλα αποδυνάμωσαν το επιχείρημα ότι κάθε αμφιλεγόμενη κυβερνητική απόφαση μπορούσε να δικαιολογηθεί στο όνομα της επιβίωσης εν καιρώ πολέμου.
Στη συνέχεια, όμως, ήρθε ο κυβερνητικός ανασχηματισμός. Η απομάκρυνση του Φεντόροφ ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να «χωνευτεί» από την κοινή γνώμη, καθώς είχε εξελιχθεί σε ένα από τα δημοφιλέστερα κυβερνητικά στελέχη, έχοντας αναλάβει μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του ουκρανικού στρατού, τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων της χώρας στα drones.
Ο Ζελένσκι δεν έδωσε ποτέ λεπτομερή εξήγηση για την απομάκρυνσή του, κάνοντας λόγο για υποτιθέμενη σύγκρουση μεταξύ του Φεντόροφ και του τότε αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, Ολεξάντρ Σίρσκι. Η εξήγηση δεν κατάφερε να εκτονώσει την οργή.
Διαδηλώσεις ξέσπασαν σε ολόκληρη την Ουκρανία, με χιλιάδες ανθρώπους να συγκεντρώνονται στο Κίεβο και άλλες πόλεις ζητώντας την επιστροφή του Φεντόροφ. Τα αιτήματα σύντομα επεκτάθηκαν και στην αποπομπή του Σίρσκι. Ο Ζελένσκι τελικά υποχώρησε στη λαϊκή οργή και τον απομάκρυνε, διορίζοντας στη θέση του τον στρατηγό Μιχάιλο Ντραπάτι, έναν ιδιαίτερα σεβαστό διοικητή.
Η κίνηση έγινε δεκτή θετικά από πολλούς Ουκρανούς και ορισμένες από τις επόμενες διαδηλώσεις είχαν μικρότερη συμμετοχή. Ωστόσο, η βασική διαφωνία παρέμενε: ο Φεντόροφ εξακολουθούσε να βρίσκεται εκτός κυβέρνησης.
Στις 31 Ιουλίου, χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε πάρκο του Κιέβου και στη συνέχεια πραγματοποίησαν πορεία στο κέντρο της πόλης, σε αυτό που οι διοργανωτές αποκάλεσαν «πορεία για τον διάλογο και τις μεταρρυθμίσεις στην άμυνα».
Με δεδομένο ότι δεν υπήρχε τρόπος επιστροφής του στην κυβέρνηση, ο Φεντόροφ δημοσίευσε βιντεοσκοπημένο μήνυμα στο οποίο κατήγγειλε διαφθορά σε υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια και ζήτησε εκλογές για την «επανεκκίνηση» του συστήματος, στο οποίο ο ίδιος συμμετείχε για σχεδόν επτά χρόνια.
Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, ωστόσο, παραμένει πιο επιφυλακτική. Ο Γιαροσλάβ Γιουρτσινίσιν, βουλευτής του αντιπολιτευόμενου κόμματος Holos, δήλωσε ότι δεν μπορεί να φανταστεί εκλογές μέχρι να επιλυθούν θεμελιώδη προβλήματα. «Μέχρι να απαντήσουμε στο ερώτημα πώς θα διασφαλίσουμε ότι οι στρατιωτικοί και οι Ουκρανοί του εξωτερικού μπορούν να ψηφίσουν, μέχρι να επαληθευτεί το εκλογικό μητρώο και, κυρίως, μέχρι να έχουν σταματήσει οι επιθέσεις για τουλάχιστον έξι μήνες, δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα γίνουν εκλογές», είπε χαρακτηριστικά.
Ακόμη και στελέχη του κόμματος του Ζελένσκι, του «Υπηρέτη του Λαού», εμφανίζονται αντίθετα στη διεξαγωγή εκλογών αυτή τη στιγμή.
Ο βουλευτής Ολεξάντρ Μερεζκό τόνισε ότι «η διεξαγωγή εκλογών υπό στρατιωτικό νόμο είναι νομικά και πολιτικά αδύνατη».
Η ομάδα του Φεντόροφ, από την πλευρά της, επιμένει στο δικό της επιχείρημα: η δημοκρατία δεν είναι κάτι που η Ουκρανία θα πρέπει να αναβάλει επ' αόριστον επειδή δέχθηκε επίθεση από τη Ρωσία.
«Η δημοκρατία δεν είναι πολυτέλεια εν καιρώ ειρήνης. Η δημοκρατία είναι μέρος αυτού για το οποίο αγωνιζόμαστε σήμερα», δήλωσε ο Φεντόροφ.
Ο ίδιος δεν έχει ξεκαθαρίσει αν θα είναι υποψήφιος σε περίπτωση εκλογών. Πρόσωπα του περιβάλλοντός του υποστηρίζουν ότι σήμερα δεν έχει πρόθεση να ιδρύσει πολιτικό κόμμα ή κίνημα και ότι σχεδιάζει να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της στρατιωτικής τεχνολογίας και σε think tanks. Αυτό, μάλιστα, προέβαλαν σαν επιχείρημα για να «απαντήσουν» στη σκόνη που σήκωσε η είδηση πως ο πρώην υπουργός Άμυνας ετοιμάζει ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το Σύνταγμα παρατείνει την εξουσία του Κοινοβουλίου μέχρι τη λήξη του στρατιωτικού νόμου. Αυτό σημαίνει ότι για τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών θα απαιτούνταν είτε η άρση του στρατιωτικού νόμου είτε αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας.
Ακόμη και αν ξεπερνιούνταν τα νομικά εμπόδια, η διεξαγωγή εκλογών κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τον πόλεμο θα απαιτούσε εκτεταμένη προετοιμασία.
Η Ουκρανία θα έπρεπε να θεσπίσει ειδική εκλογική νομοθεσία, να τροποποιήσει τους υφιστάμενους νόμους, να επικαιροποιήσει το εκλογικό μητρώο, να δώσει χρόνο για την εγγραφή ψηφοφόρων και την ενημέρωση της κοινής γνώμης και να θεσπίσει διαδικασίες ψηφοφορίας στις περιοχές που έχουν πληγεί από τον πόλεμο.
Παράλληλα, θα έπρεπε να προστατευθούν τα εκλογικά τμήματα από πολιτική βία, κυβερνοεπιθέσεις και ξένη παρέμβαση, ενώ θα απαιτούνταν ειδικές ρυθμίσεις για τους Ουκρανούς που ζουν στο εξωτερικό και τους στρατιωτικούς που βρίσκονται στο μέτωπο.
Η χώρα θα έπρεπε επίσης να σχεδιάσει τη μετάβαση από τη στρατιωτική στην πολιτική διακυβέρνηση, να εξασφαλίσει χρηματοδότηση και προσωπικό και να καλύψει τις κενές θέσεις στην Κεντρική Εκλογική Επιτροπή.
Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι απλό με τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί. Γι' αυτό και για ορισμένους Ουκρανούς η πρόταση του Φεντόροφ μοιάζει μη ρεαλιστική, ενώ για άλλους αποτελεί την απαρχή μιας αναγκαίας συζήτησης.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη αλλαγή. Για χρόνια, το ζήτημα των εκλογών εν καιρώ πολέμου θεωρούνταν ουσιαστικά λήξαν προτού καν συζητηθεί. Τώρα, όμως, συζητείται στο εσωτερικό της Ουκρανίας: στο Κοινοβούλιο, ανάμεσα στους διαδηλωτές, στα πολιτικά στρατόπεδα, ακόμη και μέσα στο ίδιο το Γραφείο του Προέδρου.
Ο Φεντόροφ δεν παρουσίασε έναν έτοιμο μηχανισμό για τη διεξαγωγή εκλογών. Έκανε, όμως, κάτι ενδεχομένως πιο σημαντικό: κατέστησε πολιτικά αποδεκτό το ερώτημα αν η Ουκρανία θα πρέπει να αρχίσει να τον αναζητά.
Δημοσκοπήσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών έχουν επανειλημμένα καταγράψει ισχυρή στήριξη της κοινής γνώμης στην προτεραιότητα της εθνικής άμυνας και της διατήρησης της εθνικής ενότητας έναντι της διεξαγωγής εκλογών εν καιρώ πολέμου.
Η αντίληψη αυτή προστάτευσε επίσης τον Ζελένσκι από την κριτική όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ τον είχε χαρακτηρίσει «δικτάτορα χωρίς εκλογές», μετά την άρνησή του να υπογράψει το πρώτο σχέδιο συμφωνίας για τα ορυκτά με την Ουάσινγκτον το 2025. Τότε ο Τραμπ φαινόταν να προωθεί μια θέση αντίθετη με το κοινό αίσθημα στην Ουκρανία. Τώρα, όμως, αυτή η άρρητη συναίνεση αμφισβητείται εκ των έσω.
Σκάνδαλα και πολιτική φθορά
Η αλλαγή αυτή ήρθε έπειτα από μια σειρά γεγονότων που σταδιακά αποδυνάμωσαν την εμπιστοσύνη στον Ζελένσκι και την κυβέρνησή του.Τον Ιούλιο του περασμένου έτους, ο Ζελένσκι υπέγραψε νόμο που έθετε το Εθνικό Γραφείο Καταπολέμησης της Διαφθοράς (NABU) και την Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς (SAPO) υπό τον γενικό εισαγγελέα, ο οποίος διορίζεται από τον πρόεδρο, αφαιρώντας ουσιαστικά την ανεξαρτησία τους. Οι διαδηλώσεις στους δρόμους και οι πιέσεις από τις Βρυξέλλες ανάγκασαν την κυβέρνηση να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία των δύο υπηρεσιών.
Η υπόθεση έγινε ακόμη πιο σοβαρή όταν αποκαλύφθηκε ότι οι ουκρανικές αρχές ερευνούσαν πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Ζελένσκι.
Ο Τιμούρ Μίντιτς, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του προέδρου, ήταν μεταξύ των επτά ατόμων που κατηγορήθηκαν σε μεγάλη έρευνα διαφθοράς που ανακοίνωσε το NABU στις 11 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η ομάδα «είχε στήσει ένα μεγάλο κύκλωμα διαφθοράς για τον έλεγχο βασικών κρατικών επιχειρήσεων», μεταξύ των οποίων και η Energoatom, η κρατική υπηρεσία πυρηνικής ενέργειας της Ουκρανίας.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Αντρίι Γέρμακ, επικεφαλής του Γραφείου του Προέδρου, παραιτήθηκε μετά την έρευνα του NABU στις εγκαταστάσεις του στις 28 Νοεμβρίου, σε υπόθεση που αφορούσε την Energoatom, η οποία εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη έρευνα διαφθοράς της προεδρίας Ζελένσκι. Ο Μίντιτς φέρεται να είχε αναγνωριστεί ως επικεφαλής του κυκλώματος.
Αυτό το «χτύπημα» στην κυβερνητικλη αξιοπιστία, όμως, δεν ήταν το τελευταίο. Μόλις πρόσφατα, στις αρχές της τρέχουσας εβδομάδας, το NABU ξεκίνησε νέα ευρεία έρευνα με την κωδική ονομασία «Φόρεστ Γκαμπ» για κύκλωμα που σχετίζεται με σειρά αμφιλεγόμενων κατασκευαστικών έργων στο Κίεβο και στο οποίο φέρονται να εμπλέκονται, μεταξύ άλλων, τόσο η αναπληρώτρια προσωπάρχης του Ζελένσκι, Ιρίνα Μούντρα, νυν και πρώην βουλευτές, αλλά και η μεγάλη κρατική τράπεζα Sense Bank.
Τα συγκεκριμένα σκάνδαλα αποδυνάμωσαν το επιχείρημα ότι κάθε αμφιλεγόμενη κυβερνητική απόφαση μπορούσε να δικαιολογηθεί στο όνομα της επιβίωσης εν καιρώ πολέμου.
Φεντόροφ, διαδηλώσεις και χαμένη εμπιστοσύνη
Νωρίτερα μέσα στο 2026, η Ουκρανία φαινόταν να βρίσκεται σε σχετικά ισχυρή θέση. Τον Μάιο, απελευθέρωσε περισσότερα εδάφη από όσα κατέλαβε η Ρωσία για πρώτη φορά από το 2023, σύμφωνα με την ουκρανική ομάδα παρακολούθησης DeepState. Οι εξελίξεις στο μέτωπο συνέπεσαν με βελτίωση των ποσοστών αποδοχής του Ζελένσκι.Στη συνέχεια, όμως, ήρθε ο κυβερνητικός ανασχηματισμός. Η απομάκρυνση του Φεντόροφ ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να «χωνευτεί» από την κοινή γνώμη, καθώς είχε εξελιχθεί σε ένα από τα δημοφιλέστερα κυβερνητικά στελέχη, έχοντας αναλάβει μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του ουκρανικού στρατού, τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων της χώρας στα drones.
Ο Ζελένσκι δεν έδωσε ποτέ λεπτομερή εξήγηση για την απομάκρυνσή του, κάνοντας λόγο για υποτιθέμενη σύγκρουση μεταξύ του Φεντόροφ και του τότε αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, Ολεξάντρ Σίρσκι. Η εξήγηση δεν κατάφερε να εκτονώσει την οργή.
Διαδηλώσεις ξέσπασαν σε ολόκληρη την Ουκρανία, με χιλιάδες ανθρώπους να συγκεντρώνονται στο Κίεβο και άλλες πόλεις ζητώντας την επιστροφή του Φεντόροφ. Τα αιτήματα σύντομα επεκτάθηκαν και στην αποπομπή του Σίρσκι. Ο Ζελένσκι τελικά υποχώρησε στη λαϊκή οργή και τον απομάκρυνε, διορίζοντας στη θέση του τον στρατηγό Μιχάιλο Ντραπάτι, έναν ιδιαίτερα σεβαστό διοικητή.
Η κίνηση έγινε δεκτή θετικά από πολλούς Ουκρανούς και ορισμένες από τις επόμενες διαδηλώσεις είχαν μικρότερη συμμετοχή. Ωστόσο, η βασική διαφωνία παρέμενε: ο Φεντόροφ εξακολουθούσε να βρίσκεται εκτός κυβέρνησης.
Στις 31 Ιουλίου, χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε πάρκο του Κιέβου και στη συνέχεια πραγματοποίησαν πορεία στο κέντρο της πόλης, σε αυτό που οι διοργανωτές αποκάλεσαν «πορεία για τον διάλογο και τις μεταρρυθμίσεις στην άμυνα».
Με δεδομένο ότι δεν υπήρχε τρόπος επιστροφής του στην κυβέρνηση, ο Φεντόροφ δημοσίευσε βιντεοσκοπημένο μήνυμα στο οποίο κατήγγειλε διαφθορά σε υψηλά κυβερνητικά κλιμάκια και ζήτησε εκλογές για την «επανεκκίνηση» του συστήματος, στο οποίο ο ίδιος συμμετείχε για σχεδόν επτά χρόνια.
Τι άλλαξε στην Ουκρανία
Της έκκλησης του Φεντόροφ είχε προηγηθεί μια σταδιακή αλλαγή στον δημόσιο διάλογο. Ουκρανοί δημόσιοι παράγοντες, αλλά και ορισμένα από τα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης της χώρας, είχαν αρχίσει να σπάνε το ταμπού γύρω από τη συζήτηση για τις εκλογές, καθώς ο Ζελένσκι δεχόταν αυξανόμενη κριτική για την άρνησή του να συναντήσει τους διαδηλωτές και να ικανοποιήσει το βασικό τους αίτημα: την επιστροφή του Φεντόροφ.Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, ωστόσο, παραμένει πιο επιφυλακτική. Ο Γιαροσλάβ Γιουρτσινίσιν, βουλευτής του αντιπολιτευόμενου κόμματος Holos, δήλωσε ότι δεν μπορεί να φανταστεί εκλογές μέχρι να επιλυθούν θεμελιώδη προβλήματα. «Μέχρι να απαντήσουμε στο ερώτημα πώς θα διασφαλίσουμε ότι οι στρατιωτικοί και οι Ουκρανοί του εξωτερικού μπορούν να ψηφίσουν, μέχρι να επαληθευτεί το εκλογικό μητρώο και, κυρίως, μέχρι να έχουν σταματήσει οι επιθέσεις για τουλάχιστον έξι μήνες, δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα γίνουν εκλογές», είπε χαρακτηριστικά.
Ακόμη και στελέχη του κόμματος του Ζελένσκι, του «Υπηρέτη του Λαού», εμφανίζονται αντίθετα στη διεξαγωγή εκλογών αυτή τη στιγμή.
Ο βουλευτής Ολεξάντρ Μερεζκό τόνισε ότι «η διεξαγωγή εκλογών υπό στρατιωτικό νόμο είναι νομικά και πολιτικά αδύνατη».
«Μεταξύ των Shahed και των βαλλιστικών πυραύλων»
Πρόσωπα κοντά στον Ζελένσκι δήλωσαν ότι δεν μπορούν να φανταστούν τη διεξαγωγή εκλογών στην παρούσα φάση του πολέμου, επισημαίνοντας τις αυξημένες ανησυχίες που «γεννά» ο επερχόμενος χειμώνας, καθώς αναμένεται ότι η Ρωσία θα επιχειρήσει και πάλι να πλήξει τις ενεργειακές υποδομές της Ουκρανίας. «Είναι απλώς παράξενο να σκεφτόμαστε έστω και ελάχιστο το σενάριο εκλογών όταν έχουμε καθημερινά drones Shahed και βαλλιστικούς πυραύλους», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος του γραφείου του Ζελένσκι.Η ομάδα του Φεντόροφ, από την πλευρά της, επιμένει στο δικό της επιχείρημα: η δημοκρατία δεν είναι κάτι που η Ουκρανία θα πρέπει να αναβάλει επ' αόριστον επειδή δέχθηκε επίθεση από τη Ρωσία.
«Η δημοκρατία δεν είναι πολυτέλεια εν καιρώ ειρήνης. Η δημοκρατία είναι μέρος αυτού για το οποίο αγωνιζόμαστε σήμερα», δήλωσε ο Φεντόροφ.
Ο ίδιος δεν έχει ξεκαθαρίσει αν θα είναι υποψήφιος σε περίπτωση εκλογών. Πρόσωπα του περιβάλλοντός του υποστηρίζουν ότι σήμερα δεν έχει πρόθεση να ιδρύσει πολιτικό κόμμα ή κίνημα και ότι σχεδιάζει να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της στρατιωτικής τεχνολογίας και σε think tanks. Αυτό, μάλιστα, προέβαλαν σαν επιχείρημα για να «απαντήσουν» στη σκόνη που σήκωσε η είδηση πως ο πρώην υπουργός Άμυνας ετοιμάζει ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Είναι τελικά εφικτές οι εκλογές;
Τα νομικά εμπόδια για να στηθούν άμεσα κάλπες παραμένουν σημαντικά. Ο στρατιωτικός νόμος της Ουκρανίας, που επιβλήθηκε μετά τη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας το 2022, απαγορεύει ρητά τις προεδρικές, κοινοβουλευτικές και τοπικές εκλογές.Το Σύνταγμα παρατείνει την εξουσία του Κοινοβουλίου μέχρι τη λήξη του στρατιωτικού νόμου. Αυτό σημαίνει ότι για τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών θα απαιτούνταν είτε η άρση του στρατιωτικού νόμου είτε αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας.
Ακόμη και αν ξεπερνιούνταν τα νομικά εμπόδια, η διεξαγωγή εκλογών κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τον πόλεμο θα απαιτούσε εκτεταμένη προετοιμασία.
Η Ουκρανία θα έπρεπε να θεσπίσει ειδική εκλογική νομοθεσία, να τροποποιήσει τους υφιστάμενους νόμους, να επικαιροποιήσει το εκλογικό μητρώο, να δώσει χρόνο για την εγγραφή ψηφοφόρων και την ενημέρωση της κοινής γνώμης και να θεσπίσει διαδικασίες ψηφοφορίας στις περιοχές που έχουν πληγεί από τον πόλεμο.
Παράλληλα, θα έπρεπε να προστατευθούν τα εκλογικά τμήματα από πολιτική βία, κυβερνοεπιθέσεις και ξένη παρέμβαση, ενώ θα απαιτούνταν ειδικές ρυθμίσεις για τους Ουκρανούς που ζουν στο εξωτερικό και τους στρατιωτικούς που βρίσκονται στο μέτωπο.
Η χώρα θα έπρεπε επίσης να σχεδιάσει τη μετάβαση από τη στρατιωτική στην πολιτική διακυβέρνηση, να εξασφαλίσει χρηματοδότηση και προσωπικό και να καλύψει τις κενές θέσεις στην Κεντρική Εκλογική Επιτροπή.
Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι απλό με τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί. Γι' αυτό και για ορισμένους Ουκρανούς η πρόταση του Φεντόροφ μοιάζει μη ρεαλιστική, ενώ για άλλους αποτελεί την απαρχή μιας αναγκαίας συζήτησης.
Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη αλλαγή. Για χρόνια, το ζήτημα των εκλογών εν καιρώ πολέμου θεωρούνταν ουσιαστικά λήξαν προτού καν συζητηθεί. Τώρα, όμως, συζητείται στο εσωτερικό της Ουκρανίας: στο Κοινοβούλιο, ανάμεσα στους διαδηλωτές, στα πολιτικά στρατόπεδα, ακόμη και μέσα στο ίδιο το Γραφείο του Προέδρου.
Ο Φεντόροφ δεν παρουσίασε έναν έτοιμο μηχανισμό για τη διεξαγωγή εκλογών. Έκανε, όμως, κάτι ενδεχομένως πιο σημαντικό: κατέστησε πολιτικά αποδεκτό το ερώτημα αν η Ουκρανία θα πρέπει να αρχίσει να τον αναζητά.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr