Συνελήφθη Ιρανή στο αεροδρόμιο του Λος Άντζελες: Κατηγορείται για πωλήσεις όπλων στο Σουδάν
21.04.2026
14:22
Η 44χρονη Σαμίμ Μάφι, κάτοχος άδειας μόνιμης διαμονής στις ΗΠΑ. κατηγορείται ότι μεσολάβησε για την πώληση drones, βομβών, πυροκροτητών και φυσιγγίων ιρανικής κατασκευής προς το Σουδάν - Συμβόλαιο ύψους 60 εκατ. ευρώ μεταξύ των συμφωνιών που είχε συνάψει
Στη σύλληψη μιας Ιρανής με την κατηγορία της διακίνησης όπλων προς το Σουδάν για λογαριασμό της χώρας της, παραβιάζοντας το καθεστώς κυρώσεων κατά του Ιράν, προχώρησαν οι αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η 44χρονη Σαμίμ Μάφι, κάτοχος άδειας μόνιμης διαμονής στις ΗΠΑ, συνελήφθη το Σάββατο στο αεροδρόμιο του Λος Άντζελες. Κατηγορείται ότι «μεσολάβησε για την πώληση drones, βομβών, πυροκροτητών και εκατομμυρίων φυσιγγίων ιρανικής κατασκευής προς το Σουδάν», σύμφωνα με τον πρώτο βοηθό εισαγγελέα των ΗΠΑ Μπιλ Εσαϊλί, όπως ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X.
Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, οι φερόμενες συμφωνίες αφορούσαν το υπουργείο Άμυνας του Σουδάν και περιλάμβαναν συμβόλαιο ύψους 60 εκατ. ευρώ (70 εκατ. δολάρια) για drones.
Η Μάφι κατηγορείται ότι παραβίασε τις αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν, οι οποίες απαγορεύουν σε πρόσωπα που βρίσκονται στις ΗΠΑ να πραγματοποιούν συναλλαγές ή να διακινούν προϊόντα και υπηρεσίες ιρανικής προέλευσης χωρίς σχετική άδεια.
Η ίδια δεν έχει σχολιάσει έως τώρα τις κατηγορίες, παρουσιάστηκε ενώπιον δικαστηρίου τη Δευτέρα και σε περίπτωση καταδίκης, αντιμετωπίζει ποινή κάθειρξης έως και 20 ετών.
Στην ποινική καταγγελία του FBI, αντίγραφο της οποίας επεξεργάστηκε το BBC, αναφέρεται ότι η Μάφι συντόνισε το ταξίδι αντιπροσωπείας από το Σουδάν στο Ιράν, έλαβε πληρωμές άνω των 6 εκατ. ευρώ και εξέδωσε αποδείξεις πληρωμής για τη συμφωνία των drones.
Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, υπέβαλε επίσης επιστολή πρόθεσης προς τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) του Ιράν, προκειμένου να μεσολαβήσει για την πώληση 55.000 πυροκροτητών στο υπουργείο Άμυνας του Σουδάν.
Κατά τον Εσαϊλί, η Μάφι είναι Ιρανή υπήκοος που απέκτησε καθεστώς νόμιμης μόνιμης κατοίκου στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2016.
Τα δικαστικά έγγραφα αναφέρουν ότι χρησιμοποίησε επανειλημμένα ανεπίσημα δίκτυα μεταφοράς χρημάτων σε πολλές συναλλαγές, σε μια «σκόπιμη προσπάθεια αποφυγής των αμερικανικών κυρώσεων».
Η ανάρτηση του Εσαϊλί περιλάμβανε φωτογραφίες γυναίκας που φέρεται να είναι η Μάφι, περιστοιχισμένη από πράκτορες ασφαλείας σε αεροδρόμιο, καθώς και εικόνες drone σε διάδρομο προσγείωσης και δεσμίδων μετρητών.
Το Σουδάν βρίσκεται τα τελευταία τρία χρόνια αντιμέτωπο με έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του στρατού και της παραστρατιωτικής οργάνωσης Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF).
Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, ο πόλεμος έχει οδηγήσει στη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια εκτοπισμένους.
Ξένες δυνάμεις έχουν κατηγορηθεί ότι υποστηρίζουν και τις δύο πλευρές, παρέχοντας πυρομαχικά και ενισχύοντας περαιτέρω τη σύγκρουση.
Η οργάνωση Amnesty International έχει στο παρελθόν αναφέρει ότι εντόπισε όπλα κατασκευασμένα στη Σερβία, τη Ρωσία, την Κίνα, την Τουρκία και την Υεμένη να χρησιμοποιούνται στο Σουδάν.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν αρνηθεί τις κατηγορίες ότι παρέχουν στρατιωτική υποστήριξη στις RSF, παρά τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν.
Το Ιράν έχει επίσης κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι παρείχε όπλα στον στρατό του Σουδάν, κάτι που η χώρα αρνήθηκε.
Ο στρατός του Σουδάν χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο προηγμένα τουρκικά drones, ενώ εκτιμάται ότι ιρανικά όπλα διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην επίθεση του 2024 κατά των RSF.
Ο Τζάστιν Λιντς, επικεφαλής της ιδιωτικής οργάνωσης Conflict Insights Group, η οποία συλλέγει δεδομένα για ανάλυση συγκρούσεων, δήλωσε ότι οι κατηγορίες εναντίον της Μάφι αναδεικνύουν τον «σκιώδη κόσμο» της διαμεσολάβησης όπλων, έναν «ανεξέλεγκτο χώρο όπου κυριαρχούν η διαφθορά και η απάτη».
«Αν πολεμάς σε έναν πόλεμο ως μη δυτική χώρα, δεν μπορείς απλώς να πας σε ένα κατάστημα και να αγοράσεις 55.000 πυροκροτητές», δήλωσε στο BBC.
«Αν οι κατηγορίες αποδειχθούν αληθείς, το κατηγορητήριο αυτό θα αποτελέσει ισχυρή ένδειξη για τον τρόπο λειτουργίας αυτού του αδιαφανούς δικτύου και θα δείξει ότι το Σουδάν αναζητούσε όπλα από κάθε διαθέσιμη πηγή. Για το Ιράν, θα αποδείξει πόσο σημαντική είναι η αμυντική του βιομηχανία για την εξωτερική του πολιτική», πρόσθεσε.
Στενοί δεσμοί αναπτύχθηκαν τη δεκαετία του 1990, μετά την άνοδο των ισλαμιστών στην εξουσία στο Χαρτούμ, περιλαμβάνοντας και συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.
Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, το Σουδάν στράφηκε προς μοναρχίες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, προκειμένου να στηρίξει την οικονομία του, η οποία είχε πληγεί από τις αμερικανικές κυρώσεις και την απόσχιση του Νότιου Σουδάν, που στέρησε μεγάλο μέρος της πετρελαϊκής παραγωγής του Χαρτούμ.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε επιδείνωση των σχέσεων με την Τεχεράνη, λόγω της έντασης μεταξύ του Ιράν και των χωρών του Κόλπου.
Ωστόσο, η στρατιωτική κυβέρνηση στο Χαρτούμ αποκατέστησε τις σχέσεις με το Ιράν μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 2023, επιδιώκοντας την ενίσχυση των εξοπλισμών της.
Μετά την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, ο στρατός του Σουδάν έχει επιδείξει προσεκτική στάση, καταδικάζοντας τις ιρανικές επιθέσεις κατά χωρών του Κόλπου χωρίς όμως να διακόψει τις σχέσεις με την Τεχεράνη.
Η ισορροπία αυτή περιπλέκεται περαιτέρω από τον πρόσφατο χαρακτηρισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας του Σουδάν ως τρομοκρατικής οργάνωσης από τις ΗΠΑ, με την κατηγορία ότι έχει εκπαιδευτεί και υποστηριχθεί από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης.
Ο Λιντς σημείωσε ότι η σύγκρουση στο Σουδάν αποτελεί σε μεγάλο βαθμό μια μάχη εφοδιαστικής, όπου ο στρατός και οι RSF ανταγωνίζονται – σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και μέσω των ίδιων εμπόρων όπλων – για την προμήθεια των ίδιων οπλικών συστημάτων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, και οι δύο πλευρές αναγκάζονται να βασίζονται σε «ημιεπίσημες ή ανεπίσημες διασυνδέσεις» με χώρες που μπορούν να προμηθεύσουν όπλα.
Η 44χρονη Σαμίμ Μάφι, κάτοχος άδειας μόνιμης διαμονής στις ΗΠΑ, συνελήφθη το Σάββατο στο αεροδρόμιο του Λος Άντζελες. Κατηγορείται ότι «μεσολάβησε για την πώληση drones, βομβών, πυροκροτητών και εκατομμυρίων φυσιγγίων ιρανικής κατασκευής προς το Σουδάν», σύμφωνα με τον πρώτο βοηθό εισαγγελέα των ΗΠΑ Μπιλ Εσαϊλί, όπως ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X.
Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, οι φερόμενες συμφωνίες αφορούσαν το υπουργείο Άμυνας του Σουδάν και περιλάμβαναν συμβόλαιο ύψους 60 εκατ. ευρώ (70 εκατ. δολάρια) για drones.
Η Μάφι κατηγορείται ότι παραβίασε τις αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν, οι οποίες απαγορεύουν σε πρόσωπα που βρίσκονται στις ΗΠΑ να πραγματοποιούν συναλλαγές ή να διακινούν προϊόντα και υπηρεσίες ιρανικής προέλευσης χωρίς σχετική άδεια.
Η ίδια δεν έχει σχολιάσει έως τώρα τις κατηγορίες, παρουσιάστηκε ενώπιον δικαστηρίου τη Δευτέρα και σε περίπτωση καταδίκης, αντιμετωπίζει ποινή κάθειρξης έως και 20 ετών.
Στην ποινική καταγγελία του FBI, αντίγραφο της οποίας επεξεργάστηκε το BBC, αναφέρεται ότι η Μάφι συντόνισε το ταξίδι αντιπροσωπείας από το Σουδάν στο Ιράν, έλαβε πληρωμές άνω των 6 εκατ. ευρώ και εξέδωσε αποδείξεις πληρωμής για τη συμφωνία των drones.
Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, υπέβαλε επίσης επιστολή πρόθεσης προς τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) του Ιράν, προκειμένου να μεσολαβήσει για την πώληση 55.000 πυροκροτητών στο υπουργείο Άμυνας του Σουδάν.
Κατά τον Εσαϊλί, η Μάφι είναι Ιρανή υπήκοος που απέκτησε καθεστώς νόμιμης μόνιμης κατοίκου στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2016.
Τα δικαστικά έγγραφα αναφέρουν ότι χρησιμοποίησε επανειλημμένα ανεπίσημα δίκτυα μεταφοράς χρημάτων σε πολλές συναλλαγές, σε μια «σκόπιμη προσπάθεια αποφυγής των αμερικανικών κυρώσεων».
Ετοιμαζόταν να διαφύγει στην Τουρκία
Σύμφωνα με τις αρχές, επρόκειτο να επιβιβαστεί σε πτήση από την Καλιφόρνια προς την Τουρκία τη στιγμή της σύλληψής της.Η ανάρτηση του Εσαϊλί περιλάμβανε φωτογραφίες γυναίκας που φέρεται να είναι η Μάφι, περιστοιχισμένη από πράκτορες ασφαλείας σε αεροδρόμιο, καθώς και εικόνες drone σε διάδρομο προσγείωσης και δεσμίδων μετρητών.
Το Σουδάν βρίσκεται τα τελευταία τρία χρόνια αντιμέτωπο με έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του στρατού και της παραστρατιωτικής οργάνωσης Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF).
Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, ο πόλεμος έχει οδηγήσει στη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια εκτοπισμένους.
Ξένες δυνάμεις έχουν κατηγορηθεί ότι υποστηρίζουν και τις δύο πλευρές, παρέχοντας πυρομαχικά και ενισχύοντας περαιτέρω τη σύγκρουση.
Η οργάνωση Amnesty International έχει στο παρελθόν αναφέρει ότι εντόπισε όπλα κατασκευασμένα στη Σερβία, τη Ρωσία, την Κίνα, την Τουρκία και την Υεμένη να χρησιμοποιούνται στο Σουδάν.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν αρνηθεί τις κατηγορίες ότι παρέχουν στρατιωτική υποστήριξη στις RSF, παρά τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν.
Το Ιράν έχει επίσης κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι παρείχε όπλα στον στρατό του Σουδάν, κάτι που η χώρα αρνήθηκε.
Ο στρατός του Σουδάν χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο προηγμένα τουρκικά drones, ενώ εκτιμάται ότι ιρανικά όπλα διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην επίθεση του 2024 κατά των RSF.
Ο Τζάστιν Λιντς, επικεφαλής της ιδιωτικής οργάνωσης Conflict Insights Group, η οποία συλλέγει δεδομένα για ανάλυση συγκρούσεων, δήλωσε ότι οι κατηγορίες εναντίον της Μάφι αναδεικνύουν τον «σκιώδη κόσμο» της διαμεσολάβησης όπλων, έναν «ανεξέλεγκτο χώρο όπου κυριαρχούν η διαφθορά και η απάτη».
«Αν πολεμάς σε έναν πόλεμο ως μη δυτική χώρα, δεν μπορείς απλώς να πας σε ένα κατάστημα και να αγοράσεις 55.000 πυροκροτητές», δήλωσε στο BBC.
«Αν οι κατηγορίες αποδειχθούν αληθείς, το κατηγορητήριο αυτό θα αποτελέσει ισχυρή ένδειξη για τον τρόπο λειτουργίας αυτού του αδιαφανούς δικτύου και θα δείξει ότι το Σουδάν αναζητούσε όπλα από κάθε διαθέσιμη πηγή. Για το Ιράν, θα αποδείξει πόσο σημαντική είναι η αμυντική του βιομηχανία για την εξωτερική του πολιτική», πρόσθεσε.
Διακυμάνσεις στις σχέσεις Σουδάν - Ιράν
Οι σχέσεις του Σουδάν με το Ιράν έχουν παρουσιάσει διακυμάνσεις τα τελευταία χρόνια.Στενοί δεσμοί αναπτύχθηκαν τη δεκαετία του 1990, μετά την άνοδο των ισλαμιστών στην εξουσία στο Χαρτούμ, περιλαμβάνοντας και συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.
Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, το Σουδάν στράφηκε προς μοναρχίες του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, προκειμένου να στηρίξει την οικονομία του, η οποία είχε πληγεί από τις αμερικανικές κυρώσεις και την απόσχιση του Νότιου Σουδάν, που στέρησε μεγάλο μέρος της πετρελαϊκής παραγωγής του Χαρτούμ.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε επιδείνωση των σχέσεων με την Τεχεράνη, λόγω της έντασης μεταξύ του Ιράν και των χωρών του Κόλπου.
Ωστόσο, η στρατιωτική κυβέρνηση στο Χαρτούμ αποκατέστησε τις σχέσεις με το Ιράν μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 2023, επιδιώκοντας την ενίσχυση των εξοπλισμών της.
Μετά την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, ο στρατός του Σουδάν έχει επιδείξει προσεκτική στάση, καταδικάζοντας τις ιρανικές επιθέσεις κατά χωρών του Κόλπου χωρίς όμως να διακόψει τις σχέσεις με την Τεχεράνη.
Η ισορροπία αυτή περιπλέκεται περαιτέρω από τον πρόσφατο χαρακτηρισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας του Σουδάν ως τρομοκρατικής οργάνωσης από τις ΗΠΑ, με την κατηγορία ότι έχει εκπαιδευτεί και υποστηριχθεί από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης.
Ο Λιντς σημείωσε ότι η σύγκρουση στο Σουδάν αποτελεί σε μεγάλο βαθμό μια μάχη εφοδιαστικής, όπου ο στρατός και οι RSF ανταγωνίζονται – σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και μέσω των ίδιων εμπόρων όπλων – για την προμήθεια των ίδιων οπλικών συστημάτων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, και οι δύο πλευρές αναγκάζονται να βασίζονται σε «ημιεπίσημες ή ανεπίσημες διασυνδέσεις» με χώρες που μπορούν να προμηθεύσουν όπλα.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr