Μοτζτάμπα Χαμενεΐ: Ο σκιώδης πρίγκιπας που έγινε Αγιατολάχ και έκτοτε δεν έχει εμφανιστεί δημοσίως
16.03.202620:35
Δημήτρης Παγαδάκης
Είναι ένας μεγιστάνας των ακινήτων, με ρετιρέ στο «Four Seasons George V» στο Παρίσι - Στηρίζεται στους Φρουρούς της Επανάστασης - Οι θολές πληροφορίες για πιθανό τραυματισμό του στο χτύπημα από αέρος που σκότωσε τον πατέρα του
Η φάτσα του, σαν να ξεκόλλησε από ένα σκονισμένο άλμπουμ με πανομοιότυπες κιτρινισμένες φωτογραφίες προσώπων. Γκρίζο μούσι, γυαλιά μυωπίας, χοντρή μύτη, μαύρο τουρμπάνι, καφετί ράσο. Ο διάδοχος στην ηγεσία του σκοταδιστικού καθεστώτος τους Ιράν είναι φυσιογνωμικά και ενδυματολογικά απαράλλαχτος με τον αυστηρό μουσουλμανικό περίγυρό του. Η φιγούρα του, ολόιδια με του προκατόχου του, του ανώτατου επί 37 χρόνια θρησκευτικού ηγέτη της χώρας. Οχι μόνο επειδή είναι γιος του. Ο Μοτζτάμπα Χοσεϊνί Χαμενεΐείναι πρώτα απ’ όλα ένας ακόμη σκληροπυρηνικός μουλάς. Και επιπλέον ο διεφθαρμένος κληρονόμος του εφιαλτικά τυραννικού πάτερα του.
Οι «σοφοί»
Στο θέατρο της ισλαμικής εξουσίας υπάρχει πάντα μια αόρατη σκηνή πίσω από το πολιτικό προσκήνιο. Εκεί πλανιέται μια σκιά σαν πριν από το σώμα. Γύρω της οι πρόεδροι αλλάζουν. Οι εκλογές έρχονται και φεύγουν. Οι ψηφοφόροι παρέρχονται αναστενάζοντας. Η τυλιγμένη στα άμφια απολυταρχική φιγούρα του Αγιατολάχ παραμένει ασάλευτη πίσω από την κουρτίνα. Ριζωμένη σε έναν θεοκρατικό θρόνο. Το όνομά του δοξολογείται στα τζαμιά όπου προσεύχονται ξεχωριστά οι άνδρες από τις γυναίκες.
Οσο, όμως, ανακουφιστική ήταν για την καταπιεσμένη ιρανική κοινωνία η στοχευμένη εξόντωση του Αλί Χαμενεΐ, άλλο τόσο ήταν σοκαριστική για το τρομοκρατικό καθεστώς. Η τρύπα που άνοιξε η δολοφονία του στις εσωτερικές ισορροπίες της ιρανικής εξουσίας έπρεπε επειγόντως να μπαλωθεί. Εν μέσω καταιγιστικών αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων οι 88 εκλεγμένοι για οκταετή θητεία ανώτεροι σιίτες κληρικοί που συναπαρτίζουν τη «Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων», κλήθηκαν εσπευσμένα να λάβουν μια γρήγορη απόφαση.
Απαραίτητη για την προβολή της ενότητας του καθεστώτος, την εμφάνιση ελέγχου στους μηχανισμούς του και την επίδειξη αποφασιστικότητας στις κρίσιμες πολεμικές περιστάσεις. Η μοναδική συνταγματική αρμοδιότητα του οργάνου τους είναι να επιλέξει, να διορίσει και να επιβλέπει τον ανώτατο ηγέτη της χώρας. Στα 47 χρόνια της Ισλαμικής Δημοκρατίας ήταν μόλις η δεύτερη φορά που συγκλήθηκε για αυτό τον σκοπό. Οι αποκαλούμενοι, ευφημιστικά, «σοφοί», οι οποίοι είναι περισσότερο φανατικά υπερσυντηρητικά «γεράκια» παρά βαθυστόχαστα θεολογικά «περιστέρια», συνεδρίασαν αρχικά διαδικτυακά σε κλίμα έντονου φόβου και έντρομου αποπροσανατολισμού.
Η γη σειόταν από τις εκρήξεις των βομβαρδισμών και το ρεύμα κάθε τόσο κοβόταν αναστέλλοντας τη σύνδεσή τους στο Ιντερνετ. Είδαν κι έπαθαν να συνεννοηθούν, ώσπου την επόμενη μέρα τα δύο τρίτα του σώματος -ώστε να συμπληρώνουν απαρτία-, δηλαδή περίπου 60 από αυτούς, συγκεντρώθηκαν με φυσική παρουσία στην πόλη Κομ.
Η απόφαση
Εκεί, το τσούρμο των κεφαλιών με τα άσπρα και μαύρα τουρμπάνια, απομεινάρια μιας επανάστασης που γέρασε, έσκυψε το ένα προς το άλλο. Ψιθύρισαν, ζύγισαν, υπολόγισαν. Εξέτασαν τα κριτήρια των υποψηφίων για τον επόμενο νέο ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη, ο οποίος είναι ταυτόχρονα αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και των υπηρεσιών πληροφοριών. Στα προσόντα του όφειλε να συμπεριλαμβάνει ικανότητα ηγεσίας και πολιτική εμπειρία, βαθιά γνώση του ισλαμικού δικαίου και επαναστατική νομιμοποίηση.
Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να τον εφεύρουν, αποδίδοντάς του τεχνητά τέτοια χαρίσματα. Οπως, τελικά, έπραξαν.
Αναγόρευσαν με συντριπτική πλειοψηφία ως νέο ηγέτη τον δευτερότοκο γιο από τα έξι παιδιά του προηγούμενου δολοφονημένου ηγέτη. Αγνοώντας επί της ουσίας τις παραινέσεις του Αλί Χαμενεΐ που από το 2024 απέκλειε κάθε σενάριο συγγενικής διαδοχής του.
Ο «γιος του αφέντη»
Η επιλογή του δεν προήλθε από τη θρησκευτική συνέπεια ή το υψηλό επίπεδο εξειδίκευσής του στην ισλαμική θεολογία. Κατέχει απλώς τον βαθμό του «Χοτζατολεσλάμ», ένα μεσαίου επιπέδου ιερατικό αξίωμα. Κρίθηκε, ωστόσο, επαρκής για να γίνει Αγιατολάχ.
Διέθετε όλα τα παρεπόμενα εχέγγυα σε ένα περιβάλλον φαβοριτισμού. Ηταν ο «γιος του αφέντη», ο «σκιώδης πρίγκιπας ενός σάπιου βασιλείου», ο διαχειριστής του ολοένα αυξανόμενου κλεμμένου πλούτου και των ύποπτων επιχειρηματικών συμφερόντων της οικογένειάς του.
Το βάναυσα δυναστικό καθεστώς και οι παραφυάδες του αναγνώρισαν στο πρόσωπό του τον εαυτό τους. Στη ζηλωτική ταυτότητά του ενστερνίστηκαν τον εγγυητή της επιβίωσής τους.
Στις ολέθριες συνθήκες ενός εξελισσόμενου πολέμου τον ανακήρυξαν ως ενσαρκωμένο ορισμό της απόλυτης τζιχάντ. Του εκδικητικού «ιερού πολέμου» και της νομιμοποίησης της ένοπλης βίας κατά των απίστων. Είχε, άλλωστε, υποστεί τραυματικές προσωπικές απώλειες. Σε ηπιότερη συγκυρία θα ήταν μια τραγικά χαροκαμένη φιγούρα, βυθισμένη στο πένθος. Στις άγριες περιστάσεις του βομβαρδιστικού σφυροκοπήματος της χώρας τού επιφυλασσόταν η πανοπλία του αδάμαστου ήρωα.
Στην εξολοθρευτική αμερικανοϊσραηλινή αεροπορική επιδρομή του προπερασμένου Σαββάτου στο στοχοποιημένο παλάτι Εκχτεσασί της Τεχεράνης σκοτώθηκαν ακαριαία οι αγαπημένοι οικείοι τους. Ανάμεσα στα θύματα ο πατέρας του, η μητέρα του Μανσουρέχ Χοτζαστέχ Μπαγκερζαντέχ, η σύζυγός του Ζάχρα Αντέλ, καθώς και ο ένας από τους δύο γιους του. Εικάζεται ότι στην επίθεση τραυματίστηκε και ο ίδιος.
Η κρατική τηλεόραση του Ιράν τον αποκάλεσε «Τζαάνμπαζ (σ.σ.: τραυματισμένο) του Ραμαζανιού», χωρίς να διευκρινίζει αν λαβώθηκε στον ίδιο χώρο ή από άλλο πλήγμα σε διαφορετική τοποθεσία. Αυτομάτως, ωστόσο, συμβόλισε για τους αδάμαστους πιστούς του καθεστώτος την οριοθέτησή του ως αμείλικτου τιμωρού των ενόχων. Ερμηνεύτηκε από τους δογματικά αφοσιωμένους στην ιεραρχική δομή της εξουσίας ότι ο πόλεμος δεν θα τελειώσει μέχρι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ «να μετανοήσουν για τις πράξεις τους».
Η ανακοίνωση
Το βράδυ της περασμένης Κυριακής αποκαλύφθηκε στο εθνικό ακροατήριο η ανάληψη των ηγετικών καθηκόντων του. Ο ιδεολογικός στρατός των περίπου 250.000 μελών των Φρουρών της Επανάστασης τάχθηκε άρον άρον στο πλευρό του. Με θέσεις-κλειδιά στην κυβέρνηση και κομβικό έλεγχο στην οικονομία του Ιράν, όπως στο πετρέλαιο, στις κατασκευές, στις τηλεπικοινωνίες, στα χρηματοοικονομικά, αποτέλεσαν τον κυρίαρχο πυλώνα της συμπαράστασής του στα νέα καθήκοντα.
Ταυτόχρονα οι ένοπλες δυνάμεις, η αστυνομία, οι μυστικές και οι διπλωματικές υπηρεσίες ορκίστηκαν αμέσως πίστη και υποταγή στον νέο ανώτατο ηγέτη. Μαζί τους συμπαρατάχθηκαν υπάκουα οι περίπου 600.000 άμεσα διαθέσιμοι στρατολογημένοι της Μπασίτζ. Η υποκριτική ακολουθία της δύναμης του καθεστώτος έπρεπε να συνεχιστεί διθυραμβικά.
Τα κρατικά ΜΜΕ πρόβαλαν με κατευθυνόμενο παροξυσμό την εικόνα ενός πυραύλου που έφερε τη φράση «Λαμπέικ, Σεγέντ Μοτζτάμπα» (Στην υπηρεσία σας αφέντη Μοτζτάμπα), ως επίδειξη της υπόσχεσης πίστης του στρατού στον νέο ανώτατο ηγέτη. Τον οποίο κανείς συμπατριώτης του δεν έχει δει μέχρι στιγμής ζωντανό. Ακόμη χειρότερα για τους ευσεβείς σε θρησκευτικές παραδόσεις Ιρανούς, το όνομα του διαδόχου ηγέτη ανακοινώθηκε ενώ ο προηγούμενος παραμένει άταφος.
Τα σχέδια της κρατικής κηδείας του δολοφονημένου Αλί Χαμενεΐ αναθεωρούνται κάθε τόσο υπό τον φόβο πυραυλικής επίθεσης σε μια νεκρώσιμη ακολουθία εκατομμυρίων πιστών. Χώρια το ενδεχόμενο ξεκλήρισμα των πενθούντων τρομοκρατικών μισθοφορικών πληρεξούσιων του καθεστώτος, όπως η Χεζμπολάχ και οι Χούθι, οι αγέρωχες αντιπροσωπείες των οποίων θα συμμετείχαν τεθλιμμένες στην εξόδιο ακολουθία. Οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν ήδη δηλώσει ξεκάθαρα ότι θα τους στοχοποιήσουν όπου κι αν βρίσκονται. Αναμενόμενα, η σορός του πρώην ηγέτη φυλάσσεται μακάβρια σε ψυκτικό θάλαμο, ενώ το φέρετρό του καθυστερεί να τοποθετηθεί στη Μοσάλα (χώρο προσευχής) της Τεχεράνης για τους συντετριμμένους υποστηρικτές του.
Η πορεία του
Στα βήματα του πατέρα του εντός του λίκνου του ιρανικού κληρικού κατεστημένου, ο Μοτζτάμπα ακολούθησε το σίγουρο μονοπάτι ανάδειξης που του πρόσφερε η θρησκευτική εκπαίδευση της σιιτικής θεολογίας. Γεννημένος στις 8 Σεπτεμβρίου 1969, στην πυκνοκατοικημένη πόλη Μασάντ, στα βορειοανατολικά τη χώρας, σπούδασε στο φημισμένο θρησκευτικό σχολείο Αλαβί της Τεχεράνης. Συνέχισε, 30άρης πια, την κατηχητική μαθητεία του στην ιερή πόλη Κομ, το λεγόμενο «Βατικανό των Σιιτών».
Προηγουμένως, στα 17 του, με το που αποφοίτησε από το λύκειο εντάχτηκε στη διαβόητη παραστρατιωτική πολιτοφυλακή Μπασίτζ, που συνδέεται άρρηκτα με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης. Πολέμησε ως νεαρός εθελοντής κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν - Ιράκ στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Απέκτησε στο μέτωπο συμμετέχοντας στο τάγμα Χαμπίμπ τα διαπιστευτήρια ανόδου στην εξουσία που εξακολουθούν να έχουν βάρος εντός της επαναστατικής ελίτ.
Ωστόσο, η δύναμή του προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την εγγύτητα με την εξουσία παρά από το θρησκευτικό του ανάστημα. Από το ασφαλές παρασκήνιο της αυταρχικής εξουσίας του πάτερα του γνώρισε όλους τους διαδρόμους διευκόλυνσης για την περαιτέρω αναρρίχησή του σε αξιώματα. Δεν του απονεμήθηκε επισήμως κανένα, αν και στην οικογένειά του ήταν ο μόνος με σαφείς πολιτικές φιλοδοξίες. Ο μικρότερος αδελφός του, Μασούντ, εργαζόταν σε απλούς διοικητικούς ρόλους στο γραφείο του πατέρα τους.
Οι άλλοι δύο αδελφοί και οι δύο αδελφές του δεν φαίνεται να κατείχαν πολιτικές ή γραφειοκρατικές θέσεις. Οι ανεπίσημες και αποσπασματικές πληροφορίες για τον ίδιο ανέφεραν ότι δίδασκε νομικά στο Νταρς-ε Χαρίτζ, το προχωρημένο στάδιο εκπαίδευσης στα σιιτικά σεμινάρια της Κομ. Πριν από 20 περίπου χρόνια είχε κατηγορηθεί ότι ξανανταμώθηκε ενεργά στην πρώτη προεδρική εκλογή του υπερσυντηρητικού λαϊκιστή, πρώην δημάρχου της Τεχεράνης Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ.
Καταγγέλθηκε τότε ότι μοίραζε υπογείως άφθονα χρήματα σε σκληροπυρηνικές θρησκευτικές ομάδες για να τον βοηθήσουν να νικήσει.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2009, κατά την υποψηφιότητα και πάλι για την προεδρία του προσφιλούς του πολιτικού θεωρείται ότι παρενέβη στην ψηφοφορία μέσω των καταπιεστικών δομών των Φρουρών της Επανάστασης και της πολιτοφυλακής Μπασίτζ, οργανώνοντας εκλογικό πραξικόπημα. Η επανεκλογή του Αχμαντινετζάντ πυροδότησε μαζικές διαμαρτυρίες σε όλη τη χώρα, που έγιναν γνωστές ως «Πράσινο Κίνημα».
Γαμος και υπογονιμότητα
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 παντρεύτηκε τη Ζάχρα Χαντάντ-Αντέλ, την κόρη του πρώην προέδρου της Βουλής, Χαντάντ Αντέλ, ο οποίος είχε μακροχρόνιες σχέσεις με τη θεοκρατία της χώρας. Μετά τον γάμο του ο Μοτζτάμπα μπήκε σε μια περιπέτεια με πικάντικες λεπτομέρειες που αφορούσαν την ερωτική ζωή του. Σύμφωνα με δημοσιεύματα βρετανικών ΜΜΕ, ταξίδεψε τότε στο Λονδίνο μαζί με τη σύζυγό του, για να υποβληθεί σε θεραπεία γονιμότητας. Το καλοκαίρι του 1998 έφτασαν στο αεροδρόμιο Χίθροου, συνοδεία 20 περίπου σωματοφυλάκων.
Πέραν αυτών, στην αποστολή ως υπηρετικό προσωπικό συμμετείχαν επίσης τρεις οικιακές βοηθοί της συζύγου του, η μητέρα της και δύο ακόμη βοηθοί της. Το ιρανικό κλιμάκιο εγκαταστάθηκε υπό πλήρη μυστικότητα για δύο μήνες στο πολυτελές ξενοδοχείο «Sheraton Grand» στην Παρκ Λέιν της βρετανικής πρωτεύουσας, όπου νοικιάστηκε ένας ολόκληρος όροφος.
Η διαμονή χρηματοδοτήθηκε από το ιρανικό καθεστώς και κόστισε περίπου 1 εκατ. λίρες. Λεφτά από την τσέπη του ιρανικού λαού προκειμένου να τεκνοποιήσει το ζευγάρι υπό την αφόρητη πίεση των θεομπαιχτών μελών των οικογενειών τους. Ο Μοτζτάμπα υποβλήθηκε σε επανειλημμένες θεραπείες γονιμότητας στα νοσοκομεία Γουέλινγκτον και Κρόμγουελ, συμπεριλαμβανομένης μιας νοσηλείας που διήρκεσε δύο μήνες όταν είχε προηγουμένως ταξιδέψει χωρίς τη σύζυγό του στο Λονδίνο.
Τότε είχε ήδη τελέσει δύο «προσωρινούς γάμους» -που επιτρέπονται από τον ισλαμικό νόμο- για σεξουαλική εξάσκηση των πιστών εκτός γάμου. Τελικά, με την αρωγή της επιστήμης και των επίμονων προσπαθειών του, η γυναίκα του κατάφερε να συλλάβει. Λίγους μήνες αργότερα, οι δυο τους απέκτησαν τον γιο τους Μπαγκέρ, που τα αγγλικά ταμπλόιντ αποκαλούσαν ειρωνικά «το παιδί του ενός εκατομμυρίου λιρών».
Θα ακολουθούσαν ακόμη δύο τοκετοί της συζύγου του, που χάρισαν στο ζευγάρι άλλα δύο παιδιά.
Mεγιστάνας των ακινήτων
Αν η κατάχρηση δημόσιου χρήματος για την απόκτηση απογόνων από τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ θα μπορούσε να θεωρηθεί πταίσμα, αποκαλύφθηκαν και άλλες βρόμικες κηλίδες στη λερωμένη φωλιά του.
Υστερα από έναν χρόνο εξονυχιστικής έρευνας, το αμερικανικό κανάλι επιχειρηματικών ειδήσεων Bloomberg ξεσκέπασε τα υπέρογκα περιουσιακά στοιχεία τού κατά τα άλλα ταπεινού και σεβάσμιου κληρικού. Φανέρωσε τα δύο πολυτελή διαμερίσματα που κατέχει στον έκτο και έβδομο όροφο ενός λουσάτου οικιστικού συγκροτήματος στην περιοχή Κένσιγκτον του Λονδίνου, αξίας περίπου 70 εκατ. δολαρίων. Δεν ήταν τα μόνα. Υποστηρίζεται με μεγάλο βαθμό σιγουριάς ότι ελέγχει ακόμη 11 ακίνητα στην Bishops Avenue (τη Λεωφόρο των Επισκόπων, τι άλλο;) στην αριστοκρατική περιοχή Χάμπστεντ στο βόρειο Λονδίνο, γνωστή ως «γειτονιά των δισεκατομμυριούχων».
Στο χαρτοφυλάκιο του δικτύου των ακινήτων του στο εξωτερικό πιστεύεται βάσιμα ότι υπό άλλο καταχωρημένο ιδιοκτησιακό όνομα συμπεριλαμβάνονται ένα θέρετρο γκολφ στη Μαγιόρκα, ένα ξενοδοχείο για σκι στην Αυστρία, το πεντάστερο ξενοδοχείο «Hilton Gravenbruch» στη Φρανκφούρτη, την οικονομική πρωτεύουσα της Γερμανίας.
Επίσης του ανήκει μια εξωτική βίλα στο αποκαλούμενο «Μπέβερλι Χιλς του Ντουμπάι» και ένα ρετιρέ στο «Four Seasons Hotel George V» του Παρισιού. Ολα αποκτημένα μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελβετία, το Λιχτενστάιν, τα αραβικά εμιράτα. Απαντα ανεξαιρέτως χρηματοδοτημένα από εικονικές εταιρείες, σύνθετο κύκλωμα υπεράκτιων χρηματοοικονομικών κέντρων και αδιαφανών μεσαζόντων.
Κρατικό χρήμα
Ενα προς ένα τα σωρευμένα πανάκριβα ακίνητα προέρχονταν από το πουγκί που αυγάτιζε από τη ληστεία των εσόδων του ντόπιου πετρελαίου και τις μίζες των στρατιωτικών εξοπλισμών της ελίτ του καθεστώτος. Παρά τις δεκαετίες κυρώσεων που επιβλήθηκαν για το πυρηνικό πρόγραμμα και τις απειλητικές περιφερειακές πολιτικές της Τεχεράνης, το σύστημα του ξαφρίσματος των πόρων του ιρανικού λαού δούλευε στο ρελαντί.
Ως προνομιούχος γιος του ανώτατου ηγέτη, πριν γίνει ο ίδιος υπέρτατο αφεντικό της χώρας, ο Μοτζτάμπα είχε το πλεονέκτημα να μεταφέρει υπεξαιρεμένα κρατικά κεφάλαια στο εξωτερικό. Αχόρταγος άρπαγας, ανάμεσα στα λαίμαργα σαρκοβόρα της αιματοβαμμένης αφρόκρεμας του καθεστώτος, είχε πρωταγωνιστικό προβάδισμα στον σφετερισμό και την κλεψιά της εθνικής περιουσίας. Υποτίθεται, ως ενάρετος μουλάς, όφειλε να έχει το υπερβατικό βλέμμα του στραμμένο στον ουρανό και τη φιλάνθρωπη προσοχή του εστιασμένη στους επί γης μειονεκτούντες και εξουθενωμένους συμπατριώτες του. Δεν ανήκει μάλλον σε αυτή τη θεοσεβούμενη, έντιμη, δίκαιη και ακέραιη πάστα. Ως μεγιστάνας των ακινήτων, φέρνει περισσότερο στην επαγγελματική ιδιότητα του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Για την ιστορική καταγραφή της μοίρας αμφότερων θα αποφασίσει η διάρκεια της ανελέητης πολεμικής τους σύγκρουσης.