Αυτοακρωτηριασμός με σουγιά, βενζίνη στις πληγές, τρώγοντας πιθήκους: Συγκλονιστικές ιστορίες επιβίωσης

Πρωταγωνιστές πρόσωπα που άντεξαν όσα μπορεί να σηκώσει μόνο η πιο ακραία φαντασία…

Η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να βρεθείς μόνος και αβοήθητος σε κάποια απέραντη ερημιά ή στο κέντρο ενός ωκεανού ισοδυναμεί για τους περισσότερους ανθρώπους με το αδιανόητο. Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνοι που στο όνομα της επιβίωσης ξεπέρασαν κάθε όριο.
 
Η πιο πρόσφατη ιστορία επιβίωσης είναι αυτή της 37χρονης Βρετανής δημοσιογράφου, Κλαιρ Νέλσον, η οποία κατά τη διάρκεια πεζοπορίας στο Joshua Tree της Καλιφόρνιας, έπεσε, έσπασε τη λεκάνη της και έμεινε τρεις ημέρες αβοήθητη στην καυτή έρημο ξεγελώντας τη δίψα της με τα ίδια της τα ούρα: «Ήμουν βέβαιη ότι θα πέθαινα… Καθώς βολόδερνα ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις παραισθήσεις, φαντάστηκα τα σπασμένα κόκκαλά μου να σαπίζουν στη σκονισμένη κοιλάδα..». Σαν από θαύμα, η Κλαιρ κατάφερε να επιβιώσει σε θερμοκρασία 40 βαθμών Κελσίου, για τέσσερις ημέρες – όσο δηλαδή χρειάσθηκε για να την εντοπίσει κάποιο ελικόπτερο…

Η Κλαιρ Νέλσον:


Αυτοακρωτηριασμός με σουγιά

Μία μόνο ματιά στην περίληψη της ταινίας «127 Hours» του Danny Boyle με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Φράνκο, είναι αρκετή για να απαντήσεις δίχως δεύτερη σκέψη πως το σενάριό της αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας… Ωστόσο η τρομακτική  ιστορία του άνδρα που έπεσε σε κάποιο φαράγγι, παγιδεύτηκε σε έναν βράχο και ακρωτηρίασε το χέρι του προκειμένου να ελευθερωθεί, είναι πέρα για πέρα αληθινή

Ο  λάτρης της ζωής στη φύση και αναρριχητής Άρον Ράλστον είχε ξεκινήσει μόνος του πεζοπορία στο Bluejohn Canyon της νοτιοανατολικής Γιούτα το 2003, όταν ξαφνικά αποκολλήθηκε ένας τεράστιος βράχος. Ο καρπός του δεξιού χεριού του σφηνώθηκε ανάμεσα στον βράχο και στο τοίχωμα του φαραγγιού και ο Άρον ήταν αδύνατον να απελευθερώσει το χέρι του μένοντας ακινητοποιημένος στο ίδιο σημείο για έξι  ολόκληρες ημέρες! Ο Ράλστον, ο οποίος δεν είχε πει σε κανέναν πού πήγαινε, είχε μαζί του μόνο ένα λίτρο νερό, δύο μπουρίτος και μερικά κομμάτια σοκολάτας. Κάποια στιγμή, συνειδητοποίησε ότι υπήρχε μόνο μία διέξοδος: να κόψει μόνος του το χέρι του. Ωστόσο, ο μικρός σουγιάς τσέπης, που είχε μαζί του δεν ήταν αρκετός για να διαπεράσει το κόκαλο. Πλήρως συνειδητοποιημένος και προετοιμασμένος για να πεθάνει, χάραξε το όνομά του, την ημερομηνία γέννησης -και αυτή που θεωρούσε ως πιθανότερη- ημερομηνία θανάτου του, στο βράχο ενώ βιντεοσκόπησε και το τελευταίο «αντίο» στα αγαπημένα του πρόσωπα με μια βιντεοκάμερα που είχε μαζί του.

Εκείνη τη στιγμή  άρχισε να έχει παραισθήσεις -  ισχυρίζεται ότι είδε τον εαυτό του να παίζει με ένα μικρό παιδί, ενώ έλειπε μέρος του δεξιού του χεριού. Αυτό του έδωσε τη δύναμη που χρειαζόταν για να σπάσει ο ίδιος το  το κόκκαλο του χεριού του  χτυπώντας το με δύναμη στον βράχο,  προτού τολμήσει με απίστευτη γενναιότητα να κόψει  με τον σουγιά τον ιστό και να απελευθερωθεί. Τελικά κατάφερε να βγει από το φαράγγι και να περπατήσει τα επτά μίλια  που τον χώριζαν από την ασφάλεια και την επιστροφή στη ζωή. Όπως ο ίδιος δήλωσε αργότερα στη «The Sun»: «Ο πόνος  δεν είχε σημασία. Καθώς ακρωτηρίαζα το χέρι μου, χαμογελούσα».

Ο Άρον Ράλστον:

Ρίχνοντας βενζίνη στις μολυσμένες από σκουλήκια πληγές

Όταν η  Τζουλιάν Κέπκε γύρισε να κοιτάξει την τρομοκρατημένη μητέρα της καθώς το αεροπλάνο στο οποίο επέβαιναν πήγαινε πάνω- κάτω έχοντας πέσει σε μια  τρομερή καταιγίδα, μπορούσε να δει ότι είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να βγουν από αυτήν την περιπέτεια ζωντανές: «Είδα  μια πολύ έντονη λάμψη στον εξωτερικό κινητήρα στα αριστερά. Η μητέρα μου είπε πολύ ήρεμα: “Αυτό είναι το τέλος, όλα τελείωσαν”. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα από εκείνην», είπε αργότερα στο BBC. Μέχρι την εν λόγω δήλωση είχε ωστόσο διανύσει πολλά χιλιόμετρα ζωής και θανάτου…

Η Κέπκε ήταν  η μοναδική επιζώσα από την συντριβή της πτήσης 508 της LANSA,  όπου σκοτώθηκαν 91 άτομα, στις 24 Δεκεμβρίου του 1971. Το αεροπλάνο συνετρίβη στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου, χτυπημένο από κεραυνό ενώ πετούσε μέσα σε μια  τρομαχτική καταιγίδα. Διαλύθηκε στον αέρα και η Τζουλιάν εκτοξεύθηκε από τη θέση της - από  ύψος 9.200 ποδιών – στο έδαφος ακόμα δεμένη  στο κάθισμά της με την ζώνη ασφαλείας.

Η Κέπκε γεννήθηκε στη Λίμα του Περού το 1954 από Γερμανούς γονείς που εργάζονταν στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Λίμα. Ήταν το μοναχοπαίδι του βιολόγου Χανς Βίλεμ Κέπκε και της ορνιθολόγου Μαρίας Κέπκε. Όταν η Τζουλιάν ήταν 14 ετών εγκαταστάθηκε με τους γονείς της στον ερευνητικό σταθμό της Πανγκουάνα μέσα στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου και έγινε ένα «παιδί της ζούγκλας» μαθαίνοντας αμέτρητες τεχνικές επιβίωσης.

Ο ακριβής τρόπος με τον οποίο κατάφερε να επιβιώσει από την πτώση της στο έδαφος παραμένει ασαφής, αλλά επειδή ήταν δεμένη στο κάθισμά της, φαίνεται πως αυτό λειτούργησε ως προστατευτικό μαξιλάρι. Μόλις συνήλθε από την πτώση, η προτεραιότητά της ήταν να βρει την μητέρα  της, που καθόταν στη διπλανή θέση, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αργότερα έμαθε πως η μητέρα της αρχικά είχε επίσης επιβιώσει, όμως πέθανε από τα τραύματά της μερικές μέρες αργότερα. Η Τζουλιάν αναγκάστηκε να ζήσει για 11 μέρες μέσα στη ζούγκλα,  πίνοντας νερό από τα ρυάκια που συναντούσε στο δρόμο της.  Περπατούσε κατά τη φορά του ρεύματος μέσα σε ρυάκια  με νερό ως το γόνατο, όπως την είχε διδάξει ο πατέρας της: «Όταν περπατάς κατά τη φορά του ρεύματος κάποια στιγμή θα οδηγηθείς στον πολιτισμό». Μέσα σε παραισθήσεις, κατάφερε τελικά να περπατήσει αρκετά μακριά μέχρι που έφθασε σε μια καλύβα όπου βρήκε μια παρατημένη βάρκα με εξωλέμβια μηχανή που είχε μέσα βενζίνη: «Είχα μια πληγή στο δεξί μου μπράτσο. Είχε μολυνθεί και ήταν γεμάτη με σκουλήκια μήκους περίπου ενός εκατοστού. Θυμήθηκα ότι ο σκύλος μας είχε την ίδια μόλυνση και πως ο πατέρας μου είχε βάλει κηροζίνη στην πληγή του, οπότε ρούφηξα  τη βενζίνη και την έβαλα στην πληγή»  πρόσθεσε στο BBC. «Ο πόνος ήταν πολύ δυνατός καθώς τα σκουλήκια προσπαθούσαν να χωθούν πιο βαθειά στην πληγή. Έβγαλα με τα χέρια μου περίπου 30 σκουλήκια και ήμουν πολύ περήφανη για τον εαυτό μου…»

Εκείνη τη νύχτα έμεινε στην καλύβα διότι όπως λέει η ίδια: «Δεν ήθελα να πάρω τη βάρκα και να φύγω, δεν ήταν σωστό να την κλέψω». Το επόμενο πρωί ντόπιοι ψαράδες την βρήκαν και την πήραν στο χωριό τους ενώ κάποιος πιλότος προθυμοποιήθηκε να την πάει με το αεροπλάνο σ΄ ένα νοσοκομείο της Πουκάλπα, όπου και επανενώθηκε με τον πατέρα της. Αφού ανέρρωσε από τα τραύματά της, η Κέπκε  βοήθησε τα σωστικά συνεργεία στον εντοπισμό του τόπου του δυστυχήματος και στην συλλογή των σορών των θυμάτων. Η σορός της μητέρας της βρέθηκε στις 12 Ιανουαρίου του 1972.

Η Τζούλιαν Κέπκε: 

Επιβίωσε για 71 ημέρες τρώγοντας βατράχια, φίδια και σαύρες

Υπάρχουν λίγα μέρη πιο σκληρά από την Αυστραλιανή ενδοχώρα  και ο  Ρίκι Μεγκί βίωσε την αληθινή κόλαση όταν αποκλείσθηκε  εκεί για 71 ημέρες, το 2006. Ο Mεγκί  έχει κάνει αντιφατικές δηλώσεις σχετικά με τον αποκλεισμό του - ισχυριζόμενος αρχικά ότι το αυτοκίνητό του έπαθε βλάβη, πριν αλλάξει την ιστορία του για να ισχυριστεί ότι του το έκλεψαν τα μέλη κάποιας ένοπλης συμμορίας.

Όπως και να΄χει, η  μακρά παραμονή του στην ενδοχώρα της Αυστραλίας δεν τέθηκε ποτέ υπό αμφισβήτηση, καθώς ένας γιατρός εξέτασε αργότερα το τότε σκελετωμένο σώμα του επιβεβαιώνοντας πως επιβίωσε μέσα σε ακραίες συνθήκες.

Ο Ρίκι επιβίωσε στην έρημο Τανάμι – εκεί όπου η  θερμοκρασία φθάνει τους 40 ° C την ημέρα για να μεταλλαχθεί σε παγωνιά τη νύχτα- και κατάφερε να διατηρηθεί ζωντανός τρώγοντας μικρά ζώα όπως βατράχια, σαύρες και φίδια και πίνοντας βρόχινο νερό. Τελικά διασώθηκε κοντά στην πόλη  Katherine, που βρίσκεται στη Βόρεια Περιοχή της Αυστραλίας  320 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Ντάργουιν.  Τον  τόπο που είναι γνωστός με την ονομασία: «Η ενδοχώρα συναντά τους τροπικούς».

Ο Ρίκι Μεγκί:

 Παλεύοντας με τζάγκουαρ και τρώγοντας πιθήκους

Ο Ισραηλινός λάτρης της φύσης και της περιπέτειας  Γιόσι Γκίνσμπεργκ είδε από πρώτο χέρι πόσο αδυσώπητο μπορεί να είναι ένα τεράστιο τροπικό δάσος όταν αποκλείσθηκε σε ένα ανεξερεύνητο τμήμα της ζούγκλας του Βολιβιανού Αμαζονίου για τρεις εβδομάδες, το 1981.

Η ιστορία του ήταν τόσο απίστευτη, ώστε μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο μέσα από το ψυχολογικό θρίλερ «Jungle» του 2017, με πρωταγωνιστή τον Ντάνιελ Ράντκλιφ.

Ο Γκίνσμπεργκ έφτασε από τη Βενεζουέλα στην Κολομβία, όπου συνάντησε τον Μάρκους Στάμ, δάσκαλο από την Ελβετία, έγιναν φίλοι  και ταξίδεψαν μαζί στη Λα Παζ της Βολιβίας. Εκεί, ο Γκίνσμπεργκ γνώρισε τον Καρλ Ρούπρεχτερ , έναν μυστηριώδη Αυστριακό που ισχυρίστηκε ότι ήταν γεωλόγος και πως σχεδιάζει μια αποστολή στον ανεξερεύνητο Αμαζόνιο στη Βολιβία, αναζητώντας χρυσό σε ένα απομακρυσμένο χωριό που λεγόταν Tacana. Ο Γκίνσμπεργκ , ο οποίος έψαχνε ευκαιρία να εξερευνήσει τις ανεξερεύνητες περιοχές του Αμαζονίου, συμφώνησε και ξεκίνησε το ταξίδι, μαζί με τον Ρούπρεχτερ, τον Μάρκους Σταμ και τον  Κέβιν Γκέιλ, έναν αμερικανό φωτογράφο.

Ο 21χρονος Γκίνσμπεργκ και οι φίλοι του ταξίδεψαν στον ποταμό Tuichi και  έφθασαν στο  χωριό Asariamas, στη συμβολή των ποταμών Tuichi-Asariamas. Εκεί, έκαναν τις τελευταίες τους προμήθειες. Στη συνέχεια έφθασαν σε ένα χωριό κρυμμένο βαθιά μέσα στο τροπικό δάσος - που κατοικούνταν από πρωτόγονους-  και μετά η ομάδα άρχισε να ταξιδεύει στον ποταμό Asariamas και πέρα από τα βουνά. Μέσα σε λίγες ημέρες,  όμως, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πείνα και την εξάντληση. Ο Γκινσμπεργκ  είπε στη «The Sun»  ότι έτρωγε πιθήκους για να επιβιώσει, προσθέτοντας: «Θα έτρωγα ο,τιδήποτε. Θα  μπορούσα να φάω ακόμη και ανθρώπινη σάρκα…»

Ο Σταμ αρνήθηκε  να φάει πίθηκο και  μοιραία  υπέφερε από εξάντληση. Υπό αυτές τις συνθήκες, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το ταξίδι τους και να επιστρέψουν στον Asariamas. Πίσω στο Asariamas, ο Καρλ τους είπε για το νέο του σχέδιο: πλέοντας σε μια σχεδία στον ποταμό Tuichi θα έφθαναν σε ένα μικρό λατομείο χρυσού που ονομάζεται Curiplaya, στην κοίτη του ποταμού, και από εκεί  θα επέστρεφαν στην Λα Παζ.

Με τη βοήθεια των χωρικών, έφτιαξαν  τη σχεδία, συνέχισαν τη νέα τους διαδρομή και έφτασαν στη συμβολή των ποταμών Tuichi – Ipurama. Εκεί, ο Ρούπρεχτερ, τους είπε ξαφνικά ότι κατευθύνονταν προς το San Pedro Canyon -  επικίνδυνο πέρασμα του ποταμού με  καταρράκτες και βράχια,  ακατάλληλο για ναυσιπλοΐα- και ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να κολυμπήσει,  εν τέλει δε αρνήθηκε να συνεχίσει το ταξίδι. Η εξαπάτηση και η προδοσία του οδήγησε την ομάδα σε δυσπιστία και κάπως έτσι χωρίστηκαν.

Καθώς η σχεδία  με τον Γκίνσμνπεργκ και τον Γκέιλ πλησίαζε σε έναν καταρράκτη, έχασαν τον έλεγχο, έπεσαν στο νερό  και χάθηκαν. Ο Γκέιλ  κατάφερε να φθάσει στην όχθη, αλλά ο Γκίνσμπεργκ παρασύρθηκε από τα ορμητικά  νερά και έπεσε από τον καταρράκτη.  Σώθηκε και πέρασε τέσσερις μέρες  αναζητώντας τον φίλο του,  προτού καταλήξει στην σκληρή συνειδητοποίηση ότι ήταν μόνος του στη ζούγκλα.

Ο Γκίνσμπεργκ πέρασε τις επόμενες τρεις εβδομάδες, μόνος, χωρίς προμήθειες ή εξοπλισμό, σε ένα ανεξερεύνητο τμήμα της ζούγκλας του Αμαζονίου. Στη δεύτερη εβδομάδα, έγινε μια φοβερή πλημμύρα στην περιοχή και σχεδόν πνίγηκε. Βούλιαξε σε ένα έλος δύο φορές. Για τις επόμενες πέντε ημέρες, ο Γκίνσμπεργκ δεν είχε τίποτα να φάει, ήταν εντελώς εξαντλημένος και τα πόδια του άρχισαν να σαπίζουν από μύκητες. Όπως είπε ο ίδιος: «Ηταν απλά κομμάτια εκτεθειμένης σάρκας». Είχε παραισθήσεις πως ήταν μαζί του μια γυναίκα και έκανε τα πάντα για χάρη της. Τις επόμενες ημέρες, ο Γκίνσμπεργκ αντιμετώπισε επιθέσεις από αγριογούρουνα, τη συνεχή απειλή από δηλητηριώδη φίδια, ατελείωτα δαγκώματα από γιγάντιους κόκκινους τερμίτες  - και, την έκτη νύχτα που ήταν μόνος του στη ζούγκλα, από ένα πεινασμένο τζάγκουαρ. Χωρίς όπλο, αυτοσχεδιάζοντας, άρπαξε ένα εντομοαπωθητικό σπρέι και έναν αναπτήρα, άναψε τον αναπτήρα ενώ ψέκαζε και έτσι δημιούργησε μια φλόγα, που τρόμαξε το τζάγκουαρ τρέποντας το σε φυγή.

Πολλές φορές ο Γκίνσμπεργκ  έχασε την ελπίδα του  και ζητούσε από τον Θεό έλεος για να τερματίσει τη ζωή του, ώστε να μπορέσει  να αναπαυθεί εν ειρήνη. Κάποια στιγμή, τελείως εξαντλημένος άκουσε τον ήχο ενός κινητήρα.  ΄Ηταν ο Γκέιλ μαζί με ιθαγενείς, που είχαν οργανώσει αποστολή έρευνας και διάσωσης. Βρήκαν τον Γκίνσμπεργκ τρεις ημέρες μετά την έναρξη της αναζήτησής τους,  τρεις εβδομάδες αφότου είχε κηρυχθεί αγνοούμενος, και ακριβώς τη στιγμή που  η αποστολή διάσωσης επρόκειτο να τερματισθεί. Ο Γκέιλ  διασώθηκε από ντόπιους ψαράδες  και αφού επέστρεψε στον πολιτισμό της Λα Παζ, επισκέφθηκε τα προξενεία του Ισραήλ και της Αυστρίας για να ζητήσει τη βοήθειά τους για την προετοιμασία αποστολών διάσωσης για τους φίλους του. Σοκαρίστηκε  όμως όταν πληροφορήθηκε από τις αρχές του αυστριακού προξενείου ότι ο Ρούπρεχτερ  ήταν στην πραγματικότητα αυστριακός εγκληματίας που καταζητούνταν από την Ιντερπόλ.

Ο Γκίνσμπεργκ πέρασε τρεις μήνες μετά τη διάσωση του  νοσηλευόμενος σε νοσοκομείο. Ο Ρούπρεχτερ και ο Σταμ χάθηκαν στη ζούγκλα για  πάντα και δεν βρέθηκαν ούτε ακούστηκε ποτέ ξανά κάτι γι’αυτούς παρά τις προσπάθειες πολλών αποστολών διάσωσης.

Ο Γιόσι Γκίνσμπεργκ:

76 μέρες περιτριγυρισμένος από καρχαρίες
 
Αν το να αποκλεισθεί κάποιος στην στεριά φαντάζει τρομακτικό, ένας άντρας το βίωσε στη θάλασσα - περνώντας 76 μέρες μόνος του σε απέραντα νερά, αποτρέποντας τις επιθέσεις καρχαριών.
 
Ο Αμερικανός Στίβεν Κάλαχαν , γεννημένος το 1952,  είναι Αμερικανός συγγραφέας, πτυχιούχος Φιλοσοφίας, ναυπηγός, εφευρέτης και ναυτικός. Το   1981, επιβίωσε πλέοντας με ακυβέρνητο σκάφος   στον Ατλαντικό Ωκεανό για 76 ημέρες. Αφηγήθηκε την περιπέτειά του   στο βιβλίο του με τον τίτλο με τίτλο « Adrift: 76 Days Lost At Sea», που κυκλοφόρησε το 1986 και έγινε μπεστ σέλερ.  
 
Το 1981 ο  Κάλαχαν ξεκίνησε από το Νιούπορτ του Ρόουντ Άιλαντ  με το Napoleon Solo, ένα σκάφος μήκους 6,5 μέτρων που είχε σχεδιάσει και «χτίσει» μόνος του, έφθασε στις Βερμούδες και συνέχισε το ταξίδι του προς την Αγγλία με τον φίλο του, Κρις Λάτσεμ. Στη συνέχεια, απέπλευσε από την  Πένζανς της Κορνουάλλης με προορισμό την Αντίγκουα, συμμετέχοντας στον αγώνα «Mini Transat 6.50 single-handed sailing» αλλά εγκατέλειψε στην Λα Κορούνια της Ισπανίας. Εξ αιτίας των κακών καιρικών συνθηκών είχαν βυθισθεί αρκετά σκάφη και άλλα είχαν υποστεί ζημιές, όπως και το δικό του. Αφού το επισκεύασε συνέχισε το ταξίδι του κατά μήκος των ακτών της Ισπανίας και της Πορτογαλίας προς τη Μαδέρα και τα Κανάρια Νησιά. Αναχώρησε από τα Κανάρια Νησιά στις 29 Ιανουαρίου 1982 με κατεύθυνση προς Αντίγκουα.
 
Σε μια τρομερή καταιγίδα, το σκάφος του  συγκρούσθηκε με άγνωστο αντικείμενο και άρχισε να παίρνει νερά - δεν βυθίσθηκε αμέσως, επειδή ο Κάλαχαν είχε σχεδιάσει σε αυτό στεγανά τμήματα που απέτρεπαν την άμεση βύθιση. Στο βιβλίο του ο Κάλαχαν λέει ότι πιθανώς το σκάφος του να συγκρούσθηκε με φάλαινα.
 
Κατάφερε να επιβιβασθεί σε μια φουσκωτή σχεδία έξι ατόμων , την οποία στήριξε δίπλα στο μισοβυθισμένο σκάφος και από εκεί μπόρεσε να επιστρέψει  σ΄αυτό αρκετές φορές, προκειμένου να πάρει  ένα μαξιλάρι, έναν υπνόσακο και ένα κουτί με είδη έκτακτης ανάγκης  που περιείχε μεταξύ άλλων λίγο φαγητό, χάρτη ναυσιπλοΐας, πιστόλι φωτοβολίδων,  φωτοβολίδες, φακό, ένα μικρό ηλιακό αποστακτήριο ώστε να μπορεί να έχει πόσιμο νερό από τη θάλασσα και ένα αντίγραφο του βιβλίου «ΟΔΗΓΟΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ»  του Ντούγκαλ Ρόμπερντσον.   Πριν από την αυγή ένα τεράστιο κύμα  χώρισε τη σχεδία από το σκάφος και ο Κάλαχαν παρασύρθηκε ακυβέρνητος από τα κύματα.
 
Παρασυρόταν μέρες και μέρες στον ωκεανό  για συνολικά 1.800 μίλια (3.300 χιλιόμετρα)  και όταν τελείωσαν τα τρόφιμα,  επιβίωσε πιάνοντας ψάρια και θαλασσοπούλια με ακόντιο και  συλλέγοντας νερό βροχής.
 
Κάποια στιγμή έπαθε ζημιά η φουσκωτή σχεδία σε ένα σημείο και έπρεπε να  προσπαθήσει πολύ για να την κρατήσει στην επιφάνεια και να μη βουλιάξει, ενώ παράλληλα έφτιαχνε ένα μπάλωμα για να την  επιδιορθώσει -  και όλα αυτά ενώ οι καρχαρίες τον είχαν περικυκλωμένο: «Έκλαιγα σαν μωρό», είπε αργότερα στην  Express.
 
Παρά το γεγονός ότι  έριχνε φωτοβολίδες κάθε φορά που εντόπιζε κάποιο πλοίο  στο βάθος του ορίζοντα,  κανείς δεν τον έσωσε.  Στις 20 Απριλίου 1982 εντόπισε τα φώτα του νησιού Marie Galante, νοτιοανατολικά της Γουαδελούπης.  Την επόμενη, 76η ημέρα του Κάλαχαν πάνω στη σχεδία, τον βρήκαν ντόπιοι ψαράδες.
 
Στη διάρκεια της περιπέτειάς του ήρθε αντιμέτωπος όχι μόνον με τους καρχαρίες αλλά και  με φυσική και ψυχική εξάντληση.  Όταν τον βρήκαν οι ψαράδες είχε χάσει το 1/3 του  βάρους του και ήταν γεμάτος με πληγές από το θαλασσινό νερό. Νοσηλεύθηκε μόνον για ένα βράδυ στο Νοσοκομείο αλλά παρέμεινε στο νησί σε όλη τη διάρκεια της ανάρρωσής του.
 
Ο Κάλαχαν πάντως  μπόρεσε να βρει και καλές στιγμές μέσα σε αυτή του την τρομερή περιπέτεια.  Ο ίδιος  περιγράφοντας κάποια στιγμή τον νυχτερινό ουρανό στον ωκεανό  είπε πως ήταν « η θέα του Παραδείσου από  μια θέση στην Κόλαση».

Ο Στίβεν Κάλαχαν:

Πίνοντας παγωμένη βότκα και τρώγοντας μπισκότα

Μια άλλη παρέα που αποκλείσθηκε τον Νοέμβριο του περασμένου έτους για 12 συνολικά ημέρες μέσα στη σκληρή αυστραλιανή ζέστη ήταν οι  Τάμρα Μακμπιθ-Ρίλευ, Κλαιρ Χοκριτζ και Που Ταν   - και μόνο δύο από αυτούς κατάφεραν να βγουν ζωντανοί.

Στις 19 Νοεμβρίου  οι τρεις φίλοι ξεκίνησαν για να κάνουν  μια ημερήσια εκδρομή και να δουν τα αξιοθέατα της Βόρειας Επικράτειας, νότια της περιοχής Alice Springs.

Η παρέα  κατευθυνόταν προς το Chambers Pillar, έναν δημοφιλή τουριστικό προορισμό με γεωλογικούς σχηματισμούς από ψαμμίτη. Από λάθος στην διαδρομή, το αυτοκίνητό τους κόλλησε στην κοίτη του ποταμού Hugh. Προσπάθησαν πολλές φορές να το αποκολλήσουν αλλά στάθηκε αδύνατο.
 
Τις πρώτες μέρες έμειναν στο αυτοκίνητο, περιμένοντας πως κάποιος θα τους σώσει. Η Μακμπιθ-Ρίλευ είπε στους δημοσιογράφους εκείνη την εποχή: «Κατά τη διάρκεια της ημέρας είχε  τόση πολλή ζέστη, που σκάψαμε κάτω από το αυτοκίνητο έναν λάκκο και καθόμασταν εκεί για λίγη δροσιά. Τη νύχτα κοιμόμασταν στο αυτοκίνητο όλοι μαζί αγκαλιασμένοι, διότι το κρύο  ήταν διαπεραστικό».
 
Σιγά σιγά εξαντλήθηκαν όλες  οι λιγοστές  προμήθειές τους σε νερό, μερικές παγωμένες  βότκες, μπισκότα και  νουντλς που είχαν στο αυτοκίνητο. Περπάτησαν για περίπου ένα μίλι,  βρήκαν έναν νερόλακκο και κατάφεραν να κάνουν  το νερό που είχε μέσα πόσιμο, βράζοντάς το πρώτα και σουρώνοντάς το εν συνεχεία σε ένα μπλουζάκι.
 
Οι μέρες όμως περνούσαν και παρέμεναν εγκλωβισμένοι, έτσι τρεις ημέρες αργότερα χωρίστηκαν για να βρουν βοήθεια.

Η Μακμπιθ-Ρίλευ βρέθηκε πρώτη, αφού παρέμεινε  στο αυτοκίνητο με το σκύλο της, τη  Ράγια, ένα  Staffordshire Bull Terrier, καθώς φοβόταν να περπατήσει πιο μακριά μαζί με τον σκύλο της κάτω από τον καυτό ήλιο.
 
Η Χόκριτζ και ο Tαν  πήραν μαζί τους μια συσκευή GPS και μια πυξίδα και  περπάτησαν παρέα μια  διαδρομή 12 μιλίων προς έναν κοντινό δρόμο, πριν χωρισθούν. Όταν διασώθηκε η Μακμπιθ-Ρίλευ, σκέφθηκε πως οι φίλοι της είχαν βρει βοήθεια. Όμως, τα πράγματα δεν ήταν έτσι.

Ο Ταν βρέθηκε ζωντανός  και εντελώς αποπροσανατολισμένος δύο μέρες  μετά την Μακμπίθ-Ρίντλευ  από έναν αγελαδοτρόφο κοντά στο ράντσο του. Είπε πως είχαν χωρισθεί με την Χόκριτζ δυό μέρες πριν, καθώς περπατούσαν κατά μήκος ενός φράχτη που χωρίζει ιδιοκτησίες.

Στις 4 Δεκεμβρίου οι διασώστες έκαναν μια τραγική ανακάλυψη, εντοπίζοντας μία σωρό που θεωρείται πως ανήκε στην  Χόκριτζ.  Λεπτομέρειες για την κατάσταση, στην οποία βρέθηκε δε δόθηκαν ποτέ από την Αστυνομία…

Η Τάμρα Μακμπιθ-Ρίλευ:

Η Κλαιρ Χοκριτζ:

Ο Που Ταν:


Ειδήσεις σήμερα: 

Αυτή είναι η viral Ρωσίδα νοσηλεύτρια - Της πρότειναν να γίνει μοντέλο για εσώρουχα

Συνετρίβη αεροσκάφος στο Πακιστάν με 99 επιβάτες

Ουίλσεν Ρούζβελτ Τζέρμαν: Ο πρώην μπάτλερ του Λευκού Οίκου πέθανε από κορωνοϊό
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr