Οι διώξεις των Ελλήνων της τέως ΕΣΣΔ από το σταλινικό καθεστώς (β’ μέρος) (1941-1949)

Οι νέοι διωγμοί των Ελλήνων της τέως ΕΣΣΔ στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και μετά τη λήξη του - Οι πραγματικοί λόγοι που οδήγησαν στις διώξεις και τα δεινά των Ελλήνων από τις ‘’μετοικεσίες’’ και τους εκτοπισμούς.

Τα δεινά των Ελλήνων της τέως ΕΣΣΔ δεν τελείωσαν το 1938. Με την γερμανική εισβολή στην ΕΣΣΔ άρχισε ο νέος γύρος διώξεων. Είχαν προηγηθεί σημαντικές μετατοπίσεις πληθυσμών μεταξύ 1939-1941 από τις πρόσφατα τότε προσαρτημένες χώρες της Βαλτικής και της δυτικής Ουκρανίας προς το εσωτερικό της σοβιετικής επικράτειας. Από το καλοκαίρι του 1941 άρχισαν να μεταφέρονται προς την Κεντρική Ασία οι κάτοικοι της Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Βόλγα, η οποία έπαψε να υπάρχει ,καθώς καταργήθηκε στις 28 Αυγούστου 1941 και οι πληθυσμοί των δυτικών περιοχών.

Οι νέοι εκτοπισμοί
Σημαντικό ρόλο για τις νέες αυτές διώξεις, έπαιξε η προσπάθεια της σοβιετικής ηγεσίας να ενισχύσει μακροπρόθεσμα τα πάντοτε ευπαθή μέτωπά της, κυρίως εκείνα που βρίσκονταν στα νότια σύνορα της Κεντρικής Ασίας και τα οποία θεωρούνταν, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου ως επισφαλή εξαιτίας των σχέσεων των μουσουλμανικών και τουρκογενών στην πλειοψηφία τους πληθυσμών αυτής της περιοχής με την Τουρκία και μέσω αυτής με τις δυνάμεις του Άξονα. Για τον ρόλο της Τουρκίας στην προσέγγιση των τουρκογενών λαών της Κριμαίας και του Καυκάσου με τους Γερμανούς έχουν γραφτεί πολλά και ενδιαφέροντα (Frank G. Weber: ‘’Ο Επιτήδειος Ουδέτερος. Η Τουρκική Πολιτική κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο’’,Aleksandr M. Nekrish ‘’The Punished Peoples. The Deporation and Fate of Soviet Minorities at the End of the Second World κ.α.). Η συμπεριφορά των Τατάρων και άλλων λαών της περιοχής κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ενίσχυε τις σοβιετικές υποψίες.


Πραγματικά οι φόβοι των Σοβιετικών αποδείχτηκε ότι δεν ήταν αβάσιμοι. Κατά την προέλασή τους οι Γερμανοί σχημάτιζαν από αιχμαλώτους, πρόσφυγες, αυτόμολους, αλλά και από εθελοντές διαφόρων εθνικοτήτων ειδικές ‘’λεγεώνες’’ που ρίχνονταν εναντίον σοβιετικών στρατευμάτων. Ιδιαίτερα αντισοβιετική ήταν και πάλι η δράση των Τατάρων της Κριμαίας αλλά και των ορεσίβιων λαών του Βορείου Καυκάσου (Τσετσένων, Ιγκουσίων, Καρατσαϊτών και Καμπαρντινο-Μπαλκαρίων). Οι πρώτοι μαζί με άλλες εθνότητες εντάχθηκαν στον λεγόμενο ‘’Ρωσικό Απελευθερωτικό Στρατό’’ (Russkaya Osvoboditelnaya Armya), γνωστό ως POA, του στρατηγού Vlasov, που είχε αναλάβει να στηρίξει τις γερμανικές επιχειρήσεις με αντισοβιετικές επιχειρήσεις στα μετόπισθεν. Η σοβιετική ηγεσία αντέδρασε εκτοπίζοντας μεταξύ 1941-1944 οχτώ ‘’ύποπτες’’ ή ‘’επιρρεπείς σε συνεργασία με τους εχθρούς’’ εθνότητες στην Κεντρική Ασία και τη Σιβηρία (Τατάρους της Κριμαίας, Τσετσένους, Ιγκουσίους, Καρατσαΐτες, Μπαλκαρίους και Μεσχετίους, τους Γερμανούς του Βόλγα, τους Καλμούκους κ.α.) και κατάργησε τις αντίστοιχες Αυτόνομες Δημοκρατίες (ΑΣΣΔ) και τις Αυτόνομες Περιοχές/Περιφέρειες (Okrugi). Είναι χαρακτηριστικό ότι από το φθινόπωρο του 1943 ως τα μέσα του 1944 ,40.000 εμπορικά βαγόνια τρένων αποσύρθηκαν από καθαρά στρατιωτικές υπηρεσίες του μετώπου για να διατεθούν για τη μεταφορά εκτοπισμένων.

Οι διώξεις των Ελλήνων (1941-1944)
Από το 1941 επέστρεψε ο εφιάλτης των εκτοπισμών και για τους Έλληνες της τέως ΕΣΣΔ, οι οποίες αρχικά ήταν περιορισμένες σε έκταση και αριθμό. Οι διώξεις ξεκίνησαν από το Κερτς της ανατολικής Κριμαίας. Οι Έλληνες κάτοικοί του οδηγήθηκαν στο Αλμάτι του Καζακστάν. Από το 1942 κι έπειτα, λίγο πριν την κατάληψη του Βορείου Καυκάσου από τους ναζί άρχισαν οι εκτοπισμοί ελληνικών οικογενειών της νότιας Ρωσίας προς τα ανατολικά. Οι αναγκαστικές μετακινήσεις, που βαφτίστηκαν ‘’μετοικεσίες’’, άρχισαν από τους Έλληνες υπηκόους που κατοικούσαν σε χωριά της κοιλάδας του Κουμπάν. Οι Αρχές ενημέρωναν τις οικογένειες που θα εκτοπίζονταν το πολύ ένα εικοσιτετράωρο πριν τη μεταφορά τους. Έπειτα οι εκτοπισμοί εξαπλώθηκαν και στην Υπερκαυκασία. Το 1944 υπολογίζεται ότι από τα εδάφη της Γεωργίας, της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν εκτοπίστηκαν 16.375 Έλληνες. Ένα μέρος τους εκτοπίστηκε σε περιοχές κοντά στο Βλαδιβοστόκ, οι περισσότεροι όμως βρέθηκαν στο Καζακστάν. Οι πρώτοι Έλληνες που εκτοπίστηκαν στη Σιβηρία αποδεκατίστηκαν από το σκληρό κλίμα και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Μία από αυτές που επιβίωσαν, η Σοφία Παπαδοπούλου στις 22/8/1991 είπε: ‘’Το πρωί με 50-60 βαθμούς κάτω από το μηδέν έπρεπε να μαζέψεις τέσσερα κυβικά μέτρα ξύλα για να σου δώσουν 800 γραμμάρια ψωμί. Αυτά τα ξύλα τα πήγαιναν στα σχολεία. Άλογα δεν υπήρχαν. Τα έβαζαν απάνω μας (ενν. τα ξύλα) και εμείς τα πηγαίναμε εκεί (στα σχολεία)’’. Άλλοι Έλληνες μεταφέρθηκαν στην Κιογιζία. Από τις 31.000 οικογένειες που εκτοπίστηκαν σ’ αυτή μόνο οι 5.000 βρήκαν στέγη. Στην περιοχή του Φρούνζε (σήμερα Μπισκέκ, πρωτεύουσα της χώρας) ένα δωμάτιο αντιστοιχούσε σε πέντε οικογένειες.

Το 1944 μετά την απελευθέρωση της Κριμαίας ,άρχισε ο εκτοπισμός των Τατάρων, των Τούρκων και των Ιρανών κατοίκων της χερσονήσου. Μαζί τους εκτοπίστηκαν και οι Έλληνες παρά τη συμβολή τους στην απελευθέρωση της περιοχής. Σύμφωνα με τα αρχεία της KGB, από την Κριμαία εξορίστηκαν 14.760 άτομα ελληνικής καταγωγής (4.444 άνδρες, 6.323 γυναίκες και 3.719 παιδιά). Υπάρχουν αναφορές για εκτοπισμούς έως και 70.000 Ελλήνων της Κριμαίας, οι οποίες ωστόσο είναι υπερβολικές. Οι περισσότεροι Έλληνες της Κριμαίας εκτοπίστηκαν σε ασιατικά εδάφη της Ρωσικής Δημοκρατίας, στο Ουζμπεκιστάν, κυρίως σε περιοχές γύρω από την Κοκάνδη, στην Κιργιζία και στο Καζακστάν. Το 1944 άρχισε η απομάκρυνση από την Ατζαρία των Κούρδων και των Λαζών. Και αν για κάποιους απ’ όλους τους λαούς που αναφέραμε μπορούν να υπάρξουν δικαιολογίες για τις διώξεις τους, αυτό δεν ισχύει για τους Έλληνες. Αγωνίστηκαν με γενναιότητα εναντίον των Γερμανών και των Τατάρων συμμάχων τους. Μόνο από την περιοχή της Γεωργίας 13.000 Έλληνες πολέμησαν εναντίον των ναζί. Αλλά και η οικονομική βοήθεια των Ελλήνων ήταν σημαντική καθώς πρόσφεραν εκατομμύρια ρούβλια στο ταμείο για την άμυνα της χώρας.

Το διάταγμα υπ’ αριθμ.5984 (2 Ιουνίου 1944), της Κρατικής Επιτροπής Άμυνας, για τον εκτοπισμό των Ελλήνων, Βουλγάρων και Αρμενίων της Κριμαίας προς το Ουζμπεκιστάν, υπογράφει ο ίδιος ο Στάλιν προσάπτοντας σε όλους την κατηγορία της συνεργασίας με τους Γερμανούς: “Η μετοίκηση (δηλ. η εξορία) θα λάβει χώρα μεταξύ 1ης και 5ης Ιουλίου ε(νεστώτος) έ(τους)”. Οι θυσίες των Ελλήνων ξεχάστηκαν (;) για μια ακόμη φορά. 44 χρόνια αργότερα, ο συγγραφέας Ανατόλι Πριστάβκιν, έγραφε στο περιοδικό “Επιχειρήματα και Γεγονότα” (Μόσχα 26 Νοεμβρίου – 2 Δεκεμβρίου 1988): “Ποιος ξέρει για τα βάσανα των Ελλήνων της Κριμαίας, οι οποίοι, μια και το έφερε η κουβέντα, εφοδίαζαν την πολιορκημένη Σεβαστούπολη με νερό και μεταξύ των οποίων δεν υπήρχαν προδότες; Αυτούς τους εξόρισαν στο Καζακστάν και στη Σιβηρία”.
Κατά το ίδιο διάστημα, εκτοπίστηκαν άλλοι 8.300 Έλληνες από τις περιοχές του Ροστόβ και του Κρασνοντάρ. Υπεύθυνοι για τις εκτοπίσεις των Ελλήνων του Κρασνοντάρ, ήταν ο αναπληρωτής του περιβόητου Μπέρια, στρατηγός Σερόφ από το Κερτς και ο λαϊκός επίτροπος Γ. Καρανάτζε, που είχε σταλεί από τη Γεωργία με ειδική διαταγή του Μπέρια. Στις 28 Ιουνίου 1944, η επιχείρηση εκτοπισμού είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία, σύμφωνα με αναφορά του Σερόφ προς τον Μπέρια.
Υπήρχαν βέβαια και απειροελάχιστοι Έλληνες με “αντισοβιετική δράση” στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του Κωνσταντίνου Κρομιάδη (1893-1990 ή 1991), συνεργάτη του Vlasov και διοικητή τριών ταγμάτων Ελληνοποντίων, σύμφωνα με τον ιστορικό Ιάκωβο Χονδροματίδη. Για να δικαιολογήσει τους εκτοπισμούς του 1944, ο Στάλιν διατύπωσε τη θεωρία, σύμφωνα με την οποία κατά την εντεινόμενη ταξική πάλη, ορισμένοι λαοί αναδεικνύονται σε “επιθετικούς” και άλλοι σε “ειρηνικούς” και ότι συνεπώς οι μετακινήσεις των πρώτων, έρχονταν ως αναπόφευκτη συνέπεια της ταξικής πάλης με τους δεύτερους. Είναι πάντως χαρακτηριστικό, ότι οι εκτοπισμοί των Ελλήνων δεν υπήρχαν σε κανένα επίσημο σοβιετικό δημοσίευμα.

1946-1949: Νέα περίοδος εκτοπισμού των Ελλήνων
Το 1946, οι εκτοπισμοί επαναλήφθηκαν με τη μαζική μεταφορά μεταξύ του Αλματί (τέως Άλμα Άτα) και της Τζαμπούλ του Καζακστάν, ενός ακόμη σημαντικού τμήματος του ελληνικού πληθυσμού της Κριμαίας, που είχε καταφέρει να αποφύγει την πρώτη εκτόπιση. Οι εκτοπιζόμενοι, έφτασαν στους τόπους της εξορίας τους, ύστερα από ταξίδι τριών μηνών!
Με διάταγμα του Ανώτατου Σοβιέτ, στις 26/11/1946, απαγορευόταν η, έστω και προσωρινή, επιστροφή τους στους τόπους καταγωγής τους. Εκτοπίστηκαν επίσης Έλληνες από τη Γεωργία, που πίστευαν ότι συγκεντρώνονταν στην Κεντρική Ασία για να μεταφερθούν στην Ελλάδα μέσω του Ιράν. Όχι μόνο δεν έγινε κάτι τέτοιο, αλλά αναγκάστηκαν να πληρώσουν και τα έξοδα της εξορίας τους! Την ίδια περίοδο, εκτοπίστηκαν και οι τελευταίοι Έλληνες που είχαν απομείνει στο Κρασνοντάρ. Όπως γράφει ο Κ. Φωτιάδης, με το πρώτο “κύμα” διώξεων, είχαν εκτοπιστεί από το Κρασνοντάρ 33.565 Έλληνες, σύμφωνα με την αναφορά που έκανε ο υπεύθυνος της UNKVD στην περιοχή, Π. Σεμιόνοφ προς τον Μπέρια.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι το Καζακστάν στο οποίο εξορίστηκαν χιλιάδες Έλληνες, ήταν ερημική περιοχή. Οι λίγοι ντόπιοι, δύο κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο (!), ζούσαν κάτω από πρωτόγονες συνθήκες. Στο νότιο Καζακστάν όπου μεταφέρθηκαν οι περισσότεροι εκτοπισμένοι, το κλίμα ήταν ανθυγιεινό. Καύσωνες το καλοκαίρι και χιονοθύελλες τον χειμώνα. Υπήρχε, σύμφωνα με τον Κ. Φωτιάδη, έλλειψη πόσιμου νερού, ενδημικές ελονοσίες, κουνούπια, σκνίπες και δηλητηριώδεις μύγες! Οι πρώτοι εκτοπισμένοι εγκαταστάθηκαν σε άθλια αγροκτήματα (Zemliankas), που ήταν κατάλληλα μόνο για διαμονή ζώων. Το ημερήσιο μερίδιο αλευριού, ήταν 130 γραμμάρια ανά άτομο. Αν και δούλευαν στα συλλογικά αγροκτήματα σιταριού και βαμβακιού, δεν πληρώνονταν. Η μόνη αμοιβή τους ήταν ένα άθλιο γεύμα την ημέρα. Φυσικό επακόλουθο όλων αυτών, ήταν η αυξημένη θνησιμότητα μεταξύ των Ελλήνων.

Kωνσταντίνος Κρομιάδης
Λαβρέντι Μπέρια


Το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα το 1949, η ήττα των αριστερών και η αναγκαστική, ως ένα σημείο, φυγή των ανδρών και γυναικών του ΔΣΕ προς τις σοσιαλιστικές χώρες και ιδιαίτερα την ΕΣΣΔ, ήταν μια λογικοφανής αφορμή για τον Στάλιν, προκειμένου να ολοκληρώσει το σατανικό σχέδιο εκτοπισμού Ελλήνων της Μαύρης Θάλασσας. Στις 14 Ιουνίου 1949, ο Μπέρια με έγκριση των Στάλιν, Μολότοφ, Καγκάνοβιτς κ.ά., έδωσε εντολές να εκτοπιστούν μαζικά, χωρίς εξαιρέσεις, οι Έλληνες των σοβιετικών ακτών του Εύξεινου Πόντου, στις στέπες του Καζακστάν.

Παράλληλα το 1949-1950, 55.881 άτομα εγκατέλειψαν την Ελλάδα. Στις αρχές του 1950, είχαν εγκατασταθεί στην Ε.Σ.Σ.Δ. 13.108 πολιτικοί πρόσφυγες (8.573 άνδρες, 3.407 γυναίκες και 1.128 παιδιά). Οι περισσότεροι στάλθηκαν στην Τασκένδη, χωρίς όμως να έρθουν σε επαφή με τους εκτοπισμένους ομογενείς του Ουζμπεκιστάν, που ζούσαν κυρίως σε αγροτικούς οικισμούς.

Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ο αριθμός των συνολικά εκτοπισμένων Ελλήνων μεταξύ 1941 και 1949, ήταν μεταξύ 200.000 και 350.000. Το 1949, το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, διαμαρτυρήθηκε για τον εκτοπισμό των Ελλήνων. Στις 24/6/1949 επιδόθηκε η επίσημη διαμαρτυρία μέσω του Έλληνα διπλωματικού ακολούθου της Μόσχας, στο ΥΠΕΞ της ΕΣΣΔ, το οποίο όμως δεν έδωσε καμία απολύτως απάντηση.

Στις 12 Οκτωβρίου 1949, το ελληνικό ΥΠΕΞ εξέφρασε τη “βαθιά του ανησυχία” στον Σοβιετικό διπλωματικό ακόλουθο στην Αθήνα για τον εκτοπισμό 17.000 Ελλήνων της Γεωργίας κάτω από στρατιωτική συνοδεία, παραβιάζοντας τη συμφωνία του Ο.Η.Ε. για τη γενοκτονία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι Σοβιετικοί, για να νομιμοποιήσουν τους εκτοπισμούς ώστε αργότερα να μην έχουν συνέπειες, επινόησαν τον όρο “εθελοντική αναχώρηση”. Οι Έλληνες με την απειλή βίας υποχρεώνονταν να υπογράψουν τις δηλώσεις της Αστυνομίας, σύμφωνα με τις οποίες μετανάστευαν με τη θέλησή τους και επιθυμούσαν να μείνουν για πάντα στο Καζακστάν και τις άλλες περιοχές της Κ. Ασίας.

Οι εκτοπίσεις δεν σταμάτησαν το 1949. Στις 10 Αυγούστου 1951, το Συμβούλιο Υπουργών του Κ.Κ. της Ε.Σ.Σ.Δ., αποφασίζει με πρόταση του Στάλιν, ο οποίος και υπογράφει το άκρως απόρρητο έγγραφο, να εκτοπιστούν από την περιοχή της Γεωργίας οι Έλληνες, οι Τούρκοι και οι Ντασνάκοι (Αρμένιοι) που σύμφωνα με τα διατάγματα 2214-856/29.5.1949 και 727-269/21.5.1950 απουσίαζαν από τον τόπο τους, όταν είχαν γίνει οι προηγούμενες εκτοπίσεις.
Κλείνουμε το κεφάλαιο αυτό με τη μαρτυρία ενός ανώνυμου θύματος της σταλινικής περιόδου: “Εκατοντάδες τάφοι με ξύλινους σταυρούς (αν ακόμη βρίσκονται) θα σας δείχνουν τη διαδρομή από τον ζεστό τόπο μας ως την έρημο της Μέσης Ασίας και τα άγνωστα μέρη της Δυτικής Σιβηρίας. Δεν ξεχνιούνται τα δυστυχισμένα θύματα δυσεντερίας, οστρακιάς, τύφου και της φοβερής λέξης “περιορισμός” στους νέους τόπους εγκατάστασης. Και ξανά δυσβάσταχτη εργασία, αξιοποίηση χέρσων εκτάσεων, πάλι χτίσιμο κατοικιών, καυτός ήλιος και θάνατος χιλιάδων συγγενών, γερόντων και παιδιών”.

Ποιες ήταν οι αιτίες των σταλινικών διώξεων;
Αν για τους διωγμούς των Ελλήνων της ΕΣΣΔ, την περίοδο 1936-1938, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι οφείλονται στην αντίδρασή τους στην κολεκτιβοποίηση και σε κάποιες, μεμονωμένες όμως, αυτονομιστικές τάσεις που είχαν αναπτυχθεί στην ομογένεια (η συμμετοχή των Ελλήνων στην εκστρατεία της Ουκρανίας το 1919, η οποία σίγουρα είχε προκαλέσει την οργή των μπολσεβίκων, μάλλον αποτελούσε παρελθόν, καθώς η χώρα μας και η ΕΣΣΔ είχαν εκτός από διπλωματικές και αξιόλογες εμπορικές σχέσεις), οι διωγμοί της περιόδου 1941-1950, είναι μάλλον αδύνατο να ερμηνευθούν με τη λογική. Βέβαια, διατυπώθηκαν πολλές απόψεις γι’ αυτές. Ας δούμε μερικές.

Το γεγονός ότι οι εκτοπισμοί συνεχίστηκαν και μετά την κατάρρευση του Άξονα, απογυμνώνει τελείως το σταλινικό επιχείρημα για συνεργασία των εκτοπιζόμενων με τους εισβολείς. Οι προφάσεις επίσης των Σοβιετικών Αρχών για τους εκτοπισμούς των Ελλήνων αλλά και οι χαρακτηρισμοί των εκτοπιζομένων από τα κομματικά φερέφωνα ως “απάτριδων” και “κοσμοπολιτών”, έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με την άκρως πατριωτική στάση των θυμάτων στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και με την προσήλωσή τους στην κομματική νομιμότητα τόσο σε κρατικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.

Οι ελληνικοί εκτοπισμοί, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν με τους φανερούς στόχους της γενικότερης σοβιετικής πολιτικής των δημογραφικών και εθνολογικών ανακατατάξεων, δηλαδή με τις προσπάθειες της Μόσχας να ενισχύσει τις συνοριακές επαρχίες της χώρας με “έμπιστες” εθνότητες και, παράλληλα, να τροφοδοτήσει με το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό τις περιοχές εκείνες όπου σχεδιαζόταν η μεταπολεμική τους εκβιομηχάνιση.

Η πολιτική κατά των ελληνικών πληθυσμών σε ολόκληρη τη σοβιετική επικράτεια, ήταν ενιαία. Ακόμα και σε περιοχές που υπήρχε σημαντικό ελληνικό στοιχείο το οποίο δεν εκτοπίστηκε, όπως στη Μαριούπολη της νότιας Ουκρανίας, ακολουθήθηκε μια τακτική η οποία στόχευε στη σταδιακή αποδιάρθρωση της συμπαγούς ως τότε, ελληνικής κοινωνίας της περιοχής. Ενώ ως το 1937 ο ελληνικός πληθυσμός χαρακτηριζόταν από συντηρητισμό στις σχέσεις του με τις άλλες εθνότητες (π.χ. το 1935 οι γάμοι μεταξύ ατόμων ελληνικής και ουκρανικής καταγωγής ήταν 415, αποτελούσαν δηλαδή μόλις το 0,8% του συνόλου των μεικτών γάμων), στη συνέχεια προωθήθηκε ο μαζικός εποικισμός της περιοχής και με διάφορους τρόπους ενθαρρύνονταν οι μεικτοί γάμοι. Οι διευθυντικές θέσεις καταλαμβάνονταν από κομματικά στελέχη άσχετα με τον ελληνικό πληθυσμό, τον οποίο και τρομοκρατούσαν με τη συνεχή απειλή του εκτοπισμού. Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα οι Έλληνες της τέως ΕΣΣΔ, να χάσουν το αίσθημα του σοβιετικού πολίτη, αλλά και του πολίτη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας όπου γεννήθηκαν, καθώς παρά τις θυσίες και τη μακρόχρονη συμβίωση με τους γειτονικούς λαούς, δεν απέκτησαν ούτε τα στοιχειώδη δικαιώματα διαμονής και εργασίας και κάποια σχετική σιγουριά για την επόμενη μέρα.

Ειδικά για τη ΣΣΔ της Γεωργίας (πατρίδας του Στάλιν θυμίζουμε), ο Έλληνας ιστορικός Γ. Ιωαννίδης, γράφει ότι οι Έλληνες θεωρούνταν ύποπτοι μετά την ήττα του ΔΣΕ και ότι για τους εκτοπισμούς των Ελλήνων, έπαιξε σημαντικό ρόλο η εθνικιστική πολιτική της ηγεσίας της Γεωργίας και η διάθεση του καθεστώτος να χρησιμοποιηθούν για την, έστω και βίαιη, βιομηχανική ανάπτυξη της Κ. Ασίας.

Ο R. Gordeziani, διευθυντής του Ινστιτούτου Μεσογειακών Μελετών του Πανεπιστημίου της Τιφλίδας, πιστεύει ότι οι εκτοπισμοί των Ελλήνων γινόταν γιατί ο Στάλιν ήθελε να εκκαθαρίσει τις συνοριακές περιοχές, με στόχο την καλύτερη προετοιμασία της ΕΣΣΔ κατά της Δύσης. Ο Ρώσος ιστορικός N. Bukai, γράφει ότι οι διώξεις των Ελλήνων, αποφασίστηκαν από τον ίδιο τον Στάλιν για να επιφέρουν μερική εκτόνωση στην εθνικιστική ένταση που επικρατούσε στον Βόρειο Καύκασο και την Κριμαία. Ο Georgi Zarzoliani, διευθυντής ενός συμβουλευτικού οργάνου της κυβέρνησης της ΣΣΔ της Γεωργίας, παραδέχεται ότι ο ανερχόμενος εθνικισμός στη Γεωργία, απόρροια του αυξανόμενου ρωσικού εθνικισμού, έπαιξε τον ρόλο του στους εκτοπισμούς των Ελλήνων. Παρουσιάζει ωστόσο μια καινοφανή και έωλη θεωρία, σύμφωνα με την οποία τα ελληνικά σχολεία, τα έκλεισαν οι ίδιοι οι Έλληνες (!), γιατί δεν ήθελαν να έχουν μόρφωση αποκλειστικά ελληνική, καθώς δυσκολευόταν έτσι η κοινωνική τους ενσωμάτωση και η πρόσβασή τους στην ανώτατη εκπαίδευση! Ο ελληνικής καταγωγής του Ινστιτούτου Μαρξισμού-Λενινισμού της Μόσχας Γ. Τραπέζνικοφ, έδωσε το 1990 μια άλλη ερμηνεία στις σταλινικές θηριωδίες κατά των Ελλήνων:

“Εμείς οι Έλληνες είμαστε από τα μεγάλα θύματα της ιστορίας της Ρωσίας. Φίλεργοι, συνεργαζόμαστε όχι με κανένα “ξένο κέντρο”, αλλά με όλους τους Έλληνες της διασποράς. Σε όλες τις γωνιές του κόσμου δημιουργήσαμε πλούτη, περιουσίες. Γι’ αυτό μας καταδίωξαν οι εχθροί μας, για να μας τα αφαιρέσουν. Μόνο στη Μόσχα μας πήραν δεκάδες ωραία κτίρια που ανήκαν σε Έλληνες. Από αυτά και μόνο ζημιωθήκαμε 12 εκατομμύρια χρυσά ρούβλια...”
Τέλος, η Ρωσίδα Γιουλιάνα Πογκόσοβα, γράφει:

“Ο εκτοπισμός των Ελλήνων το 1944, μαρτυρεί την τελική απόφαση της Σοβιετικής Κυβέρνησης, η οποία υπολογίζει τόσο τον εσωτερικό, όσο και τον εξωτερικό κίνδυνο σε ό,τι αφορά στη διατήρηση και εδραίωση του σοσιαλιστικού καθεστώτος, να μη σταματάει μπροστά σε μη δημοκρατικά μέτρα.
Στη διάρκεια του εκτοπισμού των Ελλήνων και της μετακίνησής τους στο έδαφος των Δημοκρατιών της Μέσης Ασίας και του Καζακστάν, εμφανίζεται καθαρά η αυθαιρεσία της διοίκησης των τοπικών αρχών της εξουσίας τόσο των κομματικών όσο και των σοβιετικών και η πλήρης αδιαφορία τους στα προβλήματα εγκατάστασης των εκτοπισμένων. Οι περιοχές αυτές στο διάστημα 1930-1950 μεταμορφώνονται στις εκτάσεις “πεταμένων” απλών πολιτών διαφόρων εθνικοτήτων".

Το τέλος του μαρτυρίου
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1955, ψηφίστηκε από το Ανώτατο Σοβιέτ το διάταγμα “Για αμνηστία των σοβιετικών πολιτών, που συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις την περίοδο του μεγάλου πατριωτικού πολέμου 1941-1945”. Οι Έλληνες και άλλες εθνότητες, ζήτησαν να εφαρμοστεί και γι’ αυτούς το διάταγμα, κάτι που έγινε με απόφαση του Ανώτατου Σοβιέτ στις 27 Μαρτίου 1956. Η μόνη περιοχή που δεν επιτρεπόταν να εγκατασταθούν Έλληνες, Βούλγαροι και Αρμένιοι, ήταν η Κριμαία, όπου βέβαια υπήρχε ελληνική παρουσία από τα πανάρχαια χρόνια.

Οι υλικές και ηθικές ζημιές των Ελλήνων από τις διώξεις, ήταν τεράστιες και οι αποζημιώσεις που έλαβαν, πενιχρές. Στις 14 Νοεμβρίου 1989 το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ ψήφισε τη διακήρυξη “Για τον άνομο και εγκληματικό χαρακτήρα των διωγμών εις βάρος των βίαια εκτοπισμένων λαών και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους”, αναγνωρίζοντας έτσι τα σταλινικά εγκλήματα. Με τον Ιωσήφ Στάλιν, που για 30 περίπου χρόνια έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο όχι μόνο στην ΕΣΣΔ αλλά και στην παγκόσμια ιστορία, θα ασχοληθούμε σε μελλοντικό μας άρθρο, παραθέτοντας και στοιχεία που ήρθαν στο φως πολύ πρόσφατα.


Πηγές:
Ι.Κ.ΧΑΣΙΩΤΗΣ (επιμέλεια): “Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης”, UNIVERSITY STUDIO PRESS, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1997
Κωνσταντίνος Εμμ.Φωτιάδης, “Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ”, ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΝΤ. ΣΤΑΜΟΥΛΗ, Β’ Έκδοση 2003
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΑΛΑΜΒΡΕΖΟΣ: “Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΧΩΡΕΣ ΤΗΣ τ. ΕΣΣΔ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 2017
ΓΙΟΥΛΙΑΝΑ ΠΟΓΚΟΣΟΒΑ, “ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ”, ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Αδελφών Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 2002
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr