Το Nammos γίνεται 16 ετών: Η «ψαροταβέρνα» που κάνει τζίρους 20 εκατ. ευρώ

Η ιστορία μιας ταπεινής μυκονιάτικης ψαροταβέρνας που έμελε να εξελιχθεί σε ένα από τα ακριβότερα μπιτς ρέστοραντ του πλανήτη, με τζίρους άνω των 20 εκατ. ευρώ - Ξεκίνησε από «ταβερνάκι» τη δεκαετία του '70 κι έκανε την Ψαρού κέντρο του διεθνούς τζετ σετ - Οι ιδιοκτήτες, οι μορφές που πήρε ανά δεκαετίες και οι απίστευτες πολυτέλειες που προσφέρει

Καμπάνες των 5.000 ευρώ για μερικές ώρες ιδιωτικότητας, ξαπλώστρες των 2.800 ευρώ, 30λιτρες σαμπάνιες Armand De Brignac Midas των 120.000 ευρώ, κινηματογραφικοί ήρωες και ηρωίδες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, πάμπλουτοι γνωστοί και άγνωστοι επιχειρηματίες και μαζί τους χιλιάδες πανέμορφες γυναίκες συνθέτουν το παζλ του μεγαλύτερου επιχειρηματικού θαύματος που συνέβη ποτέ πάνω σε μια μικροσκοπική λωρίδα άμμου.

Είναι η ιστορία μιας ταπεινής ψαροταβέρνας στη Μύκονο, που χτίστηκε σε ένα υποτιμημένο οικόπεδο για να γίνει στο πέρασμα των χρόνων, ένα από τα καλύτερα και ακριβότερα μπιτς μπαρ του πλανήτη με τζίρους που ξεπερνούν τα 20 εκατομμύρια ευρώ τη σεζόν.

Την Πέμπτη 25 Ιουλίου ο Αντώνης Ρέμος μαζί με τον διάσημο Αιγύπτιο τραγουδιστή Αμρ Ντιάμπ αναμένεται να βάλουν φωτιά στην άμμο της Ψαρούς για να γιορτάσουν τα 16 χρόνια του Nammos.

Κατά καιρούς φιλοξενούνται μεγάλα συναυλιακά γεγονότα, όπως η συνύπαρξη του ζωντανού θρύλου Χούλιο Ιγκλέσιας με τον Αντώνη Ρέμο το καλοκαίρι του 2014.



Ο αδικημένος αγρότης, η ταβέρνα και τα ζαρζαβατικά

Η εντυπωσιακή ιστορία του «αυτόνομου κρατιδίου» της Ψαρούς, ενός άλλοτε υποτιμημένου παραθαλάσσιου οικοπέδου, ξεκινά πολύ παλιότερα, το καλοκαίρι του 1967. Τότε, το συγκεκριμένο κομμάτι γης γνώριζαν μόνον οι ντόπιοι καθώς εκεί είχαν το περιβόλι και την ταβέρνα τους δύο συντοπίτες τους, ο Κυριάκος και η σύζυγός του Ελένη Αγγελετάκη. Αγρότες που μοχθούσαν να καλλιεργήσουν ζαρζαβατικά στο αφιλόξενο μυκονιάτικο χώμα, για να τα πουλήσουν έπειτα σε πάγκους μπροστά από το ταβερνάκι τους.

Ο Κυριάκος θεωρείτο, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις στο νησί, από τους αδικημένους της οικογένειας Αγγελετάκη. Ο πατέρας του Κωνσταντής είχε προικίσει κάποια από τα παιδιά του με χωράφια-φιλέτα στην περιοχή Άνω Μερά, τα οποία ήταν κατάλληλα για γεωργική εκμετάλλευση. Στον Κυριάκο είχε παραχωρήσει ένα χέρσο χωράφι που βρισκόταν σχεδόν πάνω στην παραλία της Ψαρούς. Σε αυτό το χωράφι έφτιαξε μια μικρή ταβέρνα με ένα μενού που προσέφερε λίγα και καλά. Τα νερά είναι ήρεμα και το ψάρι άφθονο και φυσικά φρεσκότατο.

Τα πρώτα χρόνια και έως το 1975 οι εισπράξεις στην ταβέρνα του Κυριάκου και της Ελένης Αγγελετάκη κινούνταν σε ρηχά νερά. Οι τουρίστες που επέλεγαν για τις διακοπές τους το μικρό ξερονήσι των Κυκλάδων προτιμούσαν να μείνουν στη Χώρα εξαιτίας της έλλειψης των στοιχειωδών υποδομών, όπως καταλύματα και δρόμους. Μια επίσκεψη στην Ψαρού φάνταζε για τους λιγοστούς τουρίστες μακρινό και ανεξερεύνητο ταξίδι.
1970: Την εποχή που μια επίσκεψη στην Ψαρού φάνταζε μακρινό και ανεξερεύνητο ταξίδι, ανοίγει και το πρώτο ταβερνάκι που προσφέρει άφθονο και φρέσκο ψάρι σε χαμηλές τιμές.



Ο γιος αναλαμβάνει και... εκτοξεύει την ταβέρνα

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ένα από τα αδέρφια του Κυριάκου, ο Ανδρέας Αγγελετάκης, αγόρασε το υπόλοιπο μισό του παραλιακού οικοπέδου και έτσι η ταβέρνα επεκτάθηκε. Μάλιστα, από το 1985 και μετά τα δεδομένα για την οικογένεια Αγγελετάκη άλλαξαν προς το καλύτερο. Η επιχείρηση πέρασε στα χέρια του γιου του Κυριάκου, Κώστα Αγγελετάκη ο οποίος ήταν μέχρι πρότινος ο ιδιοκτήτης του ακινήτου του «Nammos». Νέος και δραστήριος Μυκονιάτης, φιλοδοξούσε να γεμίσει την παραλία και το εστιατόριό του με την enfant gâté της αθηναϊκής κοινωνίας, που σιγά-σιγά έχριζε τη Μύκονο απόλυτο τουριστικό προορισμό της ελίτ. Και όχι μόνο.

Ο επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης του θρυλικού «Remezzo» Μάκης Ζουγανέλης φρόντισε με τον τρόπο του στην εκτόξευση της δημοφιλίας της Ψαρούς. Όσους επώνυμους, ξένους και Έλληνες, φιλοξενούσε τα βράδια στα σκαλάκια του «Remezzo», τούς τάιζε τα μεσημέρια στην Ψαρού. Σύντομα, η ύπαρξη της απάνεμης παραδεισένιας παραλίας της Ψαρούς δεν αποτελούσε πια μυστικό.

Από τα μέσα προς τα τέλη της δεκαετίας του '90 η ταμειακή μηχανή της ψαροταβέρνας άρχισε να «χτυπάει» τρελά νούμερα για την εποχή. «Το 1997-98 κάναμε τζίρο 3,5 με 4 εκατ. δραχμές τη μέρα», θυμάται ένας από τους τότε σερβιτόρους της ταβέρνας. Εκείνη την εποχή ήταν που ξεκίνησε και η μόδα – η οποία εξελίχθηκε σε τρέλα- με τις ρεζερβέ ξαπλώστρες που απαιτούσαν οι επώνυμοι πελάτες, οι οποίοι δεν δίσταζαν να προσφέρουν δυσανάλογα μεγάλα ποσά.

2003: Η ψαροταβέρνα αλλάζει χέρια και μεταμορφώνεται σε ένα καλαίσθητο beach bar με την επωνυμία «Nammos». Μέσα σε μια σεζόν κάνει τζίρο 1,5 εκατ. ευρώ.



Και εγένετο... «Nammos»

Το 2002 η ταβέρνα άλλαξε χέρια. Ένα απρόσμενο περιστατικό, μια βίαιη συμπλοκή ανάμεσα σε ισχυρούς επιχειρηματίες, είχε ως αποτέλεσμα την ολική καταστροφή του καταστήματος λίγα 24ωρα αργότερα. Ο Αγγελετάκης τρόμαξε και αποφάσισε να πουλήσει το μαγαζί του.

Για την αγορά της επιχείρησης ενδιαφέρθηκαν δύο Μυκονιάτες και ένας Αιγύπτιος σεφ. Ο Ζαννής Φραντζέσκος, ο οποίος εκείνη την εποχή εργαζόταν ως μπάρμαν στο γνωστό «Caprice», πρότεινε στον Κωνσταντή Κουσαθανά και τον Σάμι Ιμπραήμ, πρώην ιδιοκτήτη του ιταλικού εστιατορίου «La Casa», να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να αγοράσουν το εστιατόριο του Αγγελετάκη.

Εκείνος τους ζήτησε 300.000 ευρώ «αέρα» και 4.000 ευρώ τον μήνα για ενοίκιο. Μάλιστα, το μερίδιο του Σάμι σε αυτό το νέο επιχειρηματικό σχήμα, το έβαλε η μητέρα του Κωνσταντή Κουσαθανά. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν, υπέγραψαν και οι νέοι ιδιοκτήτες έπιασαν αμέσως δουλειά δημιουργώντας στα συντρίμμια της ταβέρνας ένα καλαίσθητο beach bar-restaurant με την επωνυμία «Nammos».

Ο Ζαννής ανέλαβε τη μεταμόρφωση της Ψαρούς σε Σαν Τροπέ, ο Σάμι οργάνωσε την κουζίνα αναζητώντας νέες γεύσεις και ο Κωνσταντής, ως δεινός ψαροτουφεκάς, καταπιάστηκε με τον καθημερινό ανεφοδιασμό του «Nammos» με φρέσκα ψάρια και άλλα θαλασσινά εδέσματα. Λέγεται ότι την πρώτη κιόλας σεζόν λειτουργίας του «Nammos» ο τζίρος άγγιξε το 1,5 εκατ. ευρώ.

Λίγο καιρό αργότερα, η ιδιοκτήτρια της μπουτίκ επώνυμων ρούχων «Luisa» στο Κολωνάκι πρότεινε στον Κώστα Αγγελετάκη να της παραχωρήσει τον χώρο πίσω από το «Nammos», εκεί όπου στεγαζόταν κατάστημα με εξοπλισμό καταδύσεων. Ο Αγγελετάκης συμφώνησε και της παραχώρησε το κατάστημα με ενοίκιο 1.500 ευρώ τον μήνα χωρίς να ζητήσει «αέρα».

Η συνέχεια του «Nammos» είναι γνωστή. Στα χρόνια που ακολούθησαν το μυκονιάτικο beach bar-restaurant έγινε διάσημο σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη, με την επιτυχία να πιστώνεται στους δύο Μυκονιάτες και τον Αιγύπτιο συνέταιρό τους που το έφτασαν στην κορυφή ξεκινώντας από το μηδέν.

Το «φιλέτο» της Ψαρούς, μάλιστα, προσέλκυσε και νέους επενδυτές, ενώ, ήδη, είχε αποχωρήσει ο ένας εκ των τριών πρωτεργατών του επιτυχημένου concept, ο Κωνσταντής Κουσαθανάς, ο οποίος φέρεται να έλαβε ένα γενναίο ποσό για να δώσει πουλήσει το ποσοστό του.

Ο νέος παίκτης ακούει στο όνομα Γιάννης Παπαλέκας. Πρόκειται για επιχειρηματία με μεγάλη δυναμική στο τομέα του real estate στη Ρουμανία καθώς αγοράζει από εμπορικά κέντρα μέχρι επιχειρηματικούς πύργους, ενώ διαχειρίζεται με την ίδια επιτυχία και εφοπλιστικά κεφάλαια. Ο κ. Παπαλέκας αγόρασε το ακίνητο όπου στεγάζεται η επιχείρηση «Nammos» έναντι 10,5 εκατ. ευρώ, καθώς και το ακίνητο του ξενοδοχείου «Seaside Cottage by Belvedere», μαζί με τον χώρο που είχε νοικιάσει η ιδιοκτήτρια της μπουτίκ «Luisa».

2019: Το «Nammos» μαζί με το αδελφάκι του, το «Hakassan», σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών αγγίζουν σε τζίρο τα 24 εκατ. ευρώ.



Το τελευταίο «lifting» και οι ξαπλώστρες των 2.800 ευρώ

Όμως για να μπορέσει το «Nammos» να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα του νησιού -την επέλαση της αραβικής φυλής και των ζάμπλουτων Ρώσων και Τούρκων τουριστών που έφταναν στις ξαπλώστρες και τα τραπέζια του από νωρίς το πρωί- οι ιδιοκτήτες του έκριναν πως έπρεπε να προχωρήσουν σε ένα «γενναίο» -και με χρηματικούς όρους- lifting.

Οι παλιές ξαπλώστρες αντικαταστάθηκαν με νέες, αξίας 2.800 ευρώ έκαστη, κατασκευασμένες από μαόνι και ατσάλι κορυφαίας ποιότητας.

Αμέσως μετά, την εμφάνισή τους έκαναν, λίγα μέτρα από εκεί που σκάει το κύμα, πολυτελέστατες καμπάνες οι οποίες διέθεταν τζακούζι, ιδιωτικό μπάτλερ και σωρεία άλλων υπηρεσιών, με το συνολικό κόστος της ενοικίασης τους για μισή μέρα να φτάνει τις 5.000 ευρώ. Οι καμπάνες δημιουργήθηκαν για όσους δεν αντέχουν τον συνωστισμό της παραλίας και του εστιατορίου, συμπεριλαμβανομένων των περιβόητων «champagne showers».

Κάπως έτσι, το «Nammos» μαζί με το αδελφάκι του, το φημισμένο εστιατόριο ασιατικών γεύσεων «Hakassan» έφτασαν, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, να κάνουν συνολικό τζίρο 24 εκατ. ευρώ σε μόλις τέσσερις μήνες, όσο δηλαδή διαρκεί η μυκονιάτικη σεζόν. Μεγάλους τζίρους χτυπάει καθημερινά και το πρώην «Casa Tu» που φέτος παραχωρήθηκε απο τον Όμιλο Nammos στον δαιμόνιο, διάσημο Τούρκο χασάπη, Νουσρέτ Γκιοκτσέ.

Η δημιουργία του εμπορικού κέντρου «Nammos Village» στην Ψαρρού, πίσω ακριβώς από το beach bar με τα επώνυμα brands (Oscar De La Renta, Off-White, Missoni, Gucci και Chanel) αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη δυναμική του Ομίλου Nammos με προοπτική οι τζίροι να ξεπεράσουν τα 30 εκατ. ευρώ σε ένα καλοκαίρι.

Αν αυτό δεν είναι success story, τότε ποιο είναι...

Ντους με σαμπάνιες αξίας χιλιάδων ευρώ στο Nammos
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr