Λόλα Νταϊφά: Η σιδηρά κυρία των δημοσίων σχέσεων

Η συνάντησή μας έγινε με αφορμή την κυκλοφορία του λευκώματος Η Ελλάδα Μέσα Από 231 Ιστορικά Πιάτα, βασισμένο στη σπάνια συλλογή της Λόλας Νταϊφά με τα λεγόμενα «συριανά», τα οποία απέκτησε ένα ένα μετά από επίμονη αναζήτηση σε Ελλάδα και Ευρώπη. Μέσα από την κουβέντα μας ξετυλίξαμε στιγμές από μια ζωή που επίσης θα άξιζε να γίνει βιβλίο.

Ήταν 1979 όταν η νεαρή, τότε, Λόλα «βούτηξε» στα αχαρτογράφητα για εκείνη νερά του ελληνικού ποδοσφαίρου αναλαμβάνοντας τις δημόσιες σχέσεις του Ολυμπιακού και έγινε η πρώτη γυναίκα που ίδρυσε και διηύθυνε γραφείο δημοσίων σχέσεων ποδοσφαιρικής ομάδας στην Ελλάδα. «Ο ξάδελφος του άντρα μου, Σταύρος Νταϊφάς, είχε αγοράσει τον Ολυμπιακό και βρέθηκε σε ένα χώρο που δεν είχε δικούς του ανθρώπους να εμπιστευτεί. Εγώ πριν έκανα τις δημόσιες σχέσεις σε διαφημιστική εταιρεία, ενώ παράλληλα έγραφα και παρουσίαζα ραδιοφωνικές εκπομπές στην ΕΡΤ. Όταν, λοιπόν, μου το πρότεινε, η πρώτη αντίδραση ήταν «μα εγώ δεν έχω ιδέα από ποδόσφαιρο. Δεν ξέρω παίκτες, δεν ξέρω αν παίζεται με μία ή δύο μπάλες». Δεν ήμουν απλά νέα, ήμουν και αυτό που τότε λέγαμε κουλτουριάρα. Στις ραδιοφωνικές μου εκπομπές κορόιδευα τις αθλητικές εφημερίδες που έγραφαν κάτι βαρύγδουπους τίτλους «Ο θεός», «Ο ημίθεος» για τους παίκτες. Κι αυτά που κορόιδευα στην αρχή τα λούστηκα, μετά τα λάτρεψα και σήμερα πια αποτελούν σταθμό στη ζωή μου» διηγείται γελώντας για τα χρόνια της στην ομάδα του Πειραιά. Στα ταξίδια της ομάδας για παιχνίδια στο εξωτερικό –ήταν αρχηγός της αποστολής– ήταν η μοναδική γυναίκα ανάμεσα σε πενήντα άντρες, ποδοσφαιριστές, προπονητές, αθλίατρους, φυσικοθεραπευτές. «Ο Ολυμπιακός ήταν μεγάλο σχολείο και παθιάστηκα πολύ. Ζεις άγριες χαρές, όπως και δυνατές λύπες». Ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων, ήταν σε άμεση επαφή με τους συνδέσμους των φιλάθλων και τιμήθηκε για τη συμβολή της στην καταπολέμηση της βίας στα γήπεδα από τους δήμους Αθηναίων και Πειραιά, από συνδέσμους φιλάθλων, αλλά και από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού.

Αναρωτιέμαι αν ο σκηνοθέτης και κριτικός κινηματογράφου σύζυγός της, βραβευμένος και στο Φεστιβάλ Κανών, Ίων Νταϊφάς, δέχτηκε στωικά αυτή τη νέα επαγγελματική καθημερινότητα της νεαρής συζύγου του. «Δεν ξέρω τι αισθανόταν ο Ίωνας, όμως δεν υπήρξε ποτέ ανασταλτικός παράγοντας. Νομίζω πως το διαχειρίστηκε με πολλή αγάπη αλλά και έξυπνα. Πιθανότατα, άμα με “μάντρωνε” στο σπίτι, αυτό να έφερνε δυσκολίες ανάμεσά μας. Ενώ, με την ελευθερία που μου έδινε, εγώ ένιωθα ελεύθερη, ήθελα να είμαι εκεί. Ειδάλλως… θα μπορούσα να είχα φύγει».

Η γνωριμία τους δεν ήταν ένας κεραυνοβόλος νεανικός έρωτας, αλλά μια συνεργασία με αμοιβαία εκτίμηση και θαυμασμό, που τελικά εξελίχτηκε σε σχέση ζωής. «Είχαμε γνωριστεί όταν ήμουν φοιτήτρια στη νομική (σ.σ. στη συνέχεια πήρε δεύτερο πτυχία στη φιλοσοφική) και έκανα την πρακτική μου σε μια διαφημιστική εταιρεία, για την οποία ο Ίωνας έκανε πολλά ευρηματικά σποτ. Θυμάμαι ότι είχαν φωτογραφηθεί μια φορά και τα χέρια μου για τη διαφημιστική αφίσα εγκαινίων. Είχαν έρθει πολύ ωραίες κοπέλες στο κάστινγκ, αλλά από χέρια δεν τους άφησαν ικανοποιημένους. Ενώ εγώ δεν ήμουν ωραία, αλλά από χέρια πήγαινα καλά!» θυμάται γελώντας.

Προερχόμενη από αστική οικογένεια, ουσιαστικά μεγάλωσε με τη μητέρα της, Ελένη, καθώς ο πατέρας της, Λάζαρος Ρούσος, έφυγε νωρίς από τη ζωή. «Ο πατέρας μου ήταν ενταγμένος στην Αριστερά και ενεργός στους αγώνες της. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, που έφυγε πολύ γρήγορα από τη ζωή γιατί βασανίστηκε. Το ξύλο και όλα αυτά που υπέστη δεν ήταν λίγα. Ουσιαστικά, μόνο από τις φωτογραφίες τον θυμάμαι». Το αγωνιστικό του πνεύμα ήταν κάτι που σίγουρα κληρονόμησε, καθώς από παιδί το όνειρό της ήταν να σταθεί στα δικά της πόδια. «Από το σπίτι δεν με ωθούσαν, αλλά ούτε με κρατούσαν πίσω. Ό,τι ήθελα εγώ. Η μαμά μου ήταν μια γυναίκα πολύ ήπια και γλυκιά, που μοίραζε απλόχερα το πόσο νοιαζόταν. Ένα κορίτσι που μεγάλωσε με γαλλικά και πιάνο. Ήταν συμφοιτήτρια με τη Μαρία Κάλλας στο Ωδείο Αθηνών. Δεν είχε δουλέψει ποτέ».

Από τα γήπεδα στη χρυσή εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης

Οι οπαδοί του Ολυμπιακού ακόμα θυμούνται τη θεαματικότερη υποδοχή παίκτη που είδε ποτέ το πρώτο λιμάνι της χώρας, την οποία είχε οργανώσει εκείνη, για τη μετεγγραφή του Λάγιος Ντέταρι.

Η μετάβαση από τον Γιώργο Κοσκωτά στην εποχή Σαλιαρέλη στον Ολυμπιακό ήταν η εξέλιξη που οδήγησε τη Λόλα Νταϊφά στην απόφαση να παραιτηθεί. Συνεχίζει να θεωρεί τον Σαλιαρέλη «αμφιλεγόμενο πρόσωπο, που μιλούσε για ορυχεία με ρουμπίνια και κυκλοφορούσε με χρυσά ρολόγια και αεροδυναμικά αυτοκίνητα».

Τον Οκτώβριο του 1989 ξεκίνησε ένα νέο, μεγάλο κεφάλαιο της ζωής της, όταν ανέλαβε τις δημόσιες σχέσεις του νεοσύστατου τότε τηλεοπτικού σταθμού ΑΝΤ1. Ένα κεφάλαιο με εξίσου δυνατές στιγμές και μεγάλες επιτυχίες – και τη σχολή δημοσίων σχέσεων του σταθμού που ίδρυσε και διηύθυνε για χρόνια. «Αρχικά ο κύριος Κυριακού υπολόγιζε να εκπέμψουμε στις αρχές Ιανουαρίου. Όμως, όταν το Mega έκανε τηλεοπτική πρεμιέρα στις 20 Νοεμβρίου, άλλαξαν τα σχέδια. Θυμάμαι ότι είχαμε πάει στο Παρίσι με τον Στέλιο Αντωνιάδη, για να φέρουμε για την έναρξη τα μπαλέτα από το Moulin Rouge. Και ενώ μόλις τα είχαμε “κλείσει”, με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε “μην υπογράψεις τίποτα, γυρίστε πίσω όπως είστε γιατί ξεκινάμε παραμονή της νέα χρονιάς”. Έτσι σηκωθήκαμε και φύγαμε άρον άρον».

Ήταν 31 Δεκεμβρίου του 1989 όταν βγήκε το πρόγραμμα στον αέρα. «Μάλιστα, ο Μίνωας Κυριακού θα εκφωνούσε ένα λόγο και τότε δεν είχαμε autocue. Ήταν, λοιπόν, όρθιος, η κάμερα μπροστά του, εγώ λίγο πιο πίσω με τα χαρτιά της ομιλίας του, τα οποία άλλαζα ένα ένα φύλλο. Καταλαβαίνεις την αγωνία μου μήπως μου φύγει κανένα και χαθεί η ροή του λόγου!» διηγείται.

Η κρίση στην τηλεόραση
Η έναρξη της φετινής τηλεοπτικής χρονιάς και η προκήρυξη των τεσσάρων μόλις αδειών γενικού περιεχομένου πανελλαδικής εμβέλειας έφερε αναστάτωση σε όλα τα κανάλια – μέχρι τη στιγμή που με απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε αντισυνταγματικός ο νόμος Παππά.

Η Λόλα Νταϊφά σχολιάζει σχετικά: «Ήταν ένα ρεσιτάλ προχειρότητας και υποκρισίας. Όποιος θέλει να ξεκαθαρίσει τα πράγματα βρίσκει καθαρούς τρόπους να τα ξεκαθαρίσει, δεν το κάνει υπογείως. Αυτό ήταν ένα στημένο πράγμα, που έκανε ανθρώπους που δουλεύουν στο χώρο να περπατάνε στους διαδρόμους και να τρέχουν τα μάτια τους, με το φόβο πως την επομένη δεν θα έχουν δουλειά». Αναρωτιέμαι αν, προερχόμενη από αριστερή οικογένεια από την πλευρά του πατέρα της, είχε προσδοκίες πως η «πρώτη φορά Αριστερά» κυβέρνηση θα μπορούσε όντως να φέρει θετικές αλλαγές και νέα πνοή. «Δεν ήμουν και πολύ σίγουρη, γιατί ήταν πολύ μεγάλο το καλάθι που μας φόρτωσαν. Και το έβλεπα λίγο πρόχειρο και αδιάβαστο το πράγμα. Δεν μπορείς να λες “βάζω το ζουρνά και θα χορέψει η Μέρκελ”. Δεν λειτουργεί έτσι ένα ευρωπαϊκό κράτος, δεν μπορείς να λες τέτοιες ανοησίες. Επειδή, όμως, προέρχομαι από μια αριστερή οικογένεια, πολύ θα ήθελα να έχουν πετύχει και να λέμε “κρίμα που δεν ήταν αυτοί τόσα χρόνια!”. Όπως εξελίχτηκαν τα πράματα, μόνο αυτό δεν μπορείς να πεις. Επίσης, όλη αυτή η βαρουφακειάδα και η δηθενιά τού “δεν φοράμε γραβάτα” που έκαναν σημαία δεν είναι αριστερή ιδεολογία. Ήρθε ο Οbama, κύριος, κομψός, μελετημένος, ήξερε τα πάντα, δεν ήρθε αδιάβαστος, δεν είπε ότι η Μυτιλήνη και η Λέσβος είναι διαφορετικά νησιά και αντίστοιχα μαργαριτάρια. Ήξερε να φερθεί και να σταθεί» λέει.

«Βεβαίως να είσαι κομουνιστής –και αλίμονο στο νέο που δεν είναι κομουνιστής–, αλλά το να σέβεσαι πρώτα τον εαυτό σου και μετά τον άλλον είναι σημαντικό. Δεν μπορείς να πας σε μια επίσημη για τον άλλον εκδήλωση τσαλακωμένος και πρόχειρος, με τη δικαιολογία πως είσαι αριστερός. Μπορεί να μην είσαι αμερικανόφιλος, αλλά οφείλεις να είσαι ηγέτης. Ο Putin έχει εμφανιστεί ποτέ σαν λέτσος; Είναι σταρ, είναι ηγέτης, χωρίς αγαρμπιά και αναίδεια. Ποτέ δεν υπήρξα εξωστρεφής ως προς τα πολιτικά μου “πιστεύω”, αλλά πλέον η αγανάκτησή μου είναι στα όριά της. Ποτέ ξανά η Αθήνα δεν είχε τόσους άστεγους. Πήραμε ό,τι κουβέρτες δεν χρησιμοποιούσαμε στο σπίτι με την Έλγκα και τις δώσαμε σε όλη τη Σταδίου και τη Στοά Ορφέως και έχω να πω πως οι άστεγοι δεν ήταν ούτε Σύριοι ούτε Αφγανοί μόνο, αλλά Έλληνες. Αν έπρεπε να ζω με τη σύνταξη του συζύγου μου, θα έπρεπε να πάρω μια κούτα από χαρτόνι, γιατί για ξύλινη δεν θα μου έφταναν τα χρήματα, και να ζω κι εγώ κάπου στη Σταδίου».

Μια ξεχωριστή συλλέκτρια

Το μεράκι της αναζήτησης αντικειμένων που αντανακλούν την ιστορία της Ελλάδας γεννήθηκε στα πανεπιστημιακά της χρόνια. «Ήταν η εποχή που γκρέμιζαν την Ελλάδα για να χτίσουν πολυκατοικίες. Η εποχή που τα ακροκέραμα τα θεωρούσαν βαριά, άχρηστα κεραμίδια. Αισθανόμουν όμως πως έπρεπε κάτι να περισωθεί από αυτή την περίοδο της Ελλάδας. Έτσι άρχισα να μαζεύω τα ακροκέραμα. Μετά τα συριανά πιάτα, μετά λιβανιστήρια. Με όλες τις συλλογές μου παθιαζόμουν».

Στο λεύκωμα Η Ελλάδα Mέσα Aπό 231 Iστορικά Πιάτα όχι μόνο παρουσιάζει τη σπάνια συλλογή της, αλλά περιγράφει και ιστορίες για το πώς πέρασαν τα πιάτα αυτά στα χέρια της. «Το πρώτο το είχα δει στο σπίτι της μετέπειτα πεθεράς μου, πριν καν γίνουμε ζευγάρι με τον Ίωνα. Ήταν μια καταπληκτική γυναίκα, σουφραζέτα της εποχής, και είχαν πάρα πολλά ωραία πράγματα στο σπίτι τους, όλα όμως της δυτικής Ευρώπης. Σερβίτσια από το Παρίσι, υπέροχες πορσελάνες. Υπήρχε, όμως, και μια πιατοθήκη στην κουζίνα, όπου εντόπισα ένα πιάτο με τον Γεώργιο και την Όλγα, τους πρώτους βασιλείς της Ελλάδος. Τότε ήμουν φοιτήτρια, και μάλιστα πολύ οργισμένη, και είπα μέσα “κοίτα τι μυαλά κουβαλά ο κόσμος… Αντί να κοιτάζουν να μορφωθούν και να ανοίξουν τους ορίζοντές τους, στην Ελλάδα, που είναι η κοιτίδα της δημοκρατίας, φτιάχνουν πιάτα με τους βασιλιάδες!”. Ρωτάω λοιπόν “τι είναι αυτό;” και μου απαντά πως τους το έφερε δώρο μαζί με χόρτα μια παρακόρη που είχαν όταν παντρεύτηκε. Καιρό μετά, που είχα πια παντρευτεί τον Ίωνα, τη ρώτησα αν έχει ακόμα εκείνο το πιάτο και η πεθερά μου μου το χάρισε. Τότε άρχισα να ψάχνω και να διαβάζω κι έμαθα πως υπήρχαν πολλά τέτοια πιάτα, με διαφορετικές παραστάσεις, που κυκλοφορούσαν ως σειρές καθημερινών σερβίτσιων. Γι’ αυτό ήταν και σπάνια, γιατί ήταν χρηστικά πιάτα που έσπαγαν. Άρχισα να τα αναζητώ στα παλιατζίδικα σε όλη την επικράτεια. Όταν έμαθα πως πολλά από αυτά φτιάχνονταν στο εξωτερικό, έκανα και πολλά ταξίδια, στο Μπορντό της Γαλλίας, στη Λιόν, στην Τουλούζη, στο Πόρτο Μπέλο, όπου είχα πληροφορίες πως μπορεί να τα έβρισκα». Έχει πολλά περιστατικά αναζήτησης να διηγηθεί. «Θυμάμαι ότι μια φορά μια γνωστή μου, όχι φίλη μου, μου είπε: “Ξέρεις, βρήκαμε πιάτα από αυτά που τρελαίνεσαι στην Ανάφη”. Δεν είχα πάει ποτέ στην Ανάφη. Με τον Ίωνα και την Έλγκα είχαμε κανονίσει διακοπές αλλού. Και λέω στον άντρα μου “να πάμε στην Ανάφη, όπου μου έχουν πει πως είναι καταπληκτικά” και αλλάζουμε τελευταία στιγμή τα σχέδιά μας. Πάμε, λοιπόν, και αρχίζω να γαζώνω το νησί από άκρη σε άκρη, αλλά δεν βρίσκω πουθενά παλιατζίδικα. Κανένας δεν ήξερε για τα πιάτα. Είχα γίνει ερείπιο. Παίρνω, λοιπόν, την κυριούλα τηλέφωνο και της λέω πως κανείς δεν ξέρει τίποτα για τα πιάτα στο νησί. Και τι μου λέει; “Ήμουν με σκάφος και τελικά μπορεί να μη σταματήσαμε στην Ανάφη, αλλά σε άλλο νησί”».


Ο σύζυγός της, καλλιεργημένος, λάτρης της τέχνης, από τους πρωτοπόρους της ελληνικής TV, δεν ήταν ποτέ αντίθετος σε αυτή της την αγάπη. «Μόνο στην αρχή είχε παραξενευτεί με κάτι τηλεφωνήματα που δεχόμουν στο σπίτι. Ένα βράδυ κατά τις 21.00 χτύπησε το τηλέφωνο, το σήκωσε ο Ίων και άκουσε το εξής: “Έλα στο 45ο χιλιόμετρο σε δύο ώρες”. Και του το έκλεισαν. Απόρησε. Εγώ, βέβαια, ήξερα ποιος είναι. Ήταν κάποιος από την Κρήτη που μου έφερνε ένα πιάτο με τον Βενιζέλο. Του είπα, λοιπόν, “μην ανησυχείς, θα δεις τι θα έχω μαζί μου όταν θα έχω γυρίσει από το 45ο χιλιόμετρο”».

Κάπως έτσι συγκέντρωσε, ένα ένα, περισσότερα από 231 πιάτα. «Μάλιστα, μέσα από το λεύκωμα βιβλιογραφείται για πρώτη φορά και ο Χανιώτης κεραμίστας Κώστας Ντουσάκης, ο οποίος συνέχισε την παράδοση που χρονολογείται από το 1836 κι έφτιαξε κι άλλα “συριανά” πιάτα με παραστάσεις που δεν προϋπήρχαν, όπως η Μπουμπουλίνα, ο Κανάρης, ο Γκρέκο και ο Καζαντζάκης».

Έχει γράψει το βιβλίο Μουσικοί Διάλογοι, με 30 ραδιοφωνικές συνεντεύξεις (από τις εκπομπές της στην ΕΡΤ 1984-1987) της με σπουδαίους Έλληνες από το χώρο της μουσικής, έχει εκδώσει βιβλίο βασισμένο στη συλλογή της με τα ακροκέραμα, μόλις κυκλοφόρησε το ιστορικό λεύκωμα με τα πιάτα από τις εκδόσεις Μίλητος. Η συγγραφή είναι ένα πεδίο που τη γοητεύει όλο και περισσότερο; «Υπάρχουν πολύ σπουδαίοι άνθρωποι που γράφουν. Δεν είμαι ένας από αυτούς. Τα βιβλία που έχω κυκλοφορήσει έχουν πολύ συγκεκριμένο αντικείμενο, μια ιστορική αξία. Αν ήταν να είχα γίνει Τσέχοφ και Τολστόι, θα είχε ήδη φανεί! Αν, πάλι, έγραφα αυτά που έχω ζήσει, όχι σαν προσωπική ζωή, αλλά είτε τα ποδοσφαιρικά είτε τα τηλεοπτικά, θα έπρεπε μετά να βγάλω ένα one way εισιτήριο για Βολιβία, Παταγονία, κάπου μακριά και να μη γυρίσω πίσω…».

Μέρος των εσόδων του λευκώματος «Η Ελλάδα μέσα από 231 ιστορικά πιάτα» (την επιστημονική έρευνα της έκδοσης υπογράφει η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, λαογράφος Κατερίνα Κορρέ-Ζωγράφου) πηγαίνει στο Σύλλογο Παιδιών Με Καρκίνο Ελπίδα, ενώ η ιδρύτρια του συλλόγου, Μαριάννα Β. Βαρδινογιάννη, απηύθυνε χαιρετισμό στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε πριν από μερικές ημέρες στο αμφιθέατρο του Μουσείου της Ακρόπολης. «Είναι μια γυναίκα που θαυμάζω απεριόριστα. Το έργο της για την Ελπίδα είναι αξιοθαύμαστο και αποτελεί για όλους μας έμπνευση. Είναι πραγματικά ένα θαύμα αυτό που έχει καταφέρει».

Διαβάστε περισσότερα στο PEOPLE που κυκλοφορεί μαζί με το ΘΕΜΑ.




Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr