Δευκαλίων Κόμης: Ο Κόμης των Πατησίων

Ευγενής, εκφραστικός, αυθεντικός και ανεπιτήδευτος, ο Δευκαλίων Κόμης είναι ο ιθύνων νους, ο δαιμόνιος ιδιοκτήτης των τριών bar-restaurants που έχουν το όνομά του και τα οποία επί σχεδόν τρεις δεκαετίες αποτελούν το μυστικό στέκι καλλιτεχνών, πολιτικών και μποέμ δημοσιογράφων

«Θα θυμάμαι για πάντα τον Μίμη Φωτόπουλο και θα τον έχω στην καρδιά μου. Τον γνώρισα όταν του είχε φύγει ένας ηθοποιός από το “Δον Καμίλο” που ετοίμαζε τότε και έκανε ξανά συμπληρωματική ακρόαση. Πήγα λοιπόν και με επέλεξε για τον ρόλο του Νικολέτο. Στο τέλος κάθε παράστασης, όταν ο κόσμος χειροκροτούσε, δεν θα ξεχάσω το χέρι του Φωτόπουλου στην πλάτη μου που με έσπρωχνε προς την πλατεία για να εισπράξω το χειροκρότημα. Ποιος από τους σημερινούς ηθοποιούς έχει τη γενναιοδωρία να κάνει κάτι τέτοιο σε νέο ηθοποιό;» διερωτάται ο Δευκαλίων Κόμης κοιτώντας με βαθιά στα μάτια, ενώ πίνει ακόμα μια μικρή γουλιά από το ποτό του το οποίο είναι σερβιρισμένο σε σφηνοπότηρο. Καθόμαστε στο νεότερο από τα τρία μαγαζιά με το όνομά του -«Κόμης»- στην οδό Λασκαράτου, στην όμορφη γειτονιά Κυπριάδου, ανάμεσα στο Γαλάτσι και τα Πατήσια. Σε ένα γωνιακό τραπέζι, γνωστά πρόσωπα από τον πολιτικό στίβο παίρνουν το δείπνο τους ανάμεσα σε πίνακες καλλιτεχνών και αντικείμενα από θεατρικές παραστάσεις επιβεβαιώνοντας τη φήμη του «Κόμη» ως στέκι ηθοποιών, δημοσιογράφων και πολιτικών. Εξάλλου και ο ίδιος ήταν, είναι και θα είναι ηθοποιός. Από αυτούς τους παλιάς κοπής ηθοποιούς του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.

Στο επίκεντρο της συζήτησής μας παραμένει ο αξέχαστος Μίμης Φωτόπουλος. «Του είχαν δώσει τότε, θυμάμαι, ως βραβείο 1.000.000 δραχμές για τα “50 χρόνια του Μίμη Φωτόπουλου”. Τις 500.000 τις μοίρασε στον θίασο! Αυτός ήταν ο Μίμης Φωτόπουλος. Τότε μόλις είχα ανοίξει το μαγαζί και μετά την παράσταση ερχόταν και μου συμπαραστεκόταν στο νέο μου βήμα. Οργανώναμε ποιητικές βραδιές με τον Πλούταρχο Ρεμπούτσικα να τον συνοδεύει στο πιάνο, διότι έγραφε και πολύ ωραία ποιήματα. Επίσης έφτιαχνε πάρα πολύ ωραίους πίνακες με κολάζ από κομματάκια γραμματοσήμων. Στην αρχή, όταν είχα αγοράσει το μαγαζί και δεν είχα ακόμα τίποτε άλλο για τη διακόσμηση, είχα πάει σπίτι του και μου τους έδωσε όλους μέχρι να μπορέσω σιγά-σιγά να πάρω μερικά πράγματα. Ετσι το πρώτο μου ντεκόρ ήταν αυτό! Οσους μήνες τούς είχα κοιμόμουν μέσα στο μαγαζί διότι φοβόμουν μήπως τους κλέψει κανείς», λέει και γελάει.



Το 1986 αγόρασα το πρώτο μπαρ
Στο ευγενικό και συνάμα θρασύ γέλιο του βλέπεις ξαφνικά τον Κρητικό. «Η μητέρα μου πέθανε πολύ νέα από καρκίνο του μαστού όταν ήμουν 5 χρονών κι έτσι ο πατέρας μου αποφάσισε να κλείσει το εστιατόριο που είχε στην Κρήτη και να μετακομίσουμε όλοι, μαζί με τα τέσσερα αδέλφια μου, στην Αθήνα. Η πρώτη μου γειτονιά ήταν η Ακαδημία Πλάτωνος», διηγείται βουτώντας βαθιά στο παρελθόν του. «Πούλαγα λεμονάδες, πορτοκαλάδες, σάμαλι και κοκ στους κινηματογράφους του κέντρου, οι οποίοι τότε παίζανε τις λεγόμενες τσόντες. Θυμάμαι πήγαινα στον μηχανικό και του έλεγα: “Κύριε Μίμη, κράτα το διάλειμμα 5 λεπτά να πουλήσω κάτι παραπάνω” και του έδινα και ένα δεκάρικο. Μέσα στους κινηματογράφους έμαθα κάτι λίγα για το πώς λειτουργούσαν τα σινεμά κaι έτσι στη συνέχεια μετέφερα τις μικρές μπομπίνες από τη μία αίθουσα στην άλλη ώστε να παίζουν το ίδιο έργο σχεδόν ταυτόχρονα, μια δουλειά που λεγόταν “σύγχρονη”. Η δουλειά ήταν δύσκολη αλλά τα λεφτά καλά και κατάφερνα να συντηρώ την οικογένειά μου. Eτσι μετακομίσαμε στην υπέροχη αυτή περιοχή όπου έχω τώρα τα μπαρ. Το 1986 τα αγόρασα. Δεν ήταν έτσι όταν τα πήρα, χρειάζονταν ανακαίνιση. Και δεν τα πήρα όλα μαζί. Τα αγόραζα ανά επτά χρόνια. Το δύσκολο ήταν να μαζέψω δραχμή-δραχμή το ποσό για να πάρω -και κυρίως να ανακαινίσω- το πρώτο. Μετά το ένα έβγαζε λεφτά για να αγοραστεί και να φτιαχτεί το επόμενο».

Τον ρωτάω γιατί ένας πολλά υποσχόμενος ηθοποιός παίρνει το ρίσκο να ανοίξει ένα μπαρ σε μια απομακρυσμένη από τα στέκια της εποχής περιοχή. Η εξήγηση είναι κάπως παράδοξη. «Επαιζα με την Αλίκη ένα καλοκαίρι στο “Aννυ”, το μιούζικαλ όπου έκανα πέντε ή έξι ρόλους. Τραγουδούσα, χόρευα, τα έλεγα κιόλας. Η Βουγιούκλω, όπως την έλεγα, με είχε προσέξει. Τον επόμενο χρόνο ανέβασε την “Εβίτα” με τον Βλάσση Μπονάτσο. Μου είπε ότι με ήθελε και θα μου έδινε έναν συγκεκριμένο ρόλο. Τελικά, όμως, δεν μου τον έδωσε. Τον πήρε ένας άλλος πολύ σημαντικός ηθοποιός, αλλά εγώ εν τω μεταξύ το είχα πει και σε φίλους μου και όταν δεν έγινε με πείραξε πολύ. Δεν ήθελα πάλι να είμαι στον χορό και σηκώθηκα κι έφυγα τελείως από τον θίασο. Καθόμουν λοιπόν μετά από αυτό και αναρωτιόμουν: “Και τώρα, τι θα κάνω;”. Μέσα στην απογοήτευσή μου και τη μαύρη στενοχώρια μου αποφάσισα να ανοίξω το πρώτο μαγαζί.

Ετσι, λοιπόν, νιώθω ότι οφείλω την απόφαση στη Βουγιούκλω. Τη συνέχεια και την επιτυχία την οφείλω σε όλους τους φίλους μου τους ηθοποιούς που έρχονταν για να με στηρίξουν. Ο Θύμιος Καρακατσάνης, τον οποίο υπεραγαπούσα και τον είχα σαν δεύτερο πατέρα, ο Γιάννης Βόγλης, ο Μπάμπης Σαρηγιαννίδης και πάρα πολλοί άλλοι που έρχονταν πολύ συχνά και έφερναν και τις παρέες τους. Το παρατσούκλι μου, δε, ήταν “Aγιος Δευκαλίωνας, ο προστάτης των φτωχών αλκοολικών”, διότι οι περισσότεροι ηθοποιοί έπιναν τσάμπα αφού δεν είχαν λεφτά.

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ επίσης ήταν θαμώνας, δεν έφευγε αν δεν έτρωγε από την αδελφή μου, την Αριστέα», λέει με περηφάνια και συνεχίζει: «Είμαι πολύ τυχερός που είχα κοντά μου την αδελφή μου, η οποία μου στάθηκε σαν μάνα. Είμαστε μαζί και στα επιχειρηματικά, διότι μαγειρεύει καταπληκτικά. Ο Παπαμιχαήλ, λοιπόν, τις περισσότερες γιορτές του τις έκανε εδώ.

Και τι δεν του ετοιμάζαμε. Από ντολμαδάκια και πίτες κρητικές με μυζήθρα μέχρι λαγό στιφάδο. Ερχόταν σε καθημερινή βάση, το είχε σαν σπίτι του, και στην Αριστέα εξομολογούνταν τα πάντα. Είχε πολύ πόνο μέσα του. Εμείς που τον ζήσαμε στα τελευταία του το ξέραμε. Στο τέλος δεν μπορούσε να περπατήσει και καλά και τον βοηθούσαν τα παιδιά στην είσοδο να ανέβει τα σκαλοπάτια. Οταν ερχόταν παίζαμε τα τραγούδια του και τα τραγουδούσαμε όλοι μαζί». Κάνει μια μικρή παύση.


Ο φίλος του, ο Νικήτας (Κακλαμάνης)
Αν και -όπως μου λέει- η πολιτική τον απωθεί, έχει βρεθεί κατά καιρούς εμπλεκόμενος στα κοινά, με στόχο να καταφέρει να υλοποιήσει μια ατζέντα πολιτιστικής ανάστασης όχι μόνο του κέντρου της Αθήνας, αλλά και αρκετών περιφερειακών δήμων. «Με τον αδελφικό μου φίλο Νικήτα Κακλαμάνη δώσαμε τη μάχη σε διάφορα θέματα του Δήμου Αθηναίων, όπου ήμουν για πολλά χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής.

Ο Νικήτας χάρισε ζωή σε έρημα θεατράκια που ήταν παρατημένα, όπως αυτό στο Αττικό Αλσος στον περιφερειακό Γαλατσίου. Οταν πήρε ο Νικήτας τον δήμο, τον έβαλα στο τριπάκι να δούμε τι θα κάνουμε με όλα αυτά τα θεατράκια. Ετσι μου έδωσε το OK να οργανώσουμε ένα φεστιβάλ, αλλά και να δημιουργήσουμε στις γειτονιές εστίες πολιτισμού - μουσικής και θεάτρου. Χρησιμοποίησα τις επαφές μου, τους φίλους μου και φέραμε πάνω από εκατό παραστάσεις. Ξανανοίξαμε πολλά θέατρα και αναβαθμίσαμε τις γειτονιές. Είχαμε φέρει μέχρι και τον Μάριο Φραγκούλη», καταλήγει. Τα ίδια φεστιβάλ έκανε αργότερα και σε πολλές άλλες περιοχές της Αθήνας, όπως στον Δήμο Γαλατσίου αλλά και τον Δήμο Αχαρνών με το ανοιχτό θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης». Καθώς ξεφυλλίζουμε τα μεγάλα άλμπουμ με τις φωτογραφίες του από παραστάσεις τις οποίες διοργάνωσε, τον ρωτάω από πού πήρε το ασυνήθιστο όνομά του. «Ο αδελφός του πατέρα μου είχε τυπογραφείο στη Λαμία και τύπωνε παράνομα προκηρύξεις κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Οταν λοιπόν τον σκότωσαν οι Γερμανοί, ο πατέρας μου ο Στρατής μού έδωσε το όνομά του», μου αποκρίνεται με ένα πικρό χαμόγελο, και προσθέτει: «Οταν πέθανε πια και ο πατέρας μου, αντί να κάνω ένα εκκλησάκι, έφτιαξα στην Κρήτη, στον τόπο όπου γεννήθηκα, ένα μικρό ξενοδοχείο. Εχει δεκαπέντε studios και κάθε δωμάτιο έχει τη δική του ιστορία. Μοιάζει με ένα σκηνικό από κάποιο θεατρικό στο οποίο έχω παίξει ή έχει αναφορές από μνήμες και εμπειρίες μου. Ονόματα δεν έχω δώσει στα δωμάτια - εκτός από ένα που έχει το όνομα του Θύμιου Καρακατσάνη και είναι γεμάτο από φωτογραφίες του.

Το έχω χτίσει πάνω στο Λιβυκό πέλαγος και από κει έχουν περάσει όλοι οι φίλοι μου. Μέχρι και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Κάρολος Παπούλιας, το είχε επισκεφθεί πριν κάποια χρόνια», επισημαίνει.Το μπαρ του μαγαζιού έχει πια γεμίσει. Η μουσική έχει δυναμώσει. Ο Κόμης συνεχίζει να πίνει αργά το ποτό του από το σφηνοπότηρο. Καθώς φεύγω, ένας ασπρομάλλης πολιτικός μπαίνει μέσα και τον χαιρετά από μακριά. Και η νύχτα συνεχίζεται...
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr