Η συνήθεια που έγινε μανία

Χαλαρωτική και διασκεδαστική, η ελληνική βερσιόν του format της βρετανικής εκπομπής «Come Dine With Me» κερδίζει 25άρια στην αρένα της τηλεθέασης, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως μεταμοντέρνο τηλεοπτικό λαογραφικό μουσείο

Ολοι το έχουν πετύχει -τουλάχιστον σε ζάπινγκ- λίγο μετά το δελτίο ειδήσεων στον ALPHA. Κανένας δεν άλλαξε κανάλι. Εμειναν εκεί να το κοιτούν αποσβολωμένοι και να συμμετέχουν στη βαθμολογία των πιάτων -ακόμα κι αν δεν τα γεύτηκαν- με γερές δόσεις ένοχης απόλαυσης.

Το «Κάτι Ψήνεται» έχει αυτό το κάτι που θέλεις, που θα σε κάνει σαν τρελός να το θέλεις, όπως τραγουδούσε κάποτε η Καίτη Γαρμπή. Εχει το σεμεδάκι του πάνω από την τηλεόραση που σου θυμίζει τη γιαγιά σου. Εχει το νερουλό του σουφλέ τυριών που δεν στέκεται στο ύψος του στο πιάτο και σου θυμίζει την πρώτη απόπειρα του συντρόφου σου να σου μαγειρέψει. Εχει αυτά τα γνώριμα αρώματα από φαγητά που τα έχεις φάει στο οικογενειακό τραπέζι και όχι αποκλειστικά τρούφες και φουαγκρά.

Εχει τους ανθρώπους που γνωρίζεις από τη γειτονιά ή από τα καλοκαίρια σε κάποιο χωριό και τα αυθόρμητα σχόλιά τους αντί για τη γνώριμη τηλεοπτική προβαρισμένη χαριτωμενιά. Και έχει και τη φωνή του stand-up comedian Γιώργου Χατζηπαύλου (αυτή την εποχή παίζει στη σόλο παράσταση «(Ακόμα πιο) Δύσκολα τα πράγματα» στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης), η οποία με τις παύσεις, τις εντάσεις και τα γυρίσματά της στον σχολιασμό των φάσεων του παιχνιδιού θα μπορούσε να σε κάνει να χαμογελάς ακόμα κι αν διάβαζε τις οδηγίες χρήσης της καφετιέρας. Πόσο μάλλον όταν κεντάει πάνω στα κείμενα του γνωστού για την πένα του δημοσιογράφου Νίκου Ζαχαριάδη και της ταλαντούχας ηθοποιού και κειμενογράφου Χριστίνας Μητροπούλου. Ναι, το «Κάτι Ψήνεται» είναι εθιστικό, αγχολυτικό και ηρεμιστικό - σαν τα Lexotanil. Γι’ αυτό άλλωστε αποδείχτηκε slot winner, δηλαδή πρώτο στη ζώνη του, όλες τις σεζόν που έχει παιχτεί -ήτοι από το 2009- στο δυναμικό κοινό 15-44 το οποίο και κυνηγούν όλες ανεξαιρέτως οι τηλεοπτικές παραγωγές.



Ο Γιώργος Χατζηπαύλου

Και για να μιλάμε με νούμερα, το «Κάτι Ψήνεται» κατάφερε πέρυσι να ανεβάσει το θερμόμετρο της τηλεθέασης μέχρι το 25,2%. Την ώρα που οι πολλοί από τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ -όπου Ιερουσαλήμ η γνωστή τηλεοπτική ζώνη «τζιζ»- βλέπουν τα νούμερα με το μονοκιάλι του Μπαρμπαρόσα. Ωστόσο, αν φιλοδοξείς μετά το 45λεπτο επεισόδιό του να έχεις εμπλουτίσει τις μαγειρικές σου γνώσεις, μην το δεις. Αν πιστεύεις ότι το φαγητό είναι ιερό και -μαζί με τα θεία- ανήκει σε αυτά με τα οποία δεν πρέπει ποτέ να αστειεύεσαι, μην το δεις. Αν είσαι αλλεργικός στο χιούμορ και το middle name σου είναι «σοβαροφάνεια», μην το δεις. Στην καλύτερη θα απογοητευτείς, στη χειρότερη θα εκνευριστείς. Διότι στο «Κάτι Ψήνεται» το φαγητό δεν είναι ο πρωταγωνιστής.

Αν κάναμε μια αναγωγή στη λογοτεχνική σφαίρα, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια ηθογραφία η οποία σκιαγραφεί με ακρίβεια τις συνή­θειες -μαγειρικές και μη- όχι μόνο των ανθρώπων-παικτών, αλλά και όσων ζουν μαζί τους στο σπίτι και των οικογενειών από τις οποίες προέρχονται. Οι φιλοπερίεργες κάμερες του «Κάτι Ψήνεται» δεν στέκονται μόνο πάνω από τις κατσαρόλες όπου όντως κάτι ψήνεται, αλλά τρυπώνει μέσα στις ζωές των παικτών από την κλειδαρότρυπα. Ανοίγουν τα ντουλάπια τους και ψάχνουν τα συρτάρια τους.

Κάνουν ζουμ στις προσωπικές φωτογραφίες τους. Αλλά δεν πειράζει. Διότι οι έξω καρδιά άνθρωποι, που συνήθως φιλοξενούνται στην εκπομπή και ανοίγουν τα σπίτια τους για να υποδεχτούν κάθε εβδομάδα άλλους τέσσερις συμπαίκτες των οποίων τους ουρανίσκους καλούνται να συναρπάσουν με τα πιάτα τους, νιώθουν και μεταφορικά σαν στο σπίτι τους - εφόσον κυριολεκτικά βρίσκονται σε αυτό. Τόσο δε που σε προηγούμενο κύκλο ο 20χρονος αρραβωνιαστικός μιας κοπέλας που συμμετείχε από τη Θεσσαλονίκη έβγαλε στο τέλος του δείπνου το μονόπετρο και της έκανε την πιο τρυφερή -σαν την καρδιά ενός μαρουλιού- πρόταση γάμου on air. Κι αν η -παντρεμένη πλέον- από τη Θεσσαλονίκη παίκτρια είχε φτιάξει μπουγάτσα, οι τοπικές ελληνικές σπεσιαλιτέ δεν είναι οι μόνες που έχουν σερβιριστεί κατά τη διάρκεια των έξι κύκλων του ιδιαίτερου αυτού μαγειρικού ριάλιτι. Ετσι, εκτός από τα πιο κλασικά ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά και γερμανικά πιάτα, έχουμε παρακολουθήσει με περίσσιο ενδιαφέρον προτάσεις από τη Συρία, τον Λίβανο, την Αίγυπτο, τη Ρωσία, την Κούβα, την Πολωνία, αλλά κι ένα ολόκληρο μενού εμπνευσμένο από τη φυλακή! Εκτός όμως του ότι δεν γνωρίζει σύνορα, το «Κάτι Ψήνεται» δεν γνωρίζει ούτε ηλικίες αφού ο νεαρότερος παίκτης του που έπιασε τις κουτάλες ήταν 16 και η μεγαλύτερη παίκτρια μια συνταξιούχος 76 Μαΐων.



Παγκόσμιος εθισμός

Η σαρωτική επιτυχία της συγκεκριμένης εκπομπής δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, όσο ξεχωριστοί και ιδιαίτεροι κι αν πιστεύουμε πως είμαστε ως λαός. Το format της εκπομπής βασίζεται στο βρετανικό «Come Dine With Me», το οποίο διανέμεται από την εταιρεία ITV Studios και πρωτοπροβλήθηκε στον αέρα του CHANNEL 4 το 2005, αν και με ελαφρώς μικρότερη διάρκεια από την ελληνική -μαξιμαλιστική- βερσιόν. Την πρωτοπόρο Βρετανία ακολούθησαν άλλες 30 χώρες, από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, τον Καναδά και τη Ρωσία μέχρι την Ινδία, τη Βραζιλία, τη Νότιο Αφρική, το Ισραήλ και το Ιράν!

Ενδεικτικά είναι τα νούμερα τηλεθεατών της εκπομπής, η οποία στη γενέτειρά της κατάφερε να κατατροπώσει τεράστια τηλεοπτικά hits όπως το «Big Brother» και το «Master Chef», τα οποία υπολογίζονται περί τα δυόμισι εκατομμύρια. Στο format του «Come Dine With Me» κανείς δεν αποχωρεί, κανείς δεν πληγώνεται. Ολοι είναι ευτυχισμένοι, καλοφαγωμένοι κι ένας εξ αυτών είναι επιπλέον ο τυχερός νικητής που θα κερδίσει το έπαθλο των 1.000 βρετανικών λιρών. Στο ελληνικό «Κάτι Ψήνεται» ο τυχερός παίρνει αντιστοίχως 1.000 ευρώ. Αυτά τα 1.000 την εβδομάδα μέχρι στιγμής έχουν φτάσει τα 210.000 ευρώ, τα οποία και έχουν αποδοθεί στους πιο άξιους της κουζίνας κατά τη διάρκεια 700 απολαυστικών επεισοδίων. Ανάμεσα σε αυτά συγκαταλέγονται και τρία special, με celebrities.

Οι χρυσές τετράδες στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η Μαρία Ανδρούτσου μαζί με τον Κωνσταντίνο Αγγελίδη, τον Ζακ Στεφάνου και τη Μαρία Καλπάκη, η Σίσσυ Φειδά μαζί με τον Φώτη Σπύρο, τον Γιώργο Σατσίδη και την Ελενα Παπαβασιλείου και η Αλίνα Κωτσοβούλου μαζί με τη Σόφη Πασχάλη, τον Παναγιώτη Χατζηδάκη και τον Γιώργη Λαμπαθάκη.

Οι τηλεοπτικές κουζινομαχίες φυσικά συνεχίζονται με αμείωτη ένταση. Ηδη ο Οκτώβριος έκλεισε με 24,8% στο δυναμικό κοινό. Και ίσως αυτό να συμβαίνει για μοναδική φορά όχι εξαιτίας της νέας τάσης που θέλει σώνει και καλά να μας μάθει πώς χτυπάμε μια σωστή, επαγγελματική μαρέγκα, αλλά γιατί αυτό που μας λείπει τελικά είναι το πηγαίο γέλιο και το καλώς εννοούμενο πείραγμα μεταξύ ανθρώπων που αποδίδουν στο τυρομπουρεκάκι ακριβώς όση αξία έχει.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr