Μάκης Παπαδημητρίου: Από τρελός επιστήμων στους πιο τρελούς ρόλους

Στη γνωστή διαφήμιση της κινητής τηλεφωνίας ο Μάκης Παπαδημητρίου τυλίγει σε χρόνο-ρεκόρ έναν γύρο - στην πραγματική ζωή φτιάχνει αντίστοιχα γρήγορα έναν κύβο του Ρούμπικ, αλλά σκαρφίζεται και τους πιο δύσκολους ρόλους. Ως παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ ή ως ευφυής και τρελός επιστήμων, ο Παπαδημητρίου έχει πολλές πλευρές που δικαιολογούν γιατί είναι ένας σπουδαίος ηθοποιός

Οσες φορές κι αν συναντήσεις τον Μάκη Παπαδημητρίου, η πρώτη εικόνα που σου έρχεται στον νου είναι αυτή του παιδιού στη γωνία που ανεβαίνει τελευταίο στη σκηνή και κάνει την έκπληξη. Με μια απλή κίνηση -αποτέλεσμα ενός αστείρευτου ταλέντου-, σαν αυτή που μέσα σε λίγα δεύτερα δημιουργεί ένα νόστιμο έδεσμα στη διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας, ο γνωστός ηθοποιός καταφέρνει στο άψε σβήσε να φτιάχνει ένα ολόκληρο σύμπαν. Το τι συμβαίνει στο άπειρο σύμπαν ήταν άλλωστε το μόνιμο ερώτημα που έθετε στον εαυτό του μετά τον αντίστοιχα ατελείωτο κόσμο των ρόλων που ερμηνεύει πάντα με επιτυχία, χρόνια τώρα, στην τηλεόραση, στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Γεγονός όχι τυχαίο, αφού οι φίλοι του, οι γνωστοί και οι συνάδελφοί του γνωρίζουν καλά ότι αν ο Παπαδημητρίου δεν ήταν ηθοποιός, θα ήταν φυσικός - και όχι επειδή αυτό μελέτησε και σπούδασε, αλλά γιατί αυτό τον βασανίζει ακόμη.

Οι μεγάλοι του ρόλοι έχουν σχέση με την ερμηνεία της Φυσικής, οι κινήσεις του πάντα κατευθύνονται από τη Θεωρία της Σχετικότητας, ο ελεύθερος χρόνος του δεν καλύπτεται από το χάζεμα ανούσιων σίριαλ αλλά από ασκήσεις Φυσικής τις οποίες προσπαθεί να λύσει με επιμονή και πάθος. Την τελευταία φορά που τον συνάντησα για συνέντευξη στα παρασκήνια της παράστασης «Πλούτος» του Αριστοφάνη υπό τις σκηνοθετικές υποδείξεις του Διονύση Σαββόπουλου, πέρυσι το καλοκαίρι, τον θυμάμαι να μου μιλάει για τα πράγματα που αγαπά λύνοντας σε κλάσματα δευτερολέπτου έναν κύβο του Ρούμπικ. Αυτό που εμείς προσπαθούσαμε ημέρες και μήνες με απελπισία όταν ήμασταν μικρά παιδιά, εκείνος κατάφερε να το κάνει χωρίς καν προσπάθεια. Βλέποντάς με να τον κοιτάω αποσβολωμένη δεν μπόρεσε να μην παραδεχτεί με κάποια ντροπή, όπως όλα τα ξεχωριστά που έχει καταφέρει στη ζωή του, ότι, ναι, έχει σπάσει πολλαπλά ρεκόρ στον κύβο του Ρούμπικ - με τον μέσο όρο του να είναι 15 δευτερόλεπτα όταν αυτός της γρηγορότερης λύσης είναι 5 δευτερόλεπτα.


«Ημουν στο δεύτερο έτος του Φυσικού, όταν κάποια στιγμή μια φίλη και γειτόνισσα με παρότρυνενα πάω μαζί της στα μαθήματα μιας θεατρικής ομάδας, στον Φιλοπρόοδο Ομιλο Υμηττού. Στην αρχή πήγα από περιέργεια -ίσως και από βαρεμάρα- και κόλλησα»
Κι ενώ δεν του αρέσει να επαίρεται για τα βραβεία που έχει πάρει, εν προκειμένω καμαρώνει όπως ένα παιδί για τα πρόωρα κατορθώματά του. Ο Μάκης Παπαδημη­τρίου είναι, αν το καλοσκεφτείς, καλός ηθοποιός γιατί οι ρόλοι εγγράφονται πάνω του όπως σε ένα μικρό παιδί. Καθαρός, σεμνός και άμεσος, δεν μπορεί να μην είναι μονίμως περίεργος για την απρόσμενη εξέλιξη που θα έχει το παιχνίδι ενός ρόλου και έτσι παρασύρεται από κάθε νέα πρόκληση με την ανοιχτοσύνη και τον ενθουσιασμό ενός μικρού παιδιού. Η παιδικότητα είναι ίσως η σπουδαιότερη και πλέον αξιομνημόνευτη αρετή του σε ό,τι κι αν κάνει.

Από τη Φυσικομαθητική στο Εθνικό

Με τον αυθορμητισμό ενός μικρού παιδιού, ο γνωστός ηθοποιός αφήνεται στα πράγματα που αγαπάει, όπως στο πάθος του για τις μοτοσικλέτες. Κάτοχος μιας Yamaha XT, άρχισε από μικρός να παθιάζεται με οτιδήποτε είχε τροχούς και έτρεχε πολύ - ήταν κι αυτό συναφές ίσως με τους κανόνες της Φυσικής. Αν δεν ξέρεις τους νόμους περί επιτάχυνσης, ίσως να μην καταλάβεις ποτέ όσα αντιλήφθηκε ο ίδιος ασχολούμενος επαγγελματικά με τις μηχανές. Η επιμονή και η ακρίβειά του, αποτέλεσμα μιας ιδιόρρυθμης τελειομανίας που τον χαρακτηρίζει χωρίς να τη βροντοφωνάζει, τον έκαναν μάλιστα να δημοσιογραφήσει ως συντάκτης του περιοδικού «ΜΟΤΟ». «Οι πιο ωραίοι μήνες της ζωής μου», θα παραδεχτεί ο ίδιος αργότερα σε κάποια από τις συνεντεύξεις του για εκείνους τους εννιά μήνες της μύησής του στον χώρο της δημοσιογραφίας, σε θέματα σχετικά με τα μηχανοκίνητα.

Αργότερα, όμως, ήρθε το Μιλένιουμ, και η έλευση της νέας χιλιετηρίδας βρήκε τον Μάκη Παπαδημητρίου να δίνει εξετάσεις στο Εθνικό και να περνάει πρώτος. Η πρωτιά, όμως, όσο κι αν χαρακτηρίζει ό,τι καταπιάνεται, δεν είναι κάτι που τον βασανίζει και πολύ - μάλλον έρχεται ως επακόλουθο της ευφυΐας και της σχολαστικότητας με την οποία προσεγγίζει το καθετί. Κάπως έτσι έγινε όταν για πλάκα βρέθηκε να παρακολουθεί τα μαθήματα μιας δραματικής σχολής έως ότου αποφάσισε να τελειοποιήσει το χόμπι του και να ασχοληθεί επαγγελματικά πλέον με την ηθοποιία. «Ημουν στο δεύτερο έτος του Φυσικού, όταν κάποια στιγμή μια φίλη και γειτόνισσα με παρότρυνε να πάω μαζί της στα μαθήματα μιας θεατρικής ομάδας, στον Φιλοπρόοδο Ομιλο Υμηττού.



Στην αρχή πήγα από περιέργεια -ίσως και από βαρεμάρα- και κόλλησα», είχε πει σε παλιότερη συνέντευξή του στο «ΘΕΜΑ». «Σιγά-σιγά το χόμπι έγινε προτεραιότητα και αποφάσισα να δώσω εξετάσεις σε δραματική σχολή. Παρότι δεν είχα σκεφτεί να αφήσω το Φυσικό, αφού το αγαπούσα πολύ, η ενασχόλησή μου με την υποκριτική κέρδισε τη μάχη».

Τελικά πέρασε στο Εθνικό και από την αρχή βάλθηκε να κατακτά τα «Αριστα». Από τους φοιτητές-θαύματα, δεν έπαψε να εντυπωσιάζει με ό,τι κι αν μελετούσε, ό,τι και αν ερμήνευε. Οι ρόλοι του ακραίοι και πολυσχιδείς, έχουν σίγουρα κάτι από τον ίδιο: μεταμορφώσεις, έρωτες που αναφέρονται σε φυσικούς νόμους, αλλά και μηχανές και αυτοκίνητα. Στους πρόσφατους και πολύ πετυχημένους «Αστερισμούς», όπου συμπρωταγωνιστούσε μαζί με τη Στεφανία Γουλιώτη, παρομοίαζε τις ανθρώπινες σχέσεις με τους νόμους της Φυσικής και τους κανόνες του σύμπαντος, όπως αντίστοιχα έκανε και στο ρομαντικό και υπέροχο κινηματογραφικό «Χάρισμα», όπου διαφαινόταν ότι τα ετερώνυμα έλκονται στον έρωτα και στη φύση.

Γενικότερα, οτιδήποτε ερμηνεύει ο Παπαδημητρίου, όσο ακραίο και αλλόκοτο κι αν φαντάζει, θα διαθέτει κομμάτια από τον εαυτό του και θα ακροβατεί ιδανικά ανάμεσα στην τρυφερότητα και την ευαισθησία. Επιπλέον, θα διαθέτει τις απαραίτητες δόσεις χιούμορ, αποτέλεσμα της ιδανικής κωμικής ερμηνείας που έχει στο μυαλό του. Ο ίδιος λέει ότι λατρεύει την ευφυΐα κωμικών όπως ο Πίτερ Σέλερς και οι Μόντι Πάιθον, αν και αυτόν που δεν ξεπέρασε ποτέ είναι ο Θανάσης Βέγγος. Σε κάθε περίπτωση, δεν τον πειράζει να στραπατσάρει τον εαυτό του, ούτε τον νοιάζει που δεν έχει την εικόνα του ζεν πρεμιέ.

Ωστόσο έχει ερμηνεύσει ακόμη και τον ερωτύλο γόη στον «Μανδραγόρα» του Μακιαβέλι σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη, ενώ κάτι αντίστοιχο ετοιμάζεται να κάνει στον νέο κινηματογραφικό του ρόλο, στη νέα ταινία που ετοιμάζει ο βραβευμένος Αργύρης Παπαδημητρόπουλος στην Αντίπαρο. Για την ώρα, πρώτη προτεραιότητα έχει το θεατρικό «Τάβλι» που παίζει αυτό τον καιρό στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων με τον Νίκο Κουρή. Πάντα όμως στους ρόλους του αναζητά και εντοπίζει τα δικά του κομμάτια: στο κινηματογραφικό «L» του Μπάμπη Μακρίδη, όπου συμπρωταγωνιστούσε μαζί με τον Αρη Σερβετάλη, υποδύεται τον Μαύρο Ιππέα, αρχηγό σε μια συμμορία μοτοσικλετιστών που έρχεται σε αντιπαράθεση με τους αυτοκινητιστές και τον αντίστοιχα τρομερό αρχηγό τους, τον οποίο ερμηνεύει ο Σερβετάλης. Τέτοιες κόντρες θα πρέπει να θυμάται ο ίδιος να λαμβάνουν χώρα και στην πραγματικότητα στα πέριξ του αεροδρομίου κοντά στην Ηλιούπολη όπου μεγάλωσε.

Οσο όμως και αν ευχαριστήθηκε τους ανοιχτούς δρόμους της γειτονιάς του όταν ήταν μικρός, η καρδιά του χτυπούσε για το κέντρο όπου γεννήθηκε - και συγκεκριμένα την Κυψέλη. Παράδοξο για ένα καλομεγαλωμένο παιδί των νοτίων προαστίων να επιστρέψει στους δρόμους της Κυψέλης, ανάμεσα στα θέατρα, τις χαρτοπαιχτικές λέσχες και τα ιστορικά μπαρ όπως το «Au Revoir» (ένα από τα αγαπημένα του ίδιου), αλλά εκείνος το έκανε μόλις αποφάσισε ότι θέλει να τραβήξει ανεξάρτητη πορεία. Στην Κυψέλη εξακολουθεί να μένει ακόμη και σήμερα και θα τον δει κανείς συχνά να πίνει τον καφέ του στη Φωκίωνος Νέγρη ή να κάνει βόλτες με τον τετράχρονο σήμερα γιο του, τον Αγγελο, στο Πεδίον του Αρεως. Οικογενειάρχης πια, δεν εγκαταλείπει ούτε και τώρα την Κυψέλη και την οδό Κεφαλληνίας όπου διαμένει με την επίσης ηθοποιό και σύζυγό του Κατερίνα Λυπηρίδου, την οποία γνώρισε κατά τη διάρκεια θεατρικών προβών. Το ζευγάρι είναι μαζί εδώ και οκτώ χρόνια και βρέθηκε να συμπρωταγωνιστεί στο θέατρο αλλά και στην τηλεόραση, όπου συναντήθηκαν σε ένα επεισόδιο του «Με λένε Βαγγέλη».

Η παράσταση όπου πρωτογνωρίστηκαν μπορεί να μην ανέβηκε ποτέ, αλλά ο έρωτας έμεινε και οδήγησε τους δύο ηθοποιούς στο δημαρχείο και σε έναν ήρεμο οικογενειακό βίο - αντιστρόφως ανάλογο με τους ρόλους που ερμηνεύει ο Μάκης Παπαδημητρίου κατά καιρούς. Αν εξαιρέσεις τα προσωπικά του, όλα τα άλλα πρέπει για εκείνον να οδηγούνται στα άκρα για να δει αν θα αντέξουν - από τους νόμους της Φυσικής έως τους ρόλους που ερμηνεύει κατά καιρούς. Ερμηνείες που λειτουργούν ως πείραμα, πειράματα που επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες: όπως αυτός του συγκλονιστικού «Συγγραφέα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, τον θεατρικό χώρο με το οποίο έχει συνδέσει τα τελευταία χρόνια το όνομά του. Εκεί είναι που ανέβηκε και το «Motortown», με έναν ρόλο που του χάρισε το Βραβείο Χορν το 2009, όπου ερμήνευε έναν αυτιστικό - οι αδύναμοι χαρακτήρες άλλωστε ήταν πάντα η ειδικότητά του.

Η συνεργασία του με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο στο ίδιο θέατρο, όσο εκρηκτική κι αν είναι, του έχει χαρίσει μια σειρά από επιτυχίες, αλλά και ένα ρεπερτόριο που φέρει αυτούσια τη σφραγίδα του. Αλλά και στην τηλεόραση ο Παπαδημητρίου έχει αφήσει εποχή ως ο ρομαντικός αλλά ψευδός Ζαν-Κλοντ στα «Μαύρα μεσάνυχτα», αλλά και ως θεοπάλαβος συνοδός του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου στο «Με λένε Βαγγέλη».

Πώς νιώθει άραγε που είναι πλέον αναγνωρίσιμος από τον πολύ κόσμο, τον είχα ρωτήσει κάποια στιγμή στα παρασκήνια του «Πλούτου» και κατά πόσο αυτό επηρέασε την πορεία του στο θέατρο; «Σίγουρα νιώθω υπέροχα που ο κόσμος με αναγνωρίζει και μου λέει καλά λόγια», είχε απαντήσει με τη γνωστή σεμνότητα που τον χαρακτηρίζει και συνέχισε: «Οσο όμως και αν βοηθάει η τηλεόραση στην αναγνωρισιμότητα, δεν έχει καμία σημασία για τον κόσμο του θεάτρου. Εκεί αυτό που μετράει είναι το έργο, ο σκηνοθέτης και η ικανότητα του ηθοποιού να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του.

Πάντως ήμουν πολύ τυχερός που και στην τηλεόραση και στο θέατρο συνεργάστηκα με τους κατάλληλους ανθρώπους και ερμήνευσα χαρακτηριστικούς ρόλους - αν δεν ήταν τόσο χαρακτηριστικοί, ίσως να μην τους θυμόταν το κοινό. Ευτυχώς που πρόλαβα και τα καλά σίριαλ, γιατί κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει στο μέλλον». Για τον Μάκη Παπαδημητρίου δεν έχει σημασία η ταμπέλα που θα του βάλεις, αρκεί να ξέρει ότι έχει καταφέρει την καλύτερη, δυνατόν, ερμηνεία του ρόλου.

Οπως δηλαδή ακριβώς και στο σύμπαν όπου τίποτα δεν ορίζεται επακριβώς αφού επικρατεί η αρχή της απροσδιοριστίας, έτσι και στο θέατρο το πεδίο της ερμηνείας είναι πάντα σχετικό και απροσδιόριστο, με τον ίδιο τον Μάκη Παπαδημητρίου να χαρακτηρίζεται εξίσου υπέροχος κωμικός όσο και υποδειγματικά δραματικός ηθοποιός. Η θέση ή η ταχύτητα, λέει η αρχή της απροσδιοριστίας, δεν προσδιορίζονται ακριβώς και εάν προσδιοριστεί η μία, η άλλη παραμένει απροσδιόριστη -αυτή είναι η μαγεία της Φυσικής και η μαγεία των ρόλων για τον γνωστό ηθοποιό-, όπου ο μισός εαυτός επικρατεί και ο άλλος μισός υπάρχει για να τον ακυρώνει. Κι αυτή είναι εν τέλει η επιβλητική και κάπως απροσδιόριστα έντονη γοητεία ενός από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς της γενιάς του.


Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr