22 χρόνια χωρίς τον αιώνιο έφηβο Βλάσση Μπονάτσο: Από τον «Γαρύφαλλο» στους «Απαράδεκτους» και τις ατάκες που έγραψαν ιστορία

Ο άνθρωπος που έκανε το «Φοβερό!» και το «Καλά, με συγχωρείς» τηλεοπτική μόδα - Οι Πελόμα Μποκιού, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, οι μεγάλες επιτυχίες και το ξαφνικό τέλος, σαν σήμερα το 2004

Υπάρχουν καλλιτέχνες που συνδέονται με μια συγκεκριμένη εποχή και άλλοι που καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα όριά της. Ο Βλάσσης Μπονάτσος ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.

Με τα ατίθασα μαλλιά, τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή, το αστείρευτο χιούμορ και μια ενέργεια που έμοιαζε να μην εξαντλείται ποτέ, κατάφερε να γίνει ένα από τα πιο αγαπημένα πρόσωπα της ελληνικής τηλεόρασης.

Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να κάνει το κοινό να γελάσει με μια γκριμάτσα, μια αυθόρμητη αντίδραση ή μια φράση που, στα χείλη οποιουδήποτε άλλου, ίσως να περνούσε απαρατήρητη.

Το «Φοβερό!», το «Τρομερό!», το «Καλά, με συγχωρείς» και το περίφημο «Φύγε εσύ, έλα εσύ» δεν ήταν απλώς ατάκες τηλεοπτικών εκπομπών. Έγιναν μέρος της καθημερινής γλώσσας μιας ολόκληρης γενιάς που μεγάλωσε παρακολουθώντας τον στους «Απαράδεκτους», στις «Κόντρες» και στα «Άλλα κόλπα».

Ο  Μπονάτσος δεν ακολουθούσε την πεπατημένη στην παρουσίαση. Αυτοσχεδίαζε, πείραζε τους καλεσμένους του, γελούσε με τον εαυτό του και μετέτρεπε ακόμη και τις πιο απρόβλεπτες στιγμές σε τηλεοπτικό θέαμα.

Σαν σήμερα, στις 14 Οκτωβρίου 2004, ο Βλάσσης Μπονάτσος έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, σε ηλικία 54 ετών, αφήνοντας πίσω του μια πορεία που πέρασε από τη ροκ μουσική και το θέατρο μέχρι τον κινηματογράφο και τη μικρή οθόνη.

Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, η εικόνα του παραμένει ζωντανή, όπως και η αίσθηση ότι ο άνθρωπος αυτός δεν μεγάλωσε ποτέ πραγματικά. Ίσως γι' αυτό το προσωνύμιο «αιώνιος έφηβος» να του ταίριαζε όσο σε ελάχιστους άλλους.

Από τα πρώτα συγκροτήματα στον «Γαρύφαλλο»

Πολύ πριν γίνει τηλεοπτικός αστέρας, ο Βλάσσης Μπονάτσος ήταν ένα ανήσυχο παιδί που είχε αποφασίσει να ακολουθήσει τη μουσική. Γεννημένος στις 30 Νοεμβρίου 1949, μεγάλωσε σε μια οικογένεια με πατέρα δικαστικό και μητέρα καθηγήτρια πιάνου. Η μουσική βρισκόταν από νωρίς στη ζωή του και ήδη από την εφηβεία του άρχισε να πειραματίζεται με τα συγκροτήματα και τον ήχο της εποχής.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 συμμετείχε στη δημιουργία των «Πελόμα Μποκιού», ενός από τα συγκροτήματα που ξεχώρισαν στην ελληνική ροκ σκηνή των αρχών του 1970.

Το ιδιαίτερο όνομά τους προέκυψε από συλλαβές των επωνύμων των μουσικών που συμμετείχαν στο αρχικό σχήμα (Νίκος ΔαΠΕρης, Νίκος ΛΟγοθέτης, Τάκης ΜΑρινάκης, Βλάσης ΜΠΟνάτσος, Γιάννης ΚΙΟΥρκτσόγλου).


Ο Βλάσης Μπονάτσος επί σκηνής, σε συναυλία στην Ορφέως, το 1975

Σε μια εποχή που το ελληνικό ροκ προσπαθούσε να βρει τη δική του ταυτότητα, οι Πελόμα Μποκιού κατάφεραν να συνδυάσουν τις επιρροές της δυτικής ψυχεδελικής μουσικής με ελληνικό στίχο.

Η μεγαλύτερη επιτυχία τους ήταν ο θρυλικός «Γαρύφαλλος», το τραγούδι που ταυτίστηκε με τη φωνή του Μπονάτσου και εξακολουθεί να θεωρείται χαρακτηριστικό δείγμα του ελληνικού ροκ εκείνης της περιόδου.


Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, συνέχισε τη μουσική του πορεία, ενώ ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να ασχοληθεί με τη μουσική και την υποκριτική.

Η επιστροφή του στην Ελλάδα θα τον έφερνε μπροστά σε μια νέα καλλιτεχνική πρόκληση, αλλά και σε μια γνωριμία που θα απασχολούσε έντονα τη δημοσιότητα.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η σχέση που έγινε πρωτοσέλιδο

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Βλάσσης Μπονάτσος βρέθηκε στο πλευρό της Αλίκης Βουγιουκλάκη στο μιούζικαλ «Εβίτα», που αφηγείται τη ζωή της Εύας Περόν, συζύγου του προέδρου της Αργεντινής Χουάν Ντομίνγκο Περόν.

Ο Μπονάτσος υποδύθηκε τον Τσε, τον αφηγητή και σχολιαστή της ιστορίας, σε μια συνεργασία που αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στη θεατρική του πορεία.

Η συνεργασία αυτή αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στη θεατρική του διαδρομή, αλλά και την αρχή ενός έρωτα που έμελλε να απασχολήσει έντονα τα μέσα ενημέρωσης της εποχής.

Από τη μία, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η απόλυτη σταρ του ελληνικού θεάματος, και από την άλλη, ο νεότερός της Βλάσσης, ένας ροκάς με αντισυμβατική εμφάνιση, εκρηκτικό ταπεραμέντο και έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής. Ήταν ένα ζευγάρι που δύσκολα περνούσε απαρατήρητο.

H Αλίκη Βουγιουκλάκη με τον Βλάσση Μπονατσο καλοκαίρι του 1982 στον Θεολόγο / Φωτογραφία: Άρης Λουπάσης

Η σχέση τους, που διήρκεσε περίπου έξι χρόνια, από το 1982 έως το 1987, έγινε αγαπημένο θέμα των περιοδικών, με τις κοινές τους εμφανίσεις και την προσωπική τους ζωή να απασχολούν συχνά τον Τύπο.


Οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά επί σκηνής στην παράσταση «Βίκτωρ Βικτώρια», τη θεατρική περίοδο 1983-1984. Παρότι οι δρόμοι τους τελικά χώρισαν, ο δεσμός τους παρέμεινε ένα από τα πιο γνωστά κεφάλαια της προσωπικής ζωής του Μπονάτσου.

Ο ίδιος, ωστόσο, δεν έμεινε ποτέ στη σκιά της Αλίκης. Είχε τη δική του ξεχωριστή καλλιτεχνική ταυτότητα, την οποία τα επόμενα χρόνια ανέδειξε ακόμη περισσότερο, κατακτώντας μια ιδιαίτερη θέση στην ελληνική τηλεόραση και στην καρδιά του κοινού.


Οι «Απαράδεκτοι» και ο Βλάσσης που αγαπήθηκε από όλη την Ελλάδα

Το 1991 ήρθε η τηλεοπτική σειρά που θα καθόριζε ένα μεγάλο μέρος της καριέρας του.

Οι «Απαράδεκτοι», η κωμωδία της Δήμητρας Παπαδοπούλου που προβλήθηκε από το Mega, γνώρισαν τεράστια επιτυχία και έμελλε να αποκτήσουν ξεχωριστή θέση στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Πριν από μερικά χρόνια μάλιστα η τηλεοπτική παρέα που έγραψε ιστορία επανενώθηκε και μίλησε με συγκινητικά λόγια για τον δικό του Βλάσση.


Δίπλα στη Δήμητρα Παπαδοπούλου, τον Σπύρο Παπαδόπουλο και τον Γιάννη Μπέζο, ο Μπονάτσος υποδύθηκε ουσιαστικά μια τηλεοπτική εκδοχή του εαυτού του. Ο Βλάσσης της σειράς ήταν αυθόρμητος, απρόβλεπτος, υπερβολικός στις αντιδράσεις του και μονίμως έτοιμος να προκαλέσει αναστάτωση στην παρέα.

Η χημεία των τεσσάρων πρωταγωνιστών, οι διάλογοι και η σάτιρα της καθημερινότητας έκαναν τη σειρά αγαπημένη συνήθεια των τηλεθεατών. Ο Μπονάτσος, όμως, πρόσθεσε κάτι απολύτως προσωπικό: τον τρόπο με τον οποίο άλλαζε τον τόνο της φωνής του, τις γκριμάτσες, τις ξαφνικές εκρήξεις γέλιου και εκείνο το ύφος που έκανε κάθε του αντίδραση να μοιάζει αυθόρμητη.

Μια από τις χαρακτηριστικότερες ατάκες του ήταν το «Καλά, με συγχωρείς», που συνήθως εκφωνούσε με τον δικό του τρόπο.


Το ίδιο συνέβαινε με το «Φοβερό!» και το «Φοβερή περίπτωση!», φράσεις που έμειναν συνδεδεμένες με τον τηλεοπτικό χαρακτήρα του.

Ακόμη και σήμερα, αποσπάσματα των «Απαράδεκτων» κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, θυμίζοντας την εποχή που οι ατάκες μιας τηλεοπτικής σειράς μπορούσαν να γίνουν καθημερινό σημείο αναφοράς.


«Φύγε εσύ, έλα εσύ»

Η επιτυχία των «Απαράδεκτων» άνοιξε τον δρόμο για μια νέα τηλεοπτική πορεία. Ο Μπονάτσος πέρασε στην παρουσίαση τηλεπαιχνιδιών και ψυχαγωγικών εκπομπών, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να κρατήσει μόνος του το ενδιαφέρον του κοινού.

Οι «Κόντρες», που προβλήθηκαν από το Mega, έγιναν μία από τις χαρακτηριστικότερες τηλεοπτικές στιγμές του.

Το παιχνίδι βασιζόταν στο αμερικανικό «Family Feud», με δύο ομάδες να προσπαθούν να μαντέψουν τις δημοφιλέστερες απαντήσεις σε διάφορες ερωτήσεις.

Ωστόσο, αυτό που έκανε την ελληνική εκδοχή να ξεχωρίσει ήταν σε μεγάλο βαθμό η παρουσία του Μπονάτσου. Οι έντονες αντιδράσεις του, τα πειράγματα στους παίκτες και η χαρακτηριστική εκφορά των λέξεων έδιναν στο παιχνίδι έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό.



Ακολούθησαν τα «Άλλα κόλπα», όπου η προσωπικότητά του ταίριαξε ιδανικά με τις τηλεοπτικές φάρσες και τις απρόβλεπτες καταστάσεις, ενώ παρουσίασε επίσης εκπομπές όπως «Βλας Μπακ», «Με φόρα», «Πάμε για άλλα» και «Με το κλειδί στο χέρι».

Εκείνα τα χρόνια, οι χαρακτηριστικές εκφράσεις του είχαν γίνει σχεδόν σήμα κατατεθέν.

Ο Βλάσσης Μπονάτσος με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην πρωτοχρονιάτικη εκπομπή «Άλλα Κόλπα», που προβλήθηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, στις 31/12/1995

Το «Φύγε εσύ, έλα εσύ» συνοδευόταν από τις χαρακτηριστικές κινήσεις των χεριών του, ενώ το «Πάρα πολύ ωραίο!» το τραβούσε τόσο πολύ, που μια απλή επιδοκιμασία μετατρεπόταν σε μικρό τηλεοπτικό σκετς.

Όταν αναφωνούσε «Τρομερό!» ή «Είναι τρομρό!», πολλές φορές η αντίδρασή του ήταν πιο διασκεδαστική και από το ίδιο το γεγονός που σχολίαζε.

Η προσωπική ζωή και ο γάμος με τη Μάρθα Κουτουμάνου και η κόρη του

Πέρα από την επαγγελματική του πορεία, η προσωπική ζωή του Μπονάτσου απασχόλησε αρκετές φορές τη δημοσιότητα. Μετά τη σχέση του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, ένας άλλος σημαντικός σταθμός ήταν η γνωριμία και ο γάμος του με τη Μάρθα Κουτουμάνου, κόρη της Ζωής Λάσκαρη.


Οι δυο τους παντρεύτηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και απέκτησαν μία κόρη, τη Ζένια.

Η πατρότητα αποτέλεσε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του, χωρίς όμως να αλλάξει τη χαρακτηριστική εικόνα του αυθόρμητου και γεμάτου ενέργεια καλλιτέχνη που γνώριζε το κοινό.

Παρά την πολυετή παρουσία του στη δημοσιότητα, ο ίδιος μπορούσε να είναι ιδιαίτερα προστατευτικός με τις προσωπικές και οικογενειακές του στιγμές.

Ο ξαφνικός θάνατος

Τα ξημερώματα της Πέμπτης 14 Οκτωβρίου 2004, η είδηση του θανάτου του Βλάσση Μπονάτσου προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο κοινό που τον είχε αγαπήσει.

Ο ηθοποιός και τραγουδιστής μεταφέρθηκε στις 5:10 το πρωί στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Αθήνας, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Σύμφωνα με το ιατροδικαστικό πόρισμα, η αιτία ήταν αποφρακτική οιδηματώδης λαρυγγίτιδα, η οποία προκάλεσε ασφυξία.

Ο Βλάσσης Μπονάτσος έφυγε νωρίς, αλλά άφησε πίσω του κάτι που δεν μετριέται μόνο σε επιτυχίες, τηλεθεάσεις και τραγούδια. Tις αναμνήσεις μιας ολόκληρης γενιάς που γέλασε μαζί του.

Και ίσως, αν μπορούσε να σχολιάσει όλη αυτή την αγάπη 22 χρόνια μετά, να αντιδρούσε με τον πιο γνώριμο τρόπο. Ένα πλατύ χαμόγελο και το χαρακτηριστικό του «Καλά, με συγχωρείς!».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr