Βασίλειος Ζαχάρωφ, ο Έλληνας «έμπορος του θανάτου» που έγινε ένας από τους πιο μυστηριώδεις ανθρώπους της Ευρώπης
06.10.202607:47
Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1849 - Από τα δύσκολα νεανικά του χρόνια έφτασε να γίνει ένας από τους ισχυρότερους εμπόρους όπλων - Έχτισε μια αμύθητη περιουσία και έναν μύθο γεμάτο μυστικά, πολιτικές διασυνδέσεις και αμφιλεγόμενες συμφωνίες
Υπάρχουν άνθρωποι των οποίων η ζωή γίνεται θρύλος μετά τον θάνατό τους. Στην περίπτωση, όμως, του Βασίλειου Ζαχάρωφ, ο θρύλος είχε αρχίσει να χτίζεται όσο ακόμη ζούσε και, σε σημαντικό βαθμό, με τη δική του συμβολή.
Ήταν Έλληνας, αλλά απέκτησε περισσότερες από μία υπηκοότητες. Ξεκίνησε από μια οικογένεια με περιορισμένα οικονομικά μέσα και κατέληξε να κινείται ανάμεσα σε πρωθυπουργούς, βασιλιάδες, τραπεζίτες και στρατηγούς. Πούλησε όπλα σε κράτη που φοβούνταν το ένα το άλλο, επένδυσε σε τράπεζες, πετρέλαιο, ναυπηγεία και καζίνο και συγκέντρωσε μια τεράστια περιουσία.
Όσο όμως μεγάλωνε η ισχύς του, τόσο δυσκολότερο γινόταν να διαχωριστούν τα πραγματικά γεγονότα από τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν γύρω από το όνομά του. Ο ίδιος δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να μιλήσει για το παρελθόν του και πολλές από τις εντυπωσιακότερες αφηγήσεις για τα νεανικά του χρόνια προέρχονται από μεταγενέστερες βιογραφίες και μαρτυρίες που δεν είναι πάντοτε δυνατόν να επιβεβαιωθούν.
Ο Τύπος της εποχής τού απέδωσε χαρακτηρισμούς όπως «έμπορος του θανάτου», «άρχοντας του σκότους» και «μυστηριώδης άνθρωπος της Ευρώπης», ενώ ο Ζαχάρωφ κάθε άλλο παρά προσπάθησε να διαλύσει το πέπλο μυστηρίου που τον περιέβαλλε.
Από Βασίλειος Ζαχαρίου σε... Basil Zaharoff
Ο Ζαχάρωφ γεννήθηκε σαν σήμερα στις 6 Οκτωβρίου 1849 στα Μούγλα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από Έλληνες γονείς. Ακόμη και για τα πρώτα χρόνια της ζωής του οι πηγές δεν συμφωνούν σε όλα.
Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, το οικογενειακό επίθετο ήταν Ζαχαρίου και απέκτησε τη ρωσική κατάληξη «ωφ» όταν η οικογένεια βρέθηκε στη Ρωσία μετά τους ανθελληνικούς διωγμούς στην Κωνσταντινούπολη. Αργότερα επέστρεψε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και εγκαταστάθηκε στα Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης.
Τα παιδικά και νεανικά χρόνια του Ζαχάρωφ απείχαν πολύ από τη ζωή του βαθύπλουτου κοσμοπολίτη που θα ακολουθούσε. Η οικογένεια αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και ο νεαρός Βασίλειος αναγκάστηκε να εργαστεί από νωρίς, κάνοντας διάφορες δουλειές.
Photo by Imagno/Getty Images
Μεταξύ άλλων εργάστηκε ως δραγουμάνος, δηλαδή ως διερμηνέας και συνοδός ξένων επισκεπτών στην Κωνσταντινούπολη.
Η δουλειά αυτή τού επέτρεψε να βελτιώσει τα αγγλικά και τα γαλλικά του και να αποκτήσει την άνεση στις επαφές με ξένους που αργότερα θα αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα όπλα του στις διεθνείς επιχειρηματικές διαπραγματεύσεις.
Η κατηγορία για υπεξαίρεση και η επιστολή στο παλτό
Στη συνέχεια εργάστηκε σε εμπορική επιχείρηση συγγενικού του προσώπου στον Γαλατά. Από εδώ και πέρα, όμως, η ιστορία αρχίζει να καλύπτεται από εκείνη την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της νεανικής ζωής του Ζαχάρωφ.
Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, δεν ήταν απλώς υπάλληλος αλλά είχε γίνει συνέταιρος στην επιχείρηση. Όταν προέκυψε διαφωνία για τα χρήματα που θεωρούσε ότι δικαιούνταν, πήρε ένα ποσό από το ταμείο και έφυγε για την Αγγλία, όπου βρέθηκε αντιμέτωπος με κατηγορία για οικονομικές ατασθαλίες.
Μία από τις γνωστότερες ιστορίες θέλει τον Ζαχάρωφ, λίγο πριν από τη δίκη, να ανακαλύπτει μέσα στο παλτό του μια επιστολή που αποδείκνυε ότι είχε αναγνωριστεί ως συνέταιρος και επομένως είχε δικαίωμα στα χρήματα. Η αφήγηση αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές αργότερα, χωρίς όμως όλες οι λεπτομέρειές της να μπορούν σήμερα να θεωρηθούν απολύτως εξακριβωμένες.
Μετά την περιπέτεια αυτή βρέθηκε στην Αθήνα, όπου γνώρισε τον Στέφανο Σκουλούδη, μία γνωριμία που αποδείχθηκε πολύ σημαντικότερη από όσο θα μπορούσε τότε να φανταστεί.
Ο Σκουλούδης δεν ήταν ένας τυχαίος Αθηναίος επιχειρηματίας. Γεννημένος και ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη, είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία από το εμπόριο και τις τραπεζικές δραστηριότητες και το 1871 είχε συμμετάσχει, μαζί με τον Ανδρέα Συγγρό και άλλους επιχειρηματίες, στην ίδρυση της Τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως.
Διατηρούσε παράλληλα επαφές με την ελληνική κυβέρνηση και θεωρούνταν γνώστης των σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αργότερα μπήκε ενεργά στην πολιτική και έφτασε να γίνει πρωθυπουργός της Ελλάδας το 1915.
Όταν λοιπόν γνώρισε τον Ζαχάρωφ, ήταν ήδη ένας άνθρωπος με χρήματα, επιρροή και διεθνείς διασυνδέσεις. Η εμπιστοσύνη που του έδειξε έμελλε να αλλάξει τη ζωή του νεότερου Έλληνα.
Η παράξενη ιστορία του «θανάτου» του και η μεγάλη ευκαιρία
Από αυτή την περίοδο προέρχεται και μία από τις πιο παράξενες ιστορίες της ζωής του Ζαχάρωφ. Σύμφωνα με μεταγενέστερες αφηγήσεις, όταν ένας Καναδός κρατούμενος σκοτώθηκε επιχειρώντας να αποδράσει από φυλακή στην Αθήνα, δημοσίευμα τον ταύτισε λανθασμένα με τον Ζαχάρωφ, ο οποίος βρισκόταν τότε εκτός Ελλάδας.
Λέγεται ότι χρειάστηκε να επιστρέψει στην Αθήνα για να αποδείξει ότι ήταν ζωντανός. Όπως συμβαίνει με αρκετά επεισόδια αυτής της περιόδου, η ιστορία έχει επαναληφθεί πολλές φορές, αλλά δεν είναι όλες οι λεπτομέρειές της επαρκώς τεκμηριωμένες.
Αυτό που είναι σαφώς σημαντικότερο είναι ότι ο Σκουλούδης συνέβαλε στο να ανοίξει για τον Ζαχάρωφ η πόρτα της πολεμικής βιομηχανίας. Μέσω των γνωριμιών του συνδέθηκε με την επιχείρηση του Τόρστεν Νόρντενφελτ, Σουηδού μηχανικού και επιχειρηματία που είχε αναπτύξει νέα οπλικά συστήματα και προσπαθούσε να τα προωθήσει στις ευρωπαϊκές αγορές.
Το 1877 ο Ζαχάρωφ ανέλαβε την εκπροσώπηση της εταιρείας του στα Βαλκάνια. Ήταν το σημείο καμπής της ζωής του. Μέχρι τότε ήταν ένας φιλόδοξος νέος με γλωσσικές ικανότητες και επιχειρηματικό ένστικτο. Από εκείνη τη στιγμή μπήκε σε μια αγορά όπου τα χρήματα ήταν τεράστια και οι πελάτες ήταν κράτη.
Το «σύστημα Ζαχάρωφ»
Το μεγάλο προσόν του Ζαχάρωφ δεν ήταν η τεχνική γνώση των όπλων, αλλά η ικανότητά του να τα πουλά και, κυρίως, να καταλαβαίνει πώς λειτουργούσε ο φόβος ανάμεσα σε ανταγωνιστικά κράτη.
Το πιο γνωστό παράδειγμα αφορά τα υποβρύχια Nordenfelt, από τα πρώτα επιχειρησιακά υποβρύχια της εποχής. Η Ελλάδα απέκτησε ένα και ακολούθησαν παραγγελίες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία.
Γύρω από αυτές τις συμφωνίες δημιουργήθηκε αργότερα η περίφημη αφήγηση του «συστήματος Ζαχάρωφ»: πουλούσε ένα νέο όπλο σε μία χώρα και στη συνέχεια αξιοποιούσε την αγορά αυτή για να πείσει τον αντίπαλό της ότι έπρεπε επίσης να εξοπλιστεί.
Η εικόνα αυτή αποδίδει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε μεγάλο μέρος της εξοπλιστικής αγοράς εκείνης της περιόδου, αν και οι ιστορίες που παρουσιάζουν τον Ζαχάρωφ να προκαλεί σχεδόν μόνος του ολόκληρες κούρσες εξοπλισμών αποτελούν συχνά μέρος της μυθολογίας που δημιουργήθηκε γύρω από το πρόσωπό του.
Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι ότι είχε εξαιρετική ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις γεωπολιτικές ανησυχίες κάθε χώρας και να τις μετατρέπει σε επιχειρηματικές ευκαιρίες.
Επιστολή του Βασίλειου Ζαχάρωφ, με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 1913, σχετικά με την αγορά του πολεμικού πλοίου «Rio de Janeiro» για λογαριασμό της Ελλάδας / Πηγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος»
Η Vickers και η μεγάλη άνοδος
Η καριέρα του απογειώθηκε όταν οι επιχειρήσεις του Nordenfelt συνδέθηκαν με τη βρετανική Vickers, μία από τις σημαντικότερες εταιρείες βαριάς βιομηχανίας και πολεμικού υλικού της εποχής.
Η Vickers δεν κατασκεύαζε μόνο πυροβόλα. Παρήγαγε πολεμικά πλοία, θωρακίσεις και σειρά άλλων στρατιωτικών συστημάτων, σε μια περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης δαπανούσαν τεράστια ποσά για εξοπλισμούς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Ζαχάρωφ απέκτησε πρόσβαση σε κυβερνήσεις, στρατιωτικούς και τραπεζικούς κύκλους και εξελίχθηκε από πωλητής όπλων σε διεθνή επιχειρηματικό παράγοντα.
Οι συνεχείς συγκρούσεις στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και κυρίως η κούρσα εξοπλισμών που προηγήθηκε του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δημιούργησαν μια τεράστια αγορά, στην οποία ο Ζαχάρωφ βρέθηκε σε εξαιρετικά πλεονεκτική θέση.
Από τις επιχειρήσεις στην πολιτική
Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα τα συμφέροντά του είχαν ξεπεράσει την πολεμική βιομηχανία. Είχε παρουσία σε τράπεζες και άλλες επιχειρήσεις, ενώ οι σχέσεις του με πολιτικούς και κυβερνήσεις τού επέτρεπαν να κινείται σε έναν χώρο όπου το εμπόριο, η διπλωματία και η πολιτική συχνά συναντιούνταν.
Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υποστήριξε τις δυνάμεις της Αντάντ, δηλαδή κυρίως τη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, απέναντι στις Κεντρικές Δυνάμεις.
Στην Ελλάδα τάχθηκε υπέρ της πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος επιδίωκε την είσοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, σε αντίθεση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄, ο οποίος επέμενε στην ουδετερότητα. Η διαφωνία αυτή βρέθηκε στο επίκεντρο του Εθνικού Διχασμού.
Η σχέση του Ζαχάρωφ με τον Βενιζέλο ήταν στενή και αρχειακό υλικό που έγινε γνωστό αργότερα ενίσχυσε την εικόνα του ως ανθρώπου που δεν περιοριζόταν στις επιχειρηματικές συμφωνίες, αλλά αξιοποιούσε τις γνωριμίες, τα χρήματα και την πρόσβασή του σε ισχυρά πρόσωπα για να επηρεάζει πολιτικές εξελίξεις.
Το ακριβές μέγεθος αυτής της επιρροής παραμένει, ωστόσο, δύσκολο να προσδιοριστεί. Γύρω από τον Ζαχάρωφ δημιουργήθηκε ήδη από την εποχή του η εικόνα ενός ανθρώπου που κινούσε κυβερνήσεις από το παρασκήνιο, όμως δεν μπορούν όλες οι σχετικές ιστορίες να θεωρηθούν ιστορικά αποδεδειγμένες.
Ο «έμπορος του θανάτου» που τιμήθηκε από κυβερνήσεις
Εδώ βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ζωής του. Ενώ στον Τύπο είχε συνδεθεί με το κέρδος από τους πολέμους και το διεθνές εμπόριο όπλων, οι ίδιες οι κυβερνήσεις τον τίμησαν για τις υπηρεσίες του.
Η Βρετανία τον έχρισε ιππότη, η Γαλλία τού απένειμε υψηλές διακρίσεις και τιμήθηκε επίσης από την Ελλάδα.
Παράλληλα, διέθεσε σημαντικά ποσά σε φιλανθρωπικούς, εκπαιδευτικούς και επιστημονικούς σκοπούς. Ενίσχυσε την ελληνική παρουσία στο Παρίσι, χρηματοδότησε πανεπιστημιακές δραστηριότητες και πραγματοποίησε δωρεές που ενίσχυσαν την εικόνα του ευεργέτη.
Έτσι, δίπλα στον «έμπορο του θανάτου» υπήρχε ο μεγάλος δωρητής και δίπλα στον άνθρωπο που κατηγορήθηκε ότι επωφελήθηκε από τους πολέμους υπήρχε εκείνος που τιμήθηκε από τα κράτη που συμμετείχαν σε αυτούς.
Αυτή η αντίφαση είναι ίσως πιο ενδιαφέρουσα από τα προσωνύμια που του αποδόθηκαν, γιατί δείχνει πόσο στενά μπορούσαν να συνδέονται εκείνη την εποχή η πολεμική βιομηχανία με την πολιτική και την κρατική εξουσία.
Η γυναίκα που περίμενε για δεκαετίες
Εξίσου ασυνήθιστη υπήρξε η προσωπική του ζωή. Ο Ζαχάρωφ συνδέθηκε επί χρόνια με τη Μαρία ντελ Πιλάρ, δούκισσα της Βιγιαφράνκα, η οποία ήταν παντρεμένη και ανήκε στους κύκλους της ισπανικής αριστοκρατίας.
Η σχέση τους φέρεται να κράτησε για δεκαετίες μέχρι που, μετά τον θάνατο του συζύγου της, μπόρεσαν τελικά να παντρευτούν. Η κοινή τους ζωή ως παντρεμένου ζευγαριού αποδείχθηκε σύντομη, καθώς εκείνη πέθανε περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα.
Ο Ζαχάρωφ ήταν πλέον ηλικιωμένος και μετά τον θάνατό της αποσύρθηκε σταδιακά από τη δημόσια ζωή.
Από τα όπλα στο Μόντε Κάρλο
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ήδη δημιουργήσει μια περιουσία που του επέτρεπε να επενδύει πολύ πέρα από την πολεμική βιομηχανία. Ανάμεσα στις δραστηριότητες με τις οποίες συνδέθηκε ήταν και το περίφημο καζίνο του Μόντε Κάρλο.
Η εμπλοκή του με το Μονακό αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια της ύστερης ζωής του και ενισχύει την εικόνα ενός επιχειρηματία που είχε πλέον αφήσει πίσω του τον ρόλο του απλού εμπόρου όπλων.
Μέχρι τότε ο Ζαχάρωφ είχε διανύσει μια διαδρομή που δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί από τα πρώτα του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη: από μικρές δουλειές και μια δικαστική περιπέτεια είχε φτάσει να συνομιλεί με κυβερνήσεις και να διαχειρίζεται συμφέροντα αξίας εκατομμυρίων.
Τα μυστικά που χάθηκαν στη φωτιά
Το 1927 τοποθετείται μία από τις πιο διάσημες ιστορίες για τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Σύμφωνα με την αφήγηση που έχει επικρατήσει, ο Ζαχάρωφ πέρασε δύο ημέρες καίγοντας στο τζάκι της έπαυλής του στο Παρίσι προσωπικά έγγραφα, επιστολές και ημερολόγια δεκαετιών.
Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ούτε πόσο υλικό καταστράφηκε ούτε ακριβώς τι περιείχε. Η ιστορία, ωστόσο, ταιριάζει απόλυτα στην εικόνα που είχε ήδη δημιουργηθεί γύρω του: ενός ανθρώπου που γνώριζε πολλά για τους άλλους, αλλά άφηνε τους άλλους να γνωρίζουν ελάχιστα για εκείνον.
Η απώλεια προσωπικών αρχείων είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο αρκετές πλευρές της ζωής του παραμένουν ασαφείς και για τον οποίο οι βιογραφίες του συνδυάζουν συχνά τεκμηριωμένα γεγονότα με ιστορίες που είναι πολύ δυσκολότερο να επαληθευτούν.
Το τέλος
Ο Βασίλειος Ζαχάρωφ πέθανε στις 27 Νοεμβρίου 1936 στο Μόντε Κάρλο, σε ηλικία 87 ετών, αφήνοντας πίσω του τεράστια περιουσία, διεθνείς διασυνδέσεις, παράσημα και σημαντικές δωρεές.
Αυτό που παραμένει πολύ δυσκολότερο να υπολογιστεί είναι πού τελειώνει η πραγματική ιστορία του και πού αρχίζει ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω του, ένας μύθος στον οποίο ο ίδιος φαίνεται ότι δεν είχε κανέναν λόγο να βάλει τέλος.
Ίσως γι' αυτό, σχεδόν έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, ο χαρακτηρισμός που εξακολουθεί να ταιριάζει περισσότερο στον Βασίλειο Ζαχάρωφ είναι εκείνος που τον ακολούθησε ήδη όσο ζούσε: «ο μυστηριώδης άνθρωπος της Ευρώπης».