Η «σκληρή» βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη: Γιατί οι Βούλγαροι καθυστέρησαν να φύγουν από την Ελλάδα το 1944

Η πολιτική αλλαγή στη Βουλγαρία και η μεταστροφή της θέσης της, κατά των Γερμανών - Η περίεργη στάση του ΚΚΕ, της ΕΣΣΔ και των Συμμάχων - Πότε αναχώρησαν οριστικά από την Ελλάδα οι Βούλγαροι;

Μία από τις άγνωστες πτυχές της βουλγαρικές κατοχής στην Ελλάδα είναι η παραμονή των στρατευμάτων της γειτονικής χώρας σε Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, για σχεδόν δύο μήνες μετά την "αλλαγή στρατοπέδου" και την κήρυξη πολέμου εναντίον της, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944.

Στο χρονικό αυτό διάστημα παίχτηκαν διάφορα και ύποπτα παιχνίδια σε βάρος της Ελλάδας, καθώς οι ηττημένοι στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο Βούλγαροι θέλησαν να παραμείνουν στα εδάφη της χώρας μας, που μάλιστα δεν είχαν καταλάβει, αλλά τους τα παραχώρησαν οι Γερμανοί! Περίεργος ήταν ο ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων Συμμάχων, ενώ και η εμπλοκή τοπικών στελεχών του ΚΚΕ εγείρει ερωτήματα. Ας δούμε περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα αυτό, που δεν έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα.

Η τριπλή κατοχή της Ελλάδας

Η βουλγαρική κατοχή σε Ανατολική Μακεδονία - Θράκη


Οι βουλγαρικές δυνάμεις εισήλθαν στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, στις 21/4/1941 (σύμφωνα με το ΓΕΣ), ενώ κατά την Ξ. Κοτζαμάνη, στις παραπάνω περιοχές είχαν εισέλθει τρεις βουλγαρικές ταξιαρχίες από τις 9/9/1941. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν τα εδάφη ανατολικά του Στρυμόνα. Η Βουλγαρία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα στις 24/4/1941, αλλά ο πρεσβευτής μας στο Λονδίνο Σταματόπουλος ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Βουλγαρία, μόλις στις 2/7/1941...

Η Τουρκία έδειχνε προβληματισμένη από τη βουλγαρική παρουσία δίπλα στον Έβρο. Επικαλούμενη τη Συνθήκη της Λωζάνης, σύμφωνα με την οποία η ζώνη του Έβρου έπρεπε να παραμείνει αποστρατικοποιημένη ζήτησε να εγκατασταθούν εκεί γερμανικά στρατεύματα. Πραγματικά, από την περιοχή ανατολικά του Απαλού μέχρι το Ορμένιο (έκταση 2.800 τ.χλμ περίπου αναπτύχθηκαν γερμανικά στρατεύματα με επικεφαλής του Ταγματάρχη φον Κλάιστ, που είχε ως έδρα το Διδυμότειχο.


Η Γερμανία έλαβε και πήρε ανταλλάγματα από τον "επιτήδειο ουδέτερο", την Τουρκία, που τροφοδοτούσε τη γερμανική πολεμική βιομηχανία με χρώμιο και σιδηρομετάλλευμα. Σύμφωνα με έκθεση του ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, η τροφοδοσία με χρώμιο των Γερμανών από την Τουρκία παρέτεινε κατά επτά μήνες τη χρονική διάρκεια του Β' ΠΠ (βλ. "Καθημερινή", 7 Ιουνίου 1998, σελ. 17).

Η έκταση που παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία (μαζί με Θάσο και Σαμοθράκη) ήταν 14.168 τ.χλμ. Όταν οι Ιταλοί συνθηκολόγησαν, οι Γερμανοί παρέδωσαν στους Βουλγάρους τη στρατιωτική κατοχής της Βισαλτίας Σερρών καιτων νομών Χαλκιδικής, Πέλλας και Κιλκίς, Φλώρινας και Καστοριάς. Αν και ζήτησαν και τη Θεσσαλονίκη, οι Γερμανοί δεν τους επέτρεπαν να πλησιάζουν τη συμπρωτεύουσα σε ακτίνα μικρότερη των 20 χιλιομέτρων. Οι Βούλγαροι επιχείρησαν επίσης να εγκατασταθούν στην Ουδέτερη Ζώνη του Έβρου, χωρίς αποτέλεσμα.

Η βουλγαρική κατοχή θεωρείται σκληρότερη από τη γερμανική και την ιταλική. Πάνω από 100.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τις βουλγαροκρατούμενες περιοχές μεταξύ 1941-1944. Κάποιοι ανεβάζουν τον αριθμό τους σε 170.000.

70.000 περίπου στάλθηκαν στη Βουλγαρία για καταναγκαστικά έργα (έμειναν στην ιστορία ως "ντουρντουβάκια"). Από αυτούς, μόνο οι 15.000 επέστρεψαν και μάλιστα με κλονισμένη την υγεία τους. Οι Βούλγαροι σκόπευαν να μεταφέρουν στην Ελλάδα 250.000 εποίκους, αλλά δεν πρόλαβαν.

Ντουρντουβάκια, μια θλιβερή εικόνα αποστεωμένων Ελλήνων

Τελικά, στάλθηκαν γύρω στους 100.000, κυρίως Ρομά ή τυχοδιώκτες που εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των Ελλήνων που είχαν εκδιωχθεί. Βαρύ τίμημα πλήρωσε και η Εκκλησία. Από τους 584 ιερείς της Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, 44 εκτελέστηκαν και 253 βασανίστηκαν και εκδιώχθηκαν. 482 μοναστήρια και ναοί λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. Τα περισσότερα κειμήλια που κλάπηκαν, δεν επιστράφηκαν ποτέ...

Η πολιτική μεταβολή στη Βουλγαρία και η προσπάθεια διατήρησης των ελληνικών εδαφών


Το 1943 πέθανε, κάτω από περίεργες συνθήκες, που θυμίζουν αρκετά τον θάνατο του Ι. Μεταξά, ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις. Από τον Αύγουστο του 1943, τη χώρα κυβερνούσε τριμελές συμβούλιο αντιβασιλείας, λόγω του ότι ο διάδοχος Συμεών (πρωθυπουργός της Βουλγαρίας μετά το 2000) ήταν ανήλικος.

Το συμβούλιο απαρτιζόταν από τους: Πρίγκιπα Κύριλλο, Μπ. Φίλοφ και Νικ. Μίχοφ: Πρωθυπουργός ανέλαβε, τον Σεπτέμβριο του 1943 ο Ντ.Μποζίλοφ. Τον διαδέχτηκε, τον Ιούνιο του 1944 ο Ιβάν Μπαγκριάνοφ. Στα τέλη του 1943 πήγε στην Αίγυπτο ο Βούλγαρος υπουργός Μουσάνοφ (1872-1951), για να διαπραγματευτεί την ανακωχή. Ως τον Ιανουάριο του 1944, οι διαπραγματεύσεις δεν σημείωναν καμία πρόοδο, καθώς η Βουλγαρία προσπαθούσε να κρατήσει τα κατεχόμενα εδάφη ή το μεγαλύτερο τμήμα τους.

Βούλγαρος υπουργός δήλωσε τον Μάρτιο του 1944: "... η Βουλγαρία θεωρεί ότι το εδαφικό πρόβλημα έχει διευθετηθεί με δίκαιο και οριστικό τρόπο. Οι προσπάθειες της Κυβερνήσεως κατευθύνονται προς τη διατήρηση των συνόρων όπως έχουν εδραιωθεί τώρα" (ΙΜΧΑ, "Η Βουλγαρική Κατοχή, σελ 239). Οι διαπραγματεύσεις με τους Βουλγάρους διεξάγονταν από τριμελή επιτροπή, υπό τον Βρετανό Υπουργό Μέσης Ανατολής Χάρολντ Μακμίλαν και τους πρέσβεις στην Ελλάδα των ΗΠΑ (Μακ Βι) και Μ. Βρετανίας (Λίπερ). Ο Γ. Παπανδρέου και η ελληνική διπλωματία τις αγνοούσαν, καθώς ο Τσόρτσιλ δεν τους είχε ενημερώσει!

Στις 24 Αυγούστου 1944 τα σοβιετικά στρατεύματα, υπό τον Στρατάρχη Τολμπούχιν πέρασαν τον Προύθο. Στις 26/8, η βουλγαρική κυβέρνηση πρότεινε συνθηκολόγηση. Ο πρωθυπουργός Μπαγκριάνοφ διαβίβασε στο Συμμαχικό Στρατηγείο στο Κάιρο έμμεσες και αόριστες προτάσεις, κατά τις οποίες η κυβέρνησή του δεχόταν να συμφωνήσει με τους Συμμάχους, να εκκενώσει τα κατεχόμενα "μη βουλγαρικά εδάφη" τηρώντας ουδέτερη στάση και να συνάψει ανακωχή. Την 1/9/1944 ο Μπαγκριάνοφ παραιτήθηκε και τον διαδέχθηκε ο Μουράβιεφ, που διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με τη Γερμανία.

Φθινόπωρο 1944, ο Τολμπούχιν επιθεωρεί δυνάμεις της Α' Βουλγαρικής Στρατιάς

Μέχρι τότε, η ΕΣΣΔ δεν είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Βουλγαρία, ούτε όμως και η Σόφια κατά της Μόσχας. Έπρεπε λοιπόν να δημιουργηθεί εμπόλεμη κατάσταση ΕΣΣΔ - Βουλγαρίας, για να μπορέσει η ΕΣΣΔ να πρωταγωνιστήσει στα βουλγαρικά πράγματα, κατά τη Συνθήκη Ειρήνης. Στις 5/9, όταν οι Γερμανοί αποχώρησαν από τη Βουλγαρία, η Σοβιετική Ένωση κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Βαλκανικής χώρας.

Σε έξι ώρες, η Βουλγαρία κήρυξε τον πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ. Συνέβη έτσι το εξής παράδοξο: η Βουλγαρία να έχει κηρύξει τον πόλεμο κατά των Συμμάχων, αλλά και των Γερμανών. Αυτό διήρκησε 3 ημέρες. Στις 9/9 έγινε η πολιτειακή μεταβολή στη Βουλγαρία. Τις διαπραγματεύσεις με την ΕΣΣΔ ανέλαβαν οι κομμουνιστές Γκεοργκίεφ, Πετκόφ και Στογιάνοφ. Για τη βουλγαρική προσχώρηση στο συμμαχικό στρατόπεδο παρέλασαν στην Καβάλα, συγχρόνως τμήματα του βουλγαρικού στρατού και του ΕΑΜ. Στα κυβερνητικά κλιμάκια όμως υπήρχε έντονη ανησυχία. Στις 9/9 ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Αλέξανδρος Σβώλος επισκέφτηκαν τον Διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων στη Μεσόγειο, Στρατηγό Ουίλσον.

Ο Κίμον Γκεοργκίεβ, ως κομιτατζής

Γνωστοποίησαν σε αυτόν τις ανησυχίες τους από τις συνέπειες της μεταστροφής των Βουλγάρων και του ζήτησαν να συμπεριληφθεί στους όρους της ανακωχής που επρόκειτο να υπογραφεί, η εκκένωση του ελληνικού εδάφους από τους Βουλγάρους. Επίσης, ζήτησαν να αναληφθεί πολεμική δράση στην Ελλάδα. Οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ιταλία όμως, δεν επέτρεπαν στην Ελλάδα να στείλει ο Ουίλσον δυνάμεις στην Ελλάδα.

Πολιτική αλλαγή στη Βουλγαρία, κομμουνιστές Βούλγαροι στην Ελλάδα προκαλούν σοβαρά επεισόδια


Στις 8 Σεπτεμβρίου 1941 ο Κόκκινος Στρατός της ΕΣΣΔ πέρασε τα ρουμανοβουλγαρικά σύνορα. Οι Βούλγαροι κομμουνιστές παρτιζάνοι, με τη βοήθεια του στρατού κατέλαβαν τη Σόφια και συνέλαβαν μέλη της αντιβασιλείας και όλους τους ανώτατους κρατικούς υπαλλήλους. Στη Βουλγαρία είχε επιστρέψει από την ΕΣΣΔ ο Γκεόργκι Δημητρόφ, πολύ γνωστός για τη δράση του από τη δεκαετία του 1920 και Γ.Γ. της Κομιντέρν, από το 1934 ως το 1943 (όταν αυτή διαλύθηκε).

Ουσιαστικός ηγέτης της Βουλγαρίας πλέον, υποχρέωσε τον Μουράβιεφ και τα μέλη της κυβέρνησής του που θεωρούσε ανίκανους, να παραιτηθούν. Σχηματίστηκε έτσι Κομμουνιστική Κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου. Ο Κίμων Γκεοργκίεφ (1882-1969), που ως φρούραρχος Σερρών κατά τον Α' ΠΠ βαρυνόταν με φρικτά εγκλήματα σε βάρος των Ελλήνων (1916-1918) ανέλαβε την πρωθυπουργία, στις 9/9/1944.

Ο Kimon Georgiev, ως πρωθυπουργός της Βουλγαρίας

Μια μέρα πριν, η Βουλγαρία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία. Βέβαια, ο «επιτήδειος ουδέτερος», η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία στις 23 Φεβρουαρίου 1945, ενώ η Αλβανία δεν το έκανε ποτέ. Στο τέλος του Β' ΠΠ συνέβη το απίστευτο: η Ελλάδα, μια χώρα που από τις 28 Οκτωβρίου 1940 πολεμούσε τον φασισμό και από τον Απρίλιο του 1941 και τον ναζισμό είχε χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες και υπέστη τεράστιες ζημιές, όχι μόνο να κάνει τιτάνιο αγώνα για να της δοθούν εδαφικά ανταλλάγματα, αλλά να κινδυνεύει να χάσει και εδάφη από συμμάχους των ναζί ή ουδέτερες χώρες!

Το Πατριωτικό Μέτωπο, που είχε σχηματίσει κυβέρνηση στη Βουλγαρία έστειλε στην κατεχόμενη Μακεδονία και Θράκη αξιωματικούς πιστούς στο νέο καθεστώς, καθώς και παρτιζάνους ως λαϊκούς διοικητές των στρατιωτικών μονάδων. Υπήρξαν όμως συγκρούσεις μεταξύ των Βουλγάρων, που παρέμειναν πιστοί στο παλαιό καθεστώς, και των επαναστατών. Μάλιστα, όταν μαχητές του ΕΛΑΣ επιχείρησαν να εισέλθουν στις ελληνικές πόλεις, οι Βούλγαροι δεν τους άφησαν, καθώς είπαν ότι «ο βουλγαρικός στρατός ήταν θεματοφύλακας των βουλγαρικών εδαφικών διεκδικήσεων στην περιοχή» (ΙΜΧΑ, «Η βουλγαρική κατοχή», σελ. 229).

Τα πιο σοβαρά επεισόδια έγιναν στην Αλεξανδρούπολη, όπου Βούλγαροι στρατιώτες και ναύτες, με επικεφαλής τον Κοΐνοφ έστρεψαν τα όπλα τους κατά της φρουράς και παράλληλα ύψωσαν στον ιστό του Λιμεναρχείου Αλεξανδρούπολης τη σημαία της ΕΣΣΔ! Ο Βούλγαρος φρούραρχος με μερικούς άντρες του άνοιξαν πυρ. Ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ των Βουλγάρων, με πολλούς να παραμένουν στρατωνισμένοι και αδρανείς.

Από την Άνθεια, ο Αθηνόδωρος Κατσοβουνίδης (1911-1975), κύριος καθοδηγητής της εαμικής αντίστασης Έβρου, με τους αδελφούς Καραγιάνοφ, αξιωματικούς που είχαν συνδεθεί με άλλους κομμουνιστές του βουλγαρικού φυλακίου, έμαθαν τα γεγονότα, πήγαν στην Αλεξανδρούπολη και πέτυχαν να μεταστρέψουν τους στρατιώτες που αδρανούσαν, υπέρ της Επαναστατικής Επιτροπής.

Αθηνόδωρος Κατσαβουνίδης

Στην Κομοτηνή, στις 9 Σεπτεμβρίου έγιναν εκδηλώσεις για την πολιτική μεταβολή στη Βουλγαρία. Στις 10/9, το τμήμα «Γιάνε Σαντάνσκι» ανέλαβε τη διοίκηση της βουλγαρικής δύναμης στο Σιδηρόκαστρο. Στις 11/9, έφτασαν στην Καβάλα οι Βούλγαροι Υπουργοί Ντόμπρι Τερπέσεφ και Ντιμίτρι Νέικοφ, μαζί με τον Συνταγματάρχη Ιβάν Ράντεφ. Ο Ράντεφ ήταν ελληνικής καταγωγής (Ροδόπουλος ήταν το επίθετό του).

Είχε λάβει όμως τη βουλγαρική υπηκοότητα και ήταν διεθνιστής και κομμουνιστής από πεποίθηση. Ήταν υπεύθυνος της παράνομης επικοινωνίας μεταξύ ΚΚΕ και ΚΚ Βουλγαρίας και ουσιαστικός διοικητής του 2ου Σώματος Στρατού. Στις 12/9, οι Βούλγαροι κομμουνιστές κατέλαβαν την Ξάνθη. Δύο μέρες αργότερα μπήκε στην πόλη και το 26ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Στις 15/9, τμήματά του προωθήθηκαν στο Σιδηρόκαστρο. Την ίδια μέρα, το βουλγαρικό τμήμα παρτιζάνων «Άντον Ποπόφ» μπήκε στις Σέρρες.

Η παραμονή των Βουλγάρων στην Ελλάδα και η «πρόσκληση» προς τον Κόκκινο Στρατό


Οι Γερμανοί από τις αρχές Σεπτεμβρίου 1944 είχαν αρχίσει να αποχωρούν από την υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός από την Κρήτη, όπου όπως έχουμε δει έμειναν ως τον Ιούλιο του 1945. Οι Βούλγαροι όμως παρέμεναν σε Ανατολική Μακεδονία-Θράκη. Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου ανησυχούσε ιδιαίτερα, γιατί οι Βούλγαροι σε ένα βράδυ μετατράπηκαν από κατοχική δύναμη των Γερμανών, σε τμήμα του Κόκκινου Στρατού που πολεμούσε εναντίον των Γερμανών!

Αν και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη βρίσκονταν έξω από το πεδίο των Σοβιετικών, οι Βούλγαροι, που έπρεπε κανονικά να συμπτυχθούν στη χώρα τους, ισχυρίζονταν ότι είχαν τεθεί υπό τις διαταγές του Κόκκινου Στρατού και παρέμεναν στην Ελλάδα με τα εξής σαθρά επιχειρήματα: α) η παρουσία τους σε Αν. Μακεδονία-Θράκη ήταν απαραίτητη εν όψει των εμφυλίων συγκρούσεων, καθώς αυτοί εξασφάλιζαν την τάξη στην περιοχή, β) παραμένουν για στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών, γ) περιμένουν εντολές από τον Σοβιετικό Στρατάρχη Τολμπούχιν, επικεφαλής των στρατευμάτων της χώρας του που βρίσκονταν στη Βουλγαρία και δ) οι πολιτικές Αρχές αποσύρθηκαν και παρέδωσαν την εξουσία.

Fyodor Tolbukhin

Ο Κρις Γουντχάουζ, στο βιβλίο του «Το μήλον της έριδος» (σελ. 301) γράφει ότι, πολλοί θεωρούσαν ότι το ΕΑΜ είχε συμφωνήσει οι περιοχές Αν. Μακεδονίας-Θράκης, να προσαρτηθούν στη Βουλγαρία. Η πεποίθηση αυτή φαινόταν βάσιμη, καθώς στις 15/9/1944 εκδόθηκε διαταγή στην Ξάνθη, σύμφωνα με την οποία, δικαίωμα οπλοφορίας είχαν ο βουλγαρικός στρατός, η Ελληνική Πολιτοφυλακή και οι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ή του ΚΚΕ.

Στις 16/9 τα σοβιετικά στρατεύματα μπήκαν στη Σόφια. Στις 21/9, το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής διέταξε τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις να σταματήσουν τις επιχειρήσεις κατά των Βουλγάρων, τονίζοντας ότι επίκειται υπογραφή ανακωχής και ότι η ίδια εντολή είχε δοθεί και στους Βουλγάρους. Στο μεταξύ αντιπροσωπεία της κομματικής οργάνωσης του ΚΚΕ Μακεδονίας - Θράκης, υπό τους Γ. Ερυθριάδη και Ν. Κανακαρίδη (Λάμπρο), μαζί με τον ηγέτη του βουλγαρικού κομμουνιστικού κινήματος στην Αλεξανδρούπολη Κοΐνοφ, συναντήθηκε στη Σόφια (20/9), με τον Στρατάρχη Τολμπούχιν (1894-1949) και ζήτησε να εισέλθει ο σοβιετικός στρατός και στην Ελλάδα. Ο Τολμπούχιν απάντησε ότι «αυτό το ζήτημα, μόνο το Κέντρο, η Ανώτατη Σοβιετική Διοίκηση, μπορεί να το αποφασίσει» (Μ. Παρτσαλίδης, στην «Αυγή» 15/4/1978).

Ο Γιώργης Ερυθριάδης

Λίγο αργότερα, οι Ερυθριάδης - Κανακαρίδης, με τηλεγράφημά τους προς τον Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚ Βουλγαρίας Τράιτσο Κοστόφ ζητούσαν «...μεγάλο αριθμό όπλων και πυρομαχικών» (Ιορδάν Μπάεφ, «Τα Βαλκάνια, η πρώτη εστία ψυχρού πολέμου στην Ευρώπη», Εκδόσεις Φιλίστωρ, 1996).

Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν φοβούμενοι σύγκρουση με τους Βρετανούς. Έστειλαν όμως στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στρατιωτικές δυνάμεις, υπό τον Στρατηγό Σιράκοφ. Στο μεταξύ ένα έφιππο τμήμα του σοβιετικού στρατού έφτασε στην Καβάλα και αμέσως μετά γύρισε πίσω στη Βουλγαρία. Σοβιετικοί αιχμάλωτοι που απελευθερώνονταν και στρατιώτες με φύλλα πορείας από νοσοκομεία της χώρας τους, έφτασαν στην Ανατολική Μακεδονία για να παρουσιαστούν σε υποτιθέμενες σοβιετικές μονάδες.

Υπεύθυνοι του ΕΛΑΣ τους πληροφορούσαν ότι δεν υπήρχαν στην Ελλάδα σοβιετικές μονάδες! 250 Σοβιετικοί αξιωματικοί και στρατιώτες έφτασαν σε Κομοτηνή, Ξάνθη και Δράμα, δηλώνοντας ότι έχουν εντολή να περιμένουν εκεί τις μονάδες τους, για πιθανή ανάληψη επιχειρήσεων κατά της Θεσσαλονίκης (Βασίλειος Κόντης, "Η πολιτική του ΚΚΕ και η Σοβιετική Ένωση στις παραμονές της απελευθέρωσης", IMXA 1998, Νο 267, σελ. 347).


Ο Γ. Παπανδρέου, που πληροφορήθηκε τα ανωτέρω συγκεχυμένα, στις 18 Σεπτεμβρίου, τηλεγράφησε στον Βασιλέα Γεώργιο Β΄ και τον Τσώρτσιλ:

«κατάστασις επιδεινούται ραγδαίως εις Βαλκανικήν καί Ελλάδα, καί ευρίσκομαι εδώ (δηλ. στήν Ιταλία) μέ εσταυρωμένας τάς χείρας. Μου είναι ἀκατανόητον η πλήρης εγκατάλειψις. Τό ΕΑΜ καταλαμβάνει βαθμιαίως άπασαν εκκενουμένην Ελλάδα. Βούλγαροι υπουργοί κατέρχονται εις Θράκην καί Μακεδονίαν πρός συνεννόησιν με ΕΑΜ. Καί ανεγράφη πληροφορία Ρόιτερ εκ Κωνσταντινουπόλεως, ήν αδυνατώ πιστεύσω, ότι βουλγαρικός στρατός βαδίζει πρός Θεσσαλονίκην. Αισθάνομαι ότι προδίδω την Χώραν μας. Μόνη μου ελπίς έχει απομείνει το Λονδίνον. Μόνον Βρετανική Κυβέρνησις καί ιδίως πρωθυπουργός Τσώρτσιλ δύναται μεταβάλη κατάστασιν εξευρίσκων καί διατάσσων άλλοθεν δυνάμεις ενεργήσουν αμέσως Ελλάδα».

Ο Τσόρτσιλ απάντησε από το Κεμπέκ καθησυχαστικά, αλλά ο Γ. Παπανδρέου επέμενε να στείλει η Βρετανία στρατεύματα στην Ελλάδα. Σε νέο τηλεγράφημά του (22/9) τόνιζε:

«... αί υπό τών Γερμανών εκκενούμεναι περιφέρειαι καταλαμβάνονται υπό τού ΕΑΜ εν ονόματι δήθεν της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Δέν γνωρίζω τούς λόγους τής Βρετανικής ἀπουσίας. Αλλά θεωρώ καθήκον νά Σάς ανακοινώσω την πεποίθησίν μου ότι ενώπιον τής διαμορφωθείσης καταστάσεως τά πολιτικά μέσα πρός αντιμετώπισίν της δέν είναι πλέον ἐπαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία επιβλητικών Βρετανικών δυνάμεων εις τὴν ῾Ελλάδα καί μέχρι τών Τουρκικών ακτών ημπορεί νὰ μεταβάλῃ τήν κατάστασιν...».

Στο μεταξύ, βρετανική στρατιωτική αποστολή πήγε στη Σόφια και ζήτησε από τον Τολμπούχιν, να αποβιβαστούν συμμαχικά στρατεύματα στην Καβάλα. Ο Τολμπούχιν αρνήθηκε, λέγοντας ότι δεν είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο. Οι Βρετανοί αναχώρησαν για την Τουρκία. Πλέον, όφειλαν να ενημερώνουν και τους Σοβιετικούς, για να μην διαταράσσονται οι ισορροπίες μεταξύ των Συμμάχων (Φ. Οικονομίδης, «Οι προστάτες», 1986).

«Κατά τή μαρτυρία τού Γ. Ερυθριάδη, «κατόπιν συμφωνίας μέ τό ΚΚΒ καί τήν κυβέρνηση τού Πατριωτικού Μετώπου, τήν εξουσία ανέλαβε τό ΕΑΜ, μέ τήν υπόδειξη ότι ο βουλγαρικός στρατός, σάν τμήμα τού στρατηγού Τομπούλκιν, θά παρέμενε προσωρινά... Αυτό εμείς τό δεχτήκαμε... Στήν περίοδο αυτή ο Παπανδρέας(sic) καί Εγγλέζοι χαλούσαν τόν κόσμο νά φύγουν οι Βούλγαροι κλπ. Τήν περίοδο αὐτή παίρνουμε ένα τηλεγράφημα τής Κεντρικής Επιτροπής τού ΕΑΜ, πού απευθυνόταν σέ ἐμένα. Καταδίκαζε τή στάση μας. Ζητούσε από εμάς νά ζητήσουμε νά φύγουν οι Βούλγαροι... συνιστούσε νά φθάσουμε μέχρι τά όπλα. Τό τηλεγράφημα έφερνε την υπογραφή τού Παρτσαλίδη» (Γ. Φαράκος, «Άρης Βελουχιώτης», 1997, σελ. 308).

Γ. Ερυθριάδης

Η αποχώρηση των Βουλγάρων από την Ελλάδα


Από τις 16 Σεπτεμβρίου 1944 ο Μολότοφ είχε συμφωνήσει να ζητηθεί από τη Βουλγαρία να εγκαταλείψουν τα στρατεύματά της τα ελληνικά και γιουγκοσλαβικά εδάφη που κατείχαν. Αυτό όμως δεν είχε γίνει γνωστό στην ελληνική κυβέρνηση. Ο Στάλιν καθυστερούσε την υπογραφή Συμφωνίας Ανακωχής μεταξύ Συμμάχων - Βουλγαρίας, γιατί επιδίωκε ανταλλάγματα: τον μη αφοπλισμό του βουλγαρικού στρατού από τους Βρετανούς και την υπογραφή της Συμφωνίας από τον Τολμπούχιν και όχι τον Ουίλσον.

Στάλιν και Διμιτρόφ, το 1936

Τα στρατεύματα του Τολμπούχιν στη Βουλγαρία εξασφάλιζαν τα σοβιετικά συμφέροντα. Η Ελλάδα, υπήρξε για μία ακόμη φορά θύμα των "Μεγάλων" που έπαιζαν βρόμικα παιχνίδια σε βάρος της, πίσω από την πλάτη της... Τελικά, στις 16 Οκτωβρίου 1944 δόθηκε εντολή στους Βουλγάρους να εγκαταλείψουν την Ελλάδα μέσα σε 15 μέρες. Η αποχώρησή τους ολοκληρώθηκε στις 25-26 Οκτωβρίου, ενώ στις 28/10/1944 υπογράφηκε η πολυπόθητη Ανακωχή.

Ως τη Διάσκεψη των Παρισίων, η Βουλγαρία ζητούσε να μην της επιβληθούν κυρώσεις, αλλά και να της παραχωρηθεί η ελληνική Θράκη! ΕΣΣΔ, Πολωνία, Τσεχοσλοβακία και Γιουγκοσλαβία υποστήριξαν το αίτημα αυτό (!), το οποίο όμως απορρίφθηκε, όπως και το ελληνικό, για διαρρύθμιση των συνόρων με τη Βουλγαρία υπέρ της χώρας μας.

Βασική πηγή του άρθρου είναι το βιβλίο του Νικολάου Π. Σοϊλεντάκη, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ», ΤΟΜΟΣ Β', ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, β' έκδοση, 2004
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr