Το «τελευταίο κεφάλαιο» του Κώστα Ταχτσή: 38 χρόνια από τη δολοφονία του και το έγκλημα παραμένει μυστήριο
27.08.202607:33
Επιμέλεια: Σοφία Πελεκάνου
Σαν σήμερα, ο Κώστας Ταχτσής εντοπίζεται νεκρός στο σπίτι του στον Κολωνό από την αδερφή του - Η ιστορία του συγγραφέα από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τους δρόμους της Αθήνας ντυμένος τραβεστί - Ο καθοριστικός ρόλος της γιαγιάς του
Μια μέρα, σαν σήμερα, πριν 38 χρόνια, γίνεται γνωστή μια από τις δολοφονίες που συντάραξαν την κοινή γνώμη. Ήταν 27 Αυγούστου του 1988 όταν έγινε γνωστό πως ο συγγραφέας Κώστας Ταχτσής βρέθηκε δολοφονημένος μέσα στο σπίτι του στην οδό Τυρνάβου 26, στον Κολωνό. Το άψυχο σώμα του συγγραφέα, βρήκε η αδερφή του Ελπίδα η οποία πήγε στο σπίτι του καθώς επί δυο 24ωρα δεν είχε καταφέρει να επικοινωνήσει μαζί του. Η διαίσθησή της, της έλεγε ότι κάτι συμβαίνει, ότι κάτι δεν πάει καλά. Και αποδείχθηκε πως είχε δίκιο με τον χειρότερο τρόπο. Ο συγγραφέας που έγραψε το θρυλικό «Τρίτο στεφάνι» ήταν νεκρός, σε ηλικία μόλις 60 ετών, και η ίδια ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία.
Σύμφωνα με τους αστυνομικούς ρεπόρτερ της εποχής, ο Κώστας Ταχτσής βρέθηκε νεκρός πάνω στο κρεβάτι του σε πλάγια θέση. Ήταν γυμνός, φορούσε ξανθιά γυναικεία περούκα, είχε βαμμένα κόκκινα νύχια, ενώ δίπλα στο κρεβάτι του ήταν πεταμένα γυναικεία ρούχα.
Ο ιατροδικαστής Χαράλαμπος Σταμούλης αποφάνθηκε ότι ο θάνατός του είχε επέλθει από ασφυξία συνεπεία στραγγαλισμού με τα χέρια, περίπου δύο εικοσιτετράωρα νωρίτερα (τη νύχτα της 25ης Αυγούστου), χωρίς το θύμα να προβάλει αντίσταση. Όπως έγραφε η έκθεση νεκροψίας, «του θανάτου δεν προηγήθη πάλη». Η τοξικολογική εξέταση έδειξε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ στο αίμα, κάτι που εξηγούσε την έλλειψη σημαδιών αντίστασης.
Το δύσκολο έργο της Αστυνομίας και η μαρτυρία που δεν βοήθησε
Το έργο της Αστυνομίας αποδείχθηκε πολύ δύσκολο αφού δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να βοηθήσα στην εύρεση του δολοφόνου του Κώστα Ταχτσή. Στον χώρο δεν βρέθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα, εκτός από των οικείων του. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι από το διαμέρισμα έλειπαν ένα VCR (βίντεο), ένας αυτόματος τηλεφωνητής και μια φωτογραφική μηχανή.
Αξιοσημείωτο, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, είναι πως ο δράστης, αν και εφόσον είχε ως κίνητρο της δολοφονίας τη ληστεία, δεν είχε πάρει μαζί του τις 5.500 δραχμές που υπήρχαν στην τσέπη του παντελονιού του συγγραφέα, ούτε οι μεγάλης αξίας πίνακες ζωγραφικής του επιστήθιου φίλου του, Αλέκου Φασιανού, και του Αλέξη Ακριθάκη.
Μια μαρτυρία από γείτονα του συγγραφέα, αν και θα φανταζόταν κανείς πως θα βοηθούσε στις έρευνες, κάθε άλλο παρά χρήσιμη φάνηκε.
«Τον είδα κατά το σούρουπο να έρχεται με το αυτοκίνητό του, ήταν ντυμένος γυναίκα και φορούσε περούκα. Συνοδευόταν από έναν νεαρό. Μετά από ώρα, ο νεαρός έφυγε από το σπίτι. Ο συγγραφέας ξαναβγήκε, γύρισε αργότερα με άλλον νεαρό, που έφυγε και εκείνος. Γύρω στις 3 τα ξημερώματα, ο Ταχτσής ήρθε πάλι με έναν νεαρό με μουστάκι» ανέφερε τότε ένας γείτονας του Κώστα Ταχτσή.
Ο τελευταίος αυτός άνδρας, περιγραφόμενος ως «τριαντάρης, καλοντυμένος, με μουστάκι», ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είδε τον συγγραφέα ζωντανό, αλλά δεν εντοπίστηκε ποτέ.
Τα σενάρια για τη δολοφονία και η γκάφα της Αστυνομίας
Το ενδιαφέρον του κοινού για τη δολοφονία του Κώστα Ταχτσή ήταν μεγάλο. Στο πέρασμα του χρόνου, και με τις αρχές να μην έχουν εντοπίσει τον δολοφόνο, τα διάφορα σενάρια και εκδοχές πλήθαιναν.
Τα επικρατέστερα, σύμφωνα με τους λάτρεις των αστυνομικών μυστηρίων ήταν τα εξής:
Σενάριο 1: Ληστεία μετά φόνου. Η Αστυνομία, από την εμφάνιση του χώρου, κατέληξε αρχικά στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ληστεία μετά φόνου. Η απλούστερη εκδοχή ήταν ότι ο δράστης ήταν ένας άπειρος ληστής που έκανε άνω κάτω το σπίτι για να βρει χρήματα, δεν αναγνώρισε την αξία των έργων τέχνης και αρκέστηκε στην αρπαγή του βίντεο, της μηχανής και του τηλεφωνητή.
Ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση, η Αστυνομία έκανε μια γκάφα η οποία ενδεχομένως αν είχε αποφευχθεί, θα είχε οδηγήσει τις αρχές στον δράστη. Το βίντεο θα μπορούσε να οδηγήσει στον δράστη μέσω του μοναδικού κωδικού της συσκευής. Ωστόσο, η αστυνομία πριν καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα, έδωσε τον κωδικό στον Τύπο. Ο δράστης προφανώς το πληροφορήθηκε και εξαφάνισε οποιοδήποτε στοιχείο θα οδηγούσε σε αυτόν.
Σενάριο 2: Τυχαίο συμβάν κατά τη σεξουαλική πράξη. Οικεία πρόσωπα που γνώριζαν τις σεξουαλικές προτιμήσεις του Κώστα Ταχτσή υποστήριξαν ότι ο θάνατος μπορεί να ήταν ατύχημα στο σαδομαζοχιστικό σεξ, όπου η διαφορά της δολοφονικής ενέργειας από το ατύχημα είναι δυσδιάκριτη (στραγγαλισμός κατά λάθος στην προσπάθεια ερεθισμού).
Σενάριο 3: Η φίμωση του συγγραφέα. Το σενάριο αυτό είχε δύο σκέλη. Κάποιοι υπέθεσαν ότι ο δολοφόνος ήταν παλιός του εραστής που ήθελε να διατηρήσει κρυφή τη σχέση τους. Άλλοι υποστήριξαν ότι επρόκειτο για κάποιον που φοβόταν τις αποκαλύψεις για την κρυφή του ζωή και τις επαφές του, τις οποίες ο συγγραφέας ετοιμαζόταν να κάνει στο καινούριο του βιβλίο (αυτοβιογραφία). Ωστόσο, τα χειρόγραφα βρέθηκαν άθικτα στο σπίτι και όταν δημοσιεύτηκε η αυτοβιογραφία του με τίτλο «Το φοβερό βήμα», δεν διαπιστώθηκε καμία αποκάλυψη.
Το σενάριο 4 βασίζεται στην έρευνα του Κώστα Τσαρούχα. Ο δημοσιογράφος και φίλος του, Κώστα Ταχτσή, στο βιβλίο του «Η δολοφονία του συγγραφέα: ποιος, πώς και γιατί σκότωσε τον Κώστα Ταχτσή», εκτίμησε ότι ο Ταχτσής πήγε εκείνη τη νύχτα τρεις πελάτες στο σπίτι του στον Κολωνό (αντί για το ξενοδοχείο «Εστία»). (Ήταν γνωστό πως ο Κώστας Ταχτσής κυκλοφορούσε σε κακόφημες πιάτσες αναζητώντας συγκυριακές συντροφιές της μιας νύχτας, πολλές φορές ντυμένος τραβεστί). Όντας μεθυσμένος, δεν μπόρεσε να προβάλει αντίσταση όταν ο τελευταίος πελάτης αντιλήφθηκε ότι στο κρεβάτι δεν βρισκόταν με γυναίκα αλλά με άντρα, και τον έπνιξε.
Παρά τις εντατικές έρευνες, η δολοφονία του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή παραμένει ακόμα και σήμερα, 38 χρόνια μετά, ανεξιχνίαστη. Εξάλλου, τα μέσα της εποχής ήταν πενιχρά, τα αστυνομικά εργαστήρια υποτυπώδη και δεν υπήρχαν εργαλεία όπως το DNA.
Τα παιδικά χρόνια, η οικογένεια και οι έμμονες ιδέες
Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1927 στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του, Γρηγόριος, και η μητέρα του, Έλλη (το γένος Ζάχου), κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία (πρόσφυγες του 1860 στη Θεσσαλονίκη). Ήταν ο δευτερότοκος γιος της οικογένειας, καθώς το πρώτο παιδί είχε πεθάνει λίγες ημέρες μετά τη γέννα. Αυτός ο αδελφός που έχασε πριν γεννηθεί ο ίδιος αποτελούσε μία από τις έμμονες ιδέες του.
Μετά τον χωρισμό των γονέων του, τα πρώτα χρόνια της ζωής του ήταν οδυνηρά: «Ήταν τραυματικά. Ήταν οδυνηρά. Ταυτίζονται στη συνείδησή μου με το χωρισμό της μάνας μου από τον πατέρα μου, την απώλεια του πατέρα μου», είχε αναφέρει ο ίδιος.
Σε ηλικία επτά ετών αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα για να ζήσει με την οικογένεια της γιαγιάς του, της Πολυξένης, μιας γυναίκας με ισχυρή προσωπότητα που καθόρισε τον χαρακτήρα του. Η αδελφή του αποκάλυψε αργότερα σε τηλεοπτική συνέντευξη: «Από τη μια η γιαγιά τον αγαπούσε και από την άλλη τον κατέστρεφε. Όταν ήταν μικρό παιδάκι, στις Απόκριες, στο σχολείο τον έντυνε κοριτσάκι. Του έδινε με κούκλες να παίζει από μικρό». Η ίδια μάλιστα εμπόδιζε κάθε επαφή του με κορίτσια, διώχνοντας με άγριο τρόπο μια κοπέλα που... «τόλμησε» να κάνει σχέση μαζί του στο Γυμνάσιο.
Παράλληλα, οι δύο θείοι του συνέβαλαν στο να μάθει να κινείται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Όπως έλεγε ο ίδιος: «Ο μεν ένας, ο "κακός", με κουβαλούσε μαζί του σε διάφορα υπόγεια χαμαιτυπεία γύρω από την Ομόνοια. Ο άλλος με πήγαινε σε επίσημες δεξιώσεις, με υπουργούς και διαφόρους άλλους μεγαλοσχήμονες. Έτσι, αισθανόμουν σα να ανήκω σε έναν κόσμο αδεσμεύτων. Και έκανα επισκέψεις πότε στον υπόκοσμο και πότε στο κατεστημένο».
Σπουδές, περιπλανήσεις στον κόσμο και η ταυτότητα του Αθηναίου
Ο Κώστας Ταχτσής, φοίτησε στη Βέροια (Β' Δημοτικού ως κατ' οίκον διδαχθείς στην Α') και στη συνέχεια σε Δημοτικό και εξατάξιο Γυμνάσιο στην Αθήνα. Με το χαρτζιλίκι του αγόραζε βιβλία και εισιτήρια για το θέατρο. Το 1945 αρρώστησε από τυφοειδή πυρετό τις ημέρες των εξετάσεων για τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων. Εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (φοίτησε για δύο χρόνια) και υπηρέτησε τη θητεία του, απολυόμενος ως ανθυπολοχαγός.
Ακολούθησε μια έντονη και περιπετειώδης ζωή:
1951: Βοηθός του Αμερικανού διευθυντή στα έργα για το φράγμα του Λούρου.
1954-1955: Διαμονή στη Βρετανία και κατόπιν εργασία ως καθηγητής αγγλικών στην Αθήνα.
1956: Μπάρκαρε στο Αμβούργο σε δανικό πλοίο ως καμαρότος, ξεμπάρκαρε στο Λιβόρνο, επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία «Το παιδί και το δελφίνι». Το φθινόπωρο πήγε στη Βιέννη για να γράψει.
1957: Μάνατζερ του πιανίστα Τώνη Γεωργίου στην ανατολική Αφρική. Από το Ναϊρόμπι έφυγε για την Αυστραλία, όπου εργάστηκε σε πολυκατάστημα, ως σιδηροδρομικός υπάλληλος επί διετία και στις Δημόσιες Σχέσεις της Κρατικής Τράπεζας της Αυστραλίας. Στην Αυστραλία δοκίμασε να παντρευτεί, αλλά το βράδυ πριν τον γάμο μάλωσε με τη νύφη για τα οικονομικά και χώρισαν την ίδια βραδιά.
1960: Επέστρεψε στην Ελλάδα και επιχείρησε τον γύρο της Ευρώπης με μια βέσπα, φτάνοντας ως το Εδιμβούργο (κατά τη διάρκεια του ταξιδιού έγραψε κεφάλαια από «Το τρίτο στεφάνι»).
1962-1965: Μετά από σύντομη επιστροφή στην Αυστραλία, έζησε στις ΗΠΑ (1962-1964). Επιστρέφοντας στην Αθήνα, συνεργάστηκε με το περιοδικό «Πάλι» (1963-1965) και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής.
Παρά τη γέννησή του στη Θεσσαλονίκη, ο ίδιος δήλωνε Αθηναίος, όπως ανέφερε στην εκπομπή «Επίλογος» της ΕΡΤ το 1977, διαβάζοντας από το διήγημά του «Η γιαγιά μου η Αθήνα»: «Η ταυτότητά μου λέει ότι γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Μην δίνετε μεγάλη πίστη στις ταυτότητες. Είμαι Αθηναίος... Ο προπάππους μου απαρνήθηκε τα λάχανα του πατέρα του στον Άγιο Γιάννη τον Ρέντη και άνοιξε καφενείο στη διασταύρωση Πειραιώς και Κολοκυνθούς... Όλα τα παιδιά τους γεννήθηκαν στην Αθήνα».
Η ερωτική ταυτότητα, η αντίσταση και η δράση για τα δικαιώματα
Την περίοδο της Κατοχής ήταν πλέον ανοιχτά ομοφυλόφιλος. Ο ίδιος εξομολογήθηκε για τις αναστολές και την επιλογή του: «Χρειάστηκε ν' αγωνιστώ πολύ για να ξεπεράσω τις αναστολές που μου δημιούργησαν τα παιδικά μου χρόνια... Είδα δηλαδή τον έρωτα απλώς σαν μέσο για την κατάκτηση της ελευθερίας μου». Όταν η μητέρα του ανακάλυψε τον ερωτικό του προσανατολισμό, επιχείρησε να τον σκοτώσει, σύμφωνα με όσα είχε πει η αδερφή του σε τηλεοπτική της συνέντευξη. «Τον κυνήγησε, αλλά τον φυγάδευσε η θεία μας» θα πει επίσης.
Στη συνέντευξή του στο περιοδικό «Διαβάζω» είχε αναφέρει: «Κατέληξα και στον έρωτα ό,τι και σε όλα τα άλλα, δηλαδή να είμαι κάτι και συγχρόνως να μην είμαι. Να είμαι κι εδώ κι εκεί και παντού... Πιστεύω ότι την αληθινή ελευθερία την κατακτάει κανείς μόνος του».
Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας πρωτοστάτησε στη «δήλωση των 18» ενάντια στη λογοκρισία, συμμετείχε στην έκδοση 18 κειμένων (1970) και καλούνταν επανειλημμένα στην Ασφάλεια. Στη Μεταπολίτευση αγωνίστηκε ανοιχτά για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, ενώ την ίδια περίοδο εκδιδόταν.
Το «μαύρο πρόβατο» της λογοτεχνίας
Ο Κώστας Ταχτσής υπήρξε ποιητής και συγγραφέας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Το ποιητικό του έργο κινούνταν γύρω από τη θεματολογία της καθημερινής ζωής με έντονα λυρική διάθεση, η οποία μεταφέρθηκε και στα πεζά του.
Το μυθιστόρημα που τον καθιέρωσε και σφράγισε τη νεοελληνική λογοτεχνία ήταν «Το τρίτο στεφάνι» (1962). Αφού απορρίφθηκε από εκδότες ως ακατάλληλο, το εξέδωσε ο ίδιος με δικά του έξοδα. Το έργο αποτελεί μια ευφυή, ρεαλιστική και λυρική απεικόνιση της ζωής των Ελλήνων μικροαστών, γραμμένη σε απλή γλώσσα που συγκίνησε το κοινό με την αμεσότητά της.
Σχετικά με τη μικρή συγγραφική του παραγωγή, είχε δηλώσει: «Πιστεύω περισσότερο στη ζωή και λιγότερο στην Τέχνη. Θεωρώ πως η Τέχνη πρέπει να είναι η πεμπτουσία της ζωής, το περίσσευμα της ζωής. Να μην γίνεται ποτέ υποκατάστατο ζωής... Δεν μου αρέσει να δημοσιεύω πράγματα από τα οποία δεν είμαι εγώ ο ίδιος ικανοποιημένος».
Ο Ταχτσής δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί το «μαύρο πρόβατο» της ελληνικής κοινωνίας –κατεστημένου και υποκόσμου– και πολύ περισσότερο της κατεστημένης διανόησης. Η υπόθεση της δολοφονίας του παραμένει μέχρι σήμερα ανεξίχνιαστη, αφήνοντας πίσω της μόνο σενάρια για το τι συνέβη εκείνη τη μοιραία νύχτα του Αυγούστου.