Το ανεξιχνίαστο έγκλημα που σόκαρε την Αθήνα: Η ζωή και το άγριο τέλος της Γαβριέλλας, της «πρώτης κυρίας» του αγοραίου έρωτα

Ήταν μια μέρα, σαν σήμερα, πριν 35 χρόνια, που ο θάνατος της θρυλικής πόρνης της Αθήνας η οποία με τον βίο της και τις πράξεις είχε γίνει τόσο αγαπητή, βύθισε στη θλίψη μεγάλο μέρος των πολιτών

Δευτέρα 26 Αυγούστου 1991 και οι εφημερίδες δημοσιεύουν μια δολοφονία ιερόδουλης. Κάτω από άλλες συνθήκες, ο συγκεκριμένος θάνατος θα συνοδευόταν από υποτιμητικά σχόλια από τους συντηρητικούς της εποχής λόγω του επαγγέλματος του θύματος. Σε αυτή την περίπτωση όμως, όλα είναι διαφορετικά...

Το θύμα, όχι μόνο δεν είναι άγνωστο αλλά έχει κερδίσει στο πέρασμα των χρόνων, τον σεβασμό και την αγάπη όλων. Ο λόγος για την Γαβριέλλα Ουσάκοβα.

Ήταν μια μέρα, σαν σήμερα, πριν 35 χρόνια, που ο θάνατος της θρυλικής πόρνης της Αθήνας η οποία με τον βίο της και τις πράξεις είχε γίνει τόσο αγαπητή, βύθισε στη θλίψη μεγάλο μέρος των πολιτών. Η ελληνική κοινωνία τότε αναστατώθηκε από τη βιαιότητα του εγκλήματος. Όσοι τη γνώριζαν στεναχωρήθηκαν, ενώ όσοι δεν τη γνώριζαν και την έμαθαν μέσα από τα πρωτοσέλιδα αφιερώματα στη ζωή της, ανακάλυψαν μια σπάνια προσωπικότητα. Υπήρξαν, βέβαια, και αυτοί που αναρωτήθηκαν πώς γίνεται μια ιερόδουλη να είναι τόσο αγαπητή και να γίνεται πρωτοσέλιδο.

Σήμερα, 35 χρόνια μετά, η δολοφονία της αριστοκράτισσας Γαβριέλλας παραμένει ανεξιχνίαστη. Η διασημότερη εταίρα των Αθηνών, βρέθηκε στραγγαλισμένη στο διαμέρισμά της στην οδό Μάρκου Ευγενικού, στον αριθμό 14 στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Τα κίνητρα του δράστη μέχρι και σήμερα παραμένουν άγνωστα καθώς ο δολοφόνος δεν συνελήφθη ποτέ και το έγκλημα θεωρείται ανεξιχνίαστο.


Ο θάνατος του αδερφού της που δεν ήταν ατύχημα

Η Γαβριέλλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας, γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου του 1916 στην Τραπεζούντα του Πόντου. Η ίδια, ωστόσο, υποστήριζε πως γεννήθηκε το 1916 στη Ρωσία από αριστοκρατική οικογένεια, σε μια επαρχία της Κριμαίας στη Μαύρη Θάλασσα. Οι γονείς της χώρισαν νωρίς. Ο πατέρας της Νικόλαος έφυγε για την Αμερική, όπου και πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του ΄60, ενώ η μητέρα της Τατιάνα παντρεύτηκε και πάλι στην Ελλάδα. Η Γαβριέλλα ήταν η μεγαλύτερη από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Τα άλλα δύο ήταν ένα αγοράκι που πέθανε βρέφος και ένα κορίτσι (από τον δεύτερο γάμο της μητέρας της) η Λίλη, που γεννήθηκε στην Ελλάδα.

Το 1929, σε ηλικία 13 ετών, η οικογένεια της Γαβριέλλας ξεκίνησε το ταξίδι της για την Ελλάδα. Όπως η ίδια έγραψε στο βιβλίο της, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού έριξε από το καροτσάκι τον μικρό της αδελφό γιατί τον ζήλευε. Εκείνη προσποιήθηκε πως δεν ήξερε τίποτα και όλοι πίστεψαν πως επρόκειτο για δυστύχημα εξαιτίας μιας μπανανόφλουδας. Ωστόσο, οι τύψεις δεν την εγκατέλειψαν ποτέ.

«Δυστυχώς το παιδί πέθανε και δεν έφαγα πολύ ξύλο, ένεκα η φλούδα της μπανάνας. Έτσι έμεινα μοναδική με τη μαμά μου. Έτρωγα διπλές σοκολάτες, αλλά ώρες -ώρες έβλεπα το μωρό στο φερετράκι του. Το θάψαν στην Πόλη. Όλος ο κόσμος τα ‘βαλε με την απροσεξία του καθενός: πετάν φλούδες κάτω; Χάθηκε η θάλασσα; Μόνο εγώ ήξευρα πως δεν ήτο ατύχημα και είχα τύψεις συνειδήσεως πολύ καιρό», ανέφερε στο βιβλίο της.

Η πρώτη ερωτική εμπειρία

Στο ίδιο πλοίο που την έφερνε στην Ελλάδα είχε και την πρώτη ερωτική της εμπειρία με έναν Τούρκο, ο οποίος δεν ήθελε να την πληρώσει, αλλά τελικά της έδωσε ένα πεντόλιρο. Όπως περιέγραψε η ίδια: «Μου έκανε κακά πράγματα! Και πλακώνουν κάτι ναύτες ντερέκια και σου τον κάνουν τ' αλατιού! Το δε πεντόλιρο κύλησε χάμω από τα πολλά πατήματα που του έκαναν. Ξεκόλλησε και το βρήκα ψάχνοντας με τα τέσσερα κάτω από το τραπέζι. Δρόμο τώρα για το λουτρό. Αμπαρώνω την πόρτα και γουρλώνω τα μάτια. Περασμένα στο καρφί μάτσο τα χιλιόρουβλα».

«Ήταν η πρώτη μου βίζιτα», θα έλεγε αργότερα. Υπάρχει μάλιστα και ένας «μύθος» αναφορικά με το συγκεκριμένο ταξίδι, καθώς λέγεται πως σε αυτό, κατάφερε και πούλησε τρεις φορές την παρθενιά της, χρησιμοποιώντας αίμα περιστεριού για να πείσει τους άνδρες πως ήταν η πρώτη της φορά.

«Έγινα ιερόδουλος διότι εγεννήθην έτσι»

Φτάνοντας στην Αθήνα, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Μαρούσι. Η Γαβριέλλα μεγάλωνε μέσα σε ένα αριστοκρατικό περιβάλλον, καθώς ο πατριός της είχε τον τρόπο του και φρόντισε για τη μόρφωσή της. Ήταν ένας εξαιρετικά μορφωμένος άνθρωπος για την εποχή της. Μιλούσε πέντε γλώσσες, σπούδασε στις Καλόγριες, πήγε στο γαλλικό ινστιτούτο, ενώ έκανε μαθήματα πιάνου, χορού και κοπτοραπτικής. Έγινε δασκάλα γαλλικών και δίδαξε για λίγο καιρό, αλλά τελικά την κέρδισε το καμπαρέ, όπου εργάστηκε ως αρτίστα.

Με τα χρήματα που μάζεψε, στις αρχές της δεκαετίας του '30, αγόρασε ένα οικόπεδο στην οδό Μάρκου Ευγενικού στα Εξάρχεια, όπου έχτισε τη διώροφη μονοκατοικία της και άρχισε να εργάζεται ως ιερόδουλος. «Έγινα ιερόδουλος διότι εγεννήθην έτσι», ανέφερε στην αποκαλυπτική αυτοβιογραφία της με τίτλο «Γαβριέλλα η ζωή μου», που δημοσιεύθηκε τη δεκαετία του ’80 και σοκάρισε το αναγνωστικό κοινό.

Η Γαβριέλλα ήταν μια απολύτως ανεξάρτητη γυναίκα. Ακόμα κι αν ισχυριζόταν πως έγινε πόρνη γιατί το απολάμβανε, η αλήθεια μάλλον βρισκόταν στη λαχτάρα της για ανεξαρτησία σε μια εποχή που οι λέξεις «γυναίκα» και «ανεξαρτησία» συνήθως δεν βρισκόντουσαν στην ίδια πρόταση. Το επάγγελμα της πόρνης, μάλλον ήταν για την Γαβριέλλα η εγγύηση ότι ποτέ δεν θα αναγκαζόταν να είναι υπό τον πλήρη έλεγχο κάποιου άνδρα. Εξάλλου, ακόμα και στη δουλειά της, δεν είχε ποτέ προστάτη ή «αγαπητικό». Επίσης, δεν είχε ποτέ άλλες κοπέλες στον οίκο ανοχής και δούλευε πάντα μόνη.

Η δράση στην Κατοχή και η παρασημοφόρηση στο Προεδρικό Μέγαρο

Την περίοδο της Κατοχής, το «σπίτι» της Γαβριέλλας γνώρισε μεγάλες δόξες. Στο πελατολόγιό της προστέθηκαν ανώτατοι Γερμανοί αξιωματικοί, ανάμεσά τους και ένας στρατηγός των Ναζί που την επισκεπτόταν τακτικά. Χωρίς να λέει πως είναι αντιστασιακή, η Γαβριέλλα αποσπούσε πληροφορίες από τους Γερμανούς πελάτες της και τις μετέφερε στις οργανώσεις που δρούσαν κατά των κατακτητών. Παράλληλα, έκρυβε αντιστασιακούς και Εβραίους στο σπίτι της, ενώ ο διπλός της ρόλος δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

Λέγεται επίσης ότι άφηνε σακούλες με τρόφιμα στις πόρτες των γειτόνων της που πεινούσαν, γεγονός που δημιούργησε ένα είδος λατρείας για το πρόσωπό της. Στη διάρκεια της Κατοχής πολλές γυναίκες διαπομπεύτηκαν για τις σχέσεις τους με Γερμανούς, όχι όμως η Γαβριέλλα, η οποία «είχε μια ψυχή σπάνια». Για τις υπηρεσίες της στην πατρίδα, μετά τον πόλεμο έλαβε τιμητική διάκριση στο Προεδρικό Μέγαρο.

Ο αυτόματος τηλεφωνητής

Μετά την κατοχή, η φήμη της ξεπέρασε τα στενά όρια της Αθήνας. Τις δεκαετίες ‘60, ‘70, ‘80, ο «ναός» της, όπως αποκαλούσε το σπίτι της, προσέλκυε άνδρες από ολόκληρη την Ελλάδα, οι οποίοι ταξίδευαν ακόμα και από άλλες πόλεις για να την επισκεφθούν. Η Γαβριέλλα έγινε γνωστή στον δημοσιογραφικό, τον καλλιτεχνικό και τον πολιτικό κόσμο. Είχε πελάτες από όλα τα κοινωνικά στρώματα: αριστοκράτες, βιομήχανους, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, πολιτικούς, φοιτητές, στρατιώτες μέχρι και βοσκούς ή επαρχιώτες.

Διατηρούσε ξεχωριστές τιμές για τον καθένα, ώστε να πληρώνει ο καθένας ανάλογα με τις δυνατότητές του. Στους άνδρες πρόσφερε στοργή και ζεστασιά. Όπως έγραφε στο βιβλίο της: «Τους περιποιόμουν γιατί σεβόμουνα τα λεφτά που μου δίναν. Το σπίτι μου δεν το βλέπανε σαν μπουρδέλο, αλλά σαν καταφύγιο παρηγοριάς».

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, αντιμετωπίζοντας τη δουλειά της με επαγγελματισμό, έβαλε τηλέφωνο με αυτόματο τηλεφωνητή, σε μια εποχή που ακόμα και μεγάλες εταιρείες δεν διέθεταν την συγκεκριμένη συσκευή. Στο μήνυμά της έδινε στοιχεία για τη διεύθυνσή της, σαφείς οδηγίες πρόσβασης και παρκαρίσματος, καθώς και τον τιμοκατάλογο των υπηρεσιών της αναλογικά με την οικονομική κατάσταση του ενδιαφερόμενου. Το μήνυμά της έγινε αγαπημένο παιχνίδι στα νεανικά στέκια και νεαροί καλούσαν τον αριθμό 36666 για να ακούσουν τη φωνή της.


Εταίρα με προσωπικότητα, ήθος και τεράστιο κρυφό φιλανθρωπικό έργο

Όσοι τη γνώρισαν έκαναν λόγο για μια «αρχόντισσα», μια κυρία με προσωπικότητα και έμφυτη αρχοντιά, η οποία ήταν περισσότερο εταίρα με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Ήταν πάντα κομψή, ντυνόταν με φορέματα και φακιόλια που έραβε η ίδια στο ίδιο χρώμα, ενώ ήταν εξαιρετικά κοκέτα και αφιέρωνε άπειρο χρόνο στην εμφάνισή της. Δεν ανεχόταν τον χλευασμό, δεν ντράπηκε ποτέ για το επάγγελμά της και προσπαθούσε πάντα να μη δίνει δικαιώματα για αρνητικά σχόλια, κερδίζοντας τον σεβασμό όλων. Στη γειτονιά της ήταν αποδεκτή και δεν δημιουργήθηκαν ποτέ εντάσεις αφού και η ίδια σεβόταν τους γείτονες, μη δεχόμενη ποτέ στο σπίτι της τα παιδιά των γειτόνων και των φιλενάδων της.

Παράλληλα, διατήρησε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο για το οποίο δεν μιλούσε ποτέ, αφήνοντας τις πράξεις της να μιλούν γι' αυτό. Έδινε μεγάλα ποσά σε φιλανθρωπίες, βοήθησε παιδιά να σπουδάσουν, έδινε χρήματα σε ανθρώπους με προβλήματα υγείας, πλήρωνε τον παιδίατρο για τα άρρωστα παιδιά της γειτονιάς και δεν εισέπραττε ενοίκια από τα διαμερίσματά της όταν οι νοικάρηδες είχαν οικονομικές δυσκολίες.

Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής της παρέμεινε καλλιεργημένη, διάβαζε, άκουγε μουσική και πήγαινε στο θέατρο. Τα τελευταία χρόνια έβγαινε σπάνια, πηγαίνοντας την Κυριακή στην εκκλησία και δύο φορές την εβδομάδα στο υγειονομικό για τις απαραίτητες εξετάσεις.

Η άγρια δολοφονία στην οδό Μάρκου Ευγενικού

Η 75χρονη Γαβριέλλα, που δούλευε αδιάκοπα μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής της, βρέθηκε νεκρή την Κυριακή 25 Αυγούστου του 1991 ενώ η δολοφονία της έγινε γνωστή από τον Τύπο, μια μέρα μετά, τη Δευτέρα 26 Αυγούστου.

Η ίδια, άφηνε την εξώπορτα του σπιτιού της πάντα ανοιχτή. Ίσως να θεωρούσε πως η Αθήνα ήταν ακόμα μια ασφαλής πόλη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Αρχών, που έβαλαν το κίνητρο της ληστείας, πρώτο στην λίστα τους, η Γαβριέλλα, ενδεχομένως να θεωρήθηκε «εύκολος στόχος» από κάποιους λόγω της ηλικίας της ενώ παράλληλα τη συνόδευε η φήμη πως είχε μεγάλη περιουσία.

«Βρέθηκε από τους αστυνομικούς άψυχη, στριμωγμένη ανάμεσα στο ντιβανάκι "αναμονής" και στο κρεβάτι του έρωτα, με το κεφάλι της γερμένο σε μια καρέκλα, το δεξί της χέρι δεμένο με την άκρη ενός σεντονιού και στο πρόσωπό της ένα μαξιλάρι που της έκοψε την ανάσα» ανέφερε δημοσίευμα σε εφημερίδα της εποχής ενώ ο Πάνος Σόμπολος στο βιβλίο του «Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα» γράφει για την υπόθεση: «Την έλεγαν ιέρεια του αγοραίου έρωτα. Η γυναίκα που κυριάρχησε στην Αθηναϊκή ζωή για 51 χρόνια και πρόσφερε απλόχερα βοήθεια σε φτωχούς και αναξιοπαθούντες η Γαβριέλλα Ουσάκοβα, η διάσημη πόρνη Γαβριέλλα, όπως την ήξερε ο περισσότερος κόσμος, δολοφονήθηκε άγρια μέσα στο νεοκλασικό ιδιόκτητο σπίτι της που χρησιμοποιούσε και ως οίκο ανοχής στην οδό Μάρκου Ευγενικού 14, στην περιοχή του Λυκαβηττού. Μία γειτόνισσα της τη βρήκε νεκρή στις 10:00 το πρωί τις 25 Αυγούστου 1991 σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού της και ειδοποίησε την αστυνομία. Ακολούθησε κινητοποίηση της Ασφάλειας και της εγκληματολογικής υπηρεσίας».

Η Γαβριέλλα είχε βρεθεί κανονικά ντυμένη. Φορούσε τη ρόμπα της ενώ έφερε κακώσεις στο πρόσωπο και στο λαιμό. Ο ιατροδικαστής, που έκανε τη νεκροψία και τη νεκροτομή, διαπίστωσε ότι ο θάνατος της είχε επέλθει συνέπεια στραγγαλισμού με τα χέρια. Προσδιόρισε ότι είχε λάβει χώρα κατά το χρονικό διάστημα από τα μεσάνυχτα έως τις 2 τα ξημερώματα του Σαββάτου προς Κυριακή 24-25 Αυγούστου.  Η βιαιότητα του εγκλήματος σόκαρε την ελληνική κοινωνία και η δολοφονία έγινε πρωτοσέλιδο με τίτλους όπως «Στραγγάλισαν την μαντάμ Ορτάνς της Αθήνας».

Τα σενάρια της αστυνομίας

Η αστυνομία εξέτασε διάφορα ενδεχόμενα γύρω από την υπόθεση.

Το σενάριο της ληστείας υπήρξε το επικρατέστερο, λόγω του μύθου ότι έκρυβε στο σπίτι έναν θησαυρό. Ωστόσο, αναφέρθηκε πως η ίδια φρόντιζε να μην κρατά αντικείμενα μεγάλης αξίας ή μεγάλα χρηματικά ποσά στον χώρο όπου μπαινόβγαινε κόσμος.

Το σενάριο των κληρονομικών διαφορών εξετάστηκε και απορρίφθηκε σχεδόν αμέσως.

Το σενάριο του σεξουαλικού εγκλήματος καθώς συνδέθηκε με τους κινδύνους του επαγγέλματος της, ενώ οι έρευνες προσανατολίστηκαν και στο κλίμα της οικονομικής μετανάστευσης της εποχής.

Παράλληλα, ορισμένοι αμφισβήτησαν τη θεωρία της ληστείας, εκτιμώντας πως κάποιος μπορεί να ήθελε να της «κλείσει το στόμα», αν και η εχεμύθειά της προς τους πελάτες δεν αμφισβητήθηκε ποτέ.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η Γαβριέλλα πέθανε πάμπλουτη, αφήνοντας πίσω της 40 διαμερίσματα, καταθέσεις δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, κοσμήματα και δύο ή τρεις εξοχικές κατοικίες.



Το τελευταίο αντίο και η υστεροφημία

Στην κηδεία της παρευρέθηκαν ελάχιστοι άνθρωποι. Πολλοί από το περιβάλλον της ή όσοι είχαν ευεργετηθεί από εκείνη απέφυγαν να τη συνοδεύσουν στην τελευταία της κατοικία, φοβούμενοι τη μεγάλη δημοσιότητα που πήρε το θέμα στον Τύπο.

Οι άνθρωποι που βοηθήθηκαν από εκείνη την αποκαλούσαν «Αγία Γαβριέλλα», ενώ ένα από τα στεφάνια που κατατέθηκαν στην κηδεία της έγραφε χαρακτηριστικά: «στην πρώτη Κυρία».

Η μυθική ζωή και το τραγικό τέλος της «πλανεύτρας των Αθηνών» ενέπνευσαν την τέχνη: η ιστορία της έγινε τραγούδι από τον Κώστα Καλδάρα, μεταφέρθηκε δύο φορές στο θέατρο και έγινε βιβλίο.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr