Η Καρίνα του Νταλί, των Ανωγειανών και του πανηγυριού: Η συγκινητική ιστορία της ηλικιωμένης που «χόρεψε» υποβασταζόμενη από τους φίλους της στην Κρήτη
Η Γερμανίδα καλλιτέχνις υπήρξε μούσα του Νταλί και δημιούργησε ένα πέτρινο μνημείο για να ζητήσει συγγνώμη για τις θηριωδίες των ναζί
Μερικές φορές μια εικόνα λίγων δευτερολέπτων αρκεί για να ανοίξει μια ιστορία που απλώνεται σε ολόκληρες δεκαετίες. Στο πανηγύρι στις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου, στην Κρήτη, μια ηλικιωμένη γυναίκα βρίσκεται στο κέντρο μιας παρέας νεαρών. Τα πόδια της δεν μπορούν πια να ακολουθήσουν όπως παλιά τον ρυθμό, εκείνη όμως θέλει να χορέψει.
Οι νεαροί βρίσκουν τον τρόπο. Τη σηκώνουν με τη βοήθεια μιας ξαπλώστρας και την κρατούν ψηλά, ώστε να γίνει ξανά μέρος του χορού. Εκείνη χαμογελά, κινεί τα χέρια της στον ρυθμό της κρητικής μουσικής και για λίγα λεπτά η ηλικία μοιάζει να έχει χάσει τη σημασία της. Η εικόνα ταξίδεψε στον χαώδη κόσμο του Διαδικτύου για την τρυφερότητα και τον αυθορμητισμό της. Πίσω όμως από το πρόσωπο της 88χρονης γυναίκας δεν βρίσκεται μια συνηθισμένη επισκέπτρια ενός κρητικού πανηγυριού. Είναι η Γερμανίδα γλύπτρια και εικαστικός Καρίνα Ρεκ, μια γυναίκα με μια σχεδόν μυθιστορηματική ζωή που πριν από περίπου τέσσερις δεκαετίες αποφάσισε ότι ένα κομμάτι της θα έμενε για πάντα δεμένο με τα Ανώγεια και τον Ψηλορείτη. Στην Κρήτη δεν έμεινε ξένη για πολύ.
Οι άνθρωποι που τη γνώρισαν στα Ανώγεια τής έδωσαν το δικό τους όνομα. Την αποκαλούσαν «Σκάρα», λέξη που, όπως εξηγούν παλιοί Ανωγειανοί, παρέπεμπε στον γύπα. Το προσωνύμιο ταίριαζε στα μάτια τους τόσο στο ξεχωριστό παρουσιαστικό της όσο και σε εκείνο το ατίθασο, ελεύθερο πνεύμα που δεν έδειχνε να χωρά εύκολα σε συμβάσεις. Ετσι έγινε η «Καρίνα Σκάρα», ενώ ο τόπος όπου έμενε τότε προστέθηκε σχεδόν σαν δεύτερο επίθετο. «Καρίνα Σκάρα Σαβουνόλακα». Με τον καιρό, όμως, επικράτησε μια άλλη προσφώνηση, πιο απλή και πολύ πιο ουσιαστική: «η Καρίνα των Ανωγειανών».
Η Καρίνα των Ανωγειανών
«χορεύει» με τη βοήθεια
των φίλων της στο πανηγύρι
στις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου
Αντιφασίστρια
Ολοι όσοι τη γνώρισαν τότε θυμούνται μια εντυπωσιακή γυναίκα. Ιδιαίτερη ομορφιά, ανάλογο ντύσιμο, έντονο βλέμμα, καλλιτεχνική φύση και μια μόνιμη ανάγκη να γνωρίζει ανθρώπους, τόπους και ιστορίες. Ηταν βαθιά πολιτικοποιημένη και ξεκάθαρα αντιφασίστρια. Δεν αντιμετώπιζε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μακρινή σελίδα της ευρωπαϊκής Ιστορίας, αλλά ως κάτι που αφορούσε και την ίδια προσωπικά, ακριβώς επειδή ήταν Γερμανίδα.
Η Γερμανίδα γλύπτρια
σε ηλικία 20 ετών, όταν ήταν μοντέλο του Νταλί
Ο πρώην αντιδήμαρχος Ανωγείων, Βασίλης Σμπώκος, ένας από τους ανθρώπους που γνωρίζουν καλά την ιστορία της παραμονής της στην περιοχή, θυμάται μια γυναίκα που από την πρώτη στιγμή δεν περιορίστηκε στον ρόλο της ξένης καλλιτέχνιδας. Ρωτούσε, άκουγε, αναζητούσε ηλικιωμένους ανθρώπους που είχαν ζήσει την Κατοχή, ήθελε να μάθει τι είχε συμβεί στα σπίτια, στις οικογένειες, στα βουνά. Δεν πήγε στην Κρήτη αναζητώντας ένα γραφικό καταφύγιο. Ηθελε να καταλάβει τον τόπο.
Η πρώτη της επαφή με τα Ανώγεια τοποθετείται, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκεντρώσαμε στην περιοχή, στο 1985. Το Μεξικό είχε ήδη προηγηθεί στη μεγάλη περιπλάνηση της ζωής της, σε μια περίοδο κατά την οποία ταξίδευε και μαζί με τον σύζυγό της.
Στην Κρήτη, όμως, η διαδρομή της ήταν προσωπική. Εφτασε μόνη σε έναν τόπο πολύ διαφορετικό από τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις και τους καλλιτεχνικούς κύκλους στους οποίους είχε κινηθεί. Τα Ανώγεια εκείνης της εποχής δεν είχαν καμία σχέση με έναν τουριστικό προορισμό για τον επισκέπτη. Ο Ψηλορείτης, τα καφενεία, οι βοσκοί, τα μιτάτα, οι ηλικιωμένοι με τις μαύρες πουκαμίσες, τα σπίτια που κουβαλούσαν ακόμη τις μνήμες του πολέμου, η μουσική και οι οικογενειακές αφηγήσεις συνέθεταν έναν κόσμο αυθεντικό και σκληρό μαζί. Ηταν εκείνη η Κρήτη που επί δεκαετίες μάγευε Ευρωπαίους, οι οποίοι δεν αναζητούσαν απλώς ήλιο και θάλασσα αλλά έναν διαφορετικό τρόπο ζωής: κοινότητα, μνήμη, υπερηφάνεια, στενή σχέση με τη γη.
Για την Καρίνα υπήρξε κι ένας άνθρωπος που λειτούργησε σαν οδηγός προς αυτόν τον κόσμο, ο Ψαραντώνης. Τον είχε δει και ακούσει και η μουσική του την αναστάτωσε. Σε παλαιότερα κρητικά δημοσιεύματα αναφέρεται μάλιστα ότι ένα τραγούδι του, που άκουσε στο Βερολίνο, ήταν εκείνο που την έκανε να αναζητήσει το χωριό από το οποίο προερχόταν. Οταν τελικά έφτασε στα Ανώγεια, η μουσική είχε ήδη ανοίξει την πόρτα και η ιστορία του τόπου έκανε τα υπόλοιπα.
Εναν χρόνο αργότερα, το 1986, επέστρεψε και εγκαταστάθηκε στην περιοχή για μεγάλο διάστημα. Τα επόμενα δύο χρόνια γύρισε την Κρήτη. Δεν έκανε τις διαδρομές ενός ταξιδιωτικού οδηγού. Αναζητούσε ανθρώπους και μαρτυρίες. Ηθελε να μπει όσο βαθύτερα μπορούσε στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής και να καταλάβει πώς η βία εκείνης της περιόδου είχε σημαδέψει όχι μόνο μια γενιά, αλλά ολόκληρη την κρητική κοινωνία. Τα Ανώγεια αποτελούσαν ένα από τα πιο βαριά κεφάλαια αυτής της αναζήτησης. Τον Αύγουστο του 1944 οι γερμανικές δυνάμεις διέταξαν την καταστροφή του χωριού. Σπίτια ισοπεδώθηκαν, κάτοικοι εκτελέστηκαν και ένας ολόκληρος τόπος πλήρωσε την αντιστασιακή του δράση.
Για την Καρίνα, οι περιγραφές των ανθρώπων που είχαν επιζήσει δεν ήταν απλώς υλικό έρευνας. Οπως διηγούνται άνθρωποι που τη συναναστράφηκαν, οι θηριωδίες των ναζί «κάθονταν σαν κόμπος στον λαιμό της». Εκεί άρχισε να διαμορφώνεται μέσα της η ιδέα ότι δεν αρκούσε να ακούσει. Επρεπε να αφήσει κάτι πίσω της. «Εχουμε υποχρέωση ως Γερμανοί να σκύψουμε το κεφάλι και να ζητήσουμε συγγνώμη», ήταν μία από τις φράσεις που, σύμφωνα με τις μαρτυρίες από τα Ανώγεια, επαναλάμβανε εκείνη την περίοδο. Δεν θεωρούσε ότι μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη για μια προηγούμενη γενιά, πίστευε όμως ότι μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη της μνήμης.
Ο «Αντάρτης της Ειρήνης»
Κάπως έτσι γεννήθηκε ο «Αντάρτης της Ειρήνης». Η ιδέα ήταν όσο απλή τόσο και δύσκολη στην πραγματοποίησή της. Ενα τεράστιο γλυπτό πάνω στο ίδιο το τοπίο της Νίδας, όχι τοποθετημένο απέναντι στη φύση αλλά φτιαγμένο από τη φύση. Μια ανθρώπινη μορφή, ένας φτερωτός αντάρτης ξαπλωμένος πάνω στο οροπέδιο, τόσο μεγάλος ώστε η συνολική μορφή του να γίνεται πραγματικά αντιληπτή μόνο από ψηλά. Η Καρίνα αναζήτησε χρηματοδότηση στη Γερμανία και κατάφερε να εξασφαλίσει υποστήριξη για το σχέδιό της (περίπου 150.000 γερμανικά μάρκα), ενώ στο εγχείρημα συμμετείχαν ενεργά οι ίδιοι οι κάτοικοι των Ανωγείων και ιδιαίτερα άνθρωποι του οροπεδίου. Η κατασκευή εξελίχθηκε σε συλλογική δουλειά.
Δεν ήταν πλέον το έργο μιας Γερμανίδας γλύπτριας που είχε έρθει στην Κρήτη. Ηταν κάτι που έφτιαχναν μαζί μια Γερμανίδα και οι απόγονοι ανθρώπων που είχαν βιώσει τη γερμανική κατοχή. Περίπου 5.000 πέτρες χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία του. Το έργο έχει μήκος περίπου 32 μέτρα και πλάτος 9 μέτρα. Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο του, ωστόσο, δεν είναι οι διαστάσεις του αλλά η προέλευση των υλικών του. Πολλές από τις πέτρες βρίσκονταν ήδη διάσπαρτες στο οροπέδιο από τα χρόνια του πολέμου. Τις είχαν τοποθετήσει οι Κρητικοί για να εμποδίζουν την προσγείωση γερμανικών αεροσκαφών και των αλεξιπτωτιστών. Οι πέτρες που κάποτε είχαν χρησιμοποιηθεί ως άμυνα απέναντι στους Γερμανούς έγιναν, δεκαετίες αργότερα, στα χέρια μιας Γερμανίδας, υλικό ενός μνημείου συμφιλίωσης.
Ο «Αντάρτης της Ειρήνης» από ψηλά. Περίπου 5.000 πέτρες χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία του.
Το έργο έχει μήκος περίπου 32 μέτρα και πλάτος 9 μέτρα
Αυτό ήταν και το βαθύτερο νόημα του «Αντάρτη». Δεν επρόκειτο για προσπάθεια να σβήσει η Ιστορία. Το αντίθετο. Η Καρίνα Ρεκ επέμενε ότι χωρίς μνήμη δεν μπορούσε να υπάρξει πραγματική συμφιλίωση. Ο «Αντάρτης της Ειρήνης» δεν ζητούσε από τους Κρητικούς να ξεχάσουν. Ζητούσε από τους Γερμανούς να θυμούνται. Η δημιουργία του έργου διήρκεσε περίπου δύο χρόνια και ο «Andartis - Monument für den Frieden», όπως είναι γνωστός στη γερμανική βιβλιογραφία, εγκαινιάστηκε στις 23 Ιουνίου 1991 στη Νίδα. Στο γυμνό τοπίο του Ψηλορείτη, ο πέτρινος φτερωτός Αντάρτης έμεινε έκτοτε εκτεθειμένος στον χρόνο, στο χιόνι, στον ήλιο και στον αέρα. Δεν είναι ένα γλυπτό προστατευμένο πίσω από τις πόρτες ενός μουσείου.
Σταδιακά επιστρέφει στη φύση από την οποία δημιουργήθηκε. Η Ρεκ δεν σταμάτησε εκεί. Η πολυετής έρευνά της πάνω στην Κατοχή, την κρητική Αντίσταση και τη δημιουργία του μνημείου αποτυπώθηκε και στο βιβλίο «Andartis - Monument für den Frieden», το οποίο περιλαμβάνει ιστορικά κείμενα, ντοκουμέντα και μαρτυρίες. Για την προετοιμασία του αναζήτησε υλικό τόσο σε ιδιωτικά αρχεία της Κρήτης όσο και σε γερμανικά αρχεία, επιχειρώντας να ενώσει τις δύο πλευρές της ίδιας ιστορικής πληγής. Μέχρι τότε, βέβαια, η Καρίνα Ρεκ είχε ήδη πίσω της μια ζωή που δύσκολα χωρούσε σε μία ιδιότητα.
Γεννημένη στο Βερολίνο στις 8 Απριλίου 1938, μεγάλωσε μεταξύ Βερολίνου, Βιέννης και Ντίσελντορφ. Από το 1956 έως το 1959 σπούδασε Υποκριτική και Εκφραστικό Χορό στο Ντίσελντορφ και το Αμβούργο και στη συνέχεια εργάστηκε σε θεατρικές σκηνές του Λίμπεκ, του Αμβούργου και του Ντίσελντορφ. Αργότερα παντρεύτηκε τον γλύπτη Χάνες Εσερ και άρχισε μια περίοδο αδιάκοπων ταξιδιών. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 έως τα τέλη της ταξίδεψε στη Γαλλία, στην Ισπανία και την Ελλάδα, ενώ στα τέλη του 1969 βρέθηκε στο Μεξικό. Η αρχαιολογία, η μυθολογία, τα ερείπια, η σχέση του ανθρώπινου έργου με τη φύση άρχισαν να γίνονται βασικά στοιχεία της τέχνης της. Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιόδους αυτής της ζωής, η ίδια και ο Εσερ απέκτησαν ένα παλιό ξύλινο ιστιοφόρο στην Ελλάδα και περιπλανήθηκαν στο Αιγαίο. Η Ελλάδα είχε ήδη αρχίσει να μετατρέπεται από σταθμό των ταξιδιών της σε μόνιμο σημείο αναφοράς. Στη Γερμανία και στη Γαλλία το όνομά της εμφανίζεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 σε εκθέσεις και σημαντικές διοργανώσεις.
Το 1973 συμμετείχε στην Μπιενάλε του Παρισιού, ενώ έργα της παρουσιάστηκαν στο Ααχεν, στο Ντίσελντορφ, στο Βερολίνο και στη νότια Γαλλία. Η τέχνη της κινήθηκε ανάμεσα στη γλυπτική, στις εγκαταστάσεις, τη φωτογραφία και τη land art, συχνά με υλικά που έμοιαζαν να έχουν βγει από τη γη ή από κάποιον αρχαίο, φανταστικό πολιτισμό. Στην Κρήτη η βιογραφία της συνοδεύεται και από δύο ακόμη εντυπωσιακές αναφορές. Τοπικές δημοσιεύσεις αναφέρουν ότι στα νεανικά της χρόνια υπήρξε μοντέλο του Σαλβαδόρ Νταλί και ότι συμμετείχε σε ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει προσδιοριστεί δημοσίως ο τίτλος της ταινίας.
Η Καρίνα με τον αδερφό της Γιαν το μακρινό 1987
Η ίδια περιγράφεται επίσης ως εξαιρετική χορεύτρια φλαμένγκο, μια λεπτομέρεια που μοιάζει να αποκτά ιδιαίτερο νόημα βλέποντας σήμερα την ηλικιωμένη Καρίνα να επιμένει ακόμη να συμμετέχει στον χορό ενός κρητικού πανηγυριού. Γιατί ο χορός υπήρξε πάντοτε μέρος της σχέσης της με την Κρήτη. Στα πανηγύρια δεν καθόταν στην άκρη ως παρατηρήτρια. Χόρευε. Εμπαινε στις παρέες, μάθαινε τις συνήθειες, μιλούσε με τους ανθρώπους. Κάπως έτσι κέρδισε εκείνο που δύσκολα προσφέρεται σε έναν ξένο μόνο και μόνο επειδή αγαπά έναν τόπο, την αποδοχή των κατοίκων του.
Ο διάσημος ζωγράφος
Μια άγνωστη μέχρι σήμερα ιστορία από τα νεανικά χρόνια της Καρίνα Ρεκ και τη συνάντησή της με τον Σαλβαδόρ Νταλί μεταφέρει ο Γιάννης Μπρίνταλος, ο οποίος τη γνώριζε προσωπικά από τα χρόνια της παραμονής της στα Ανώγεια. Οπως θυμάται, η ίδια του είχε αφηγηθεί κάποτε ένα ταξίδι που είχε κάνει στη βορειοανατολική Ισπανία, την εποχή που σπούδαζε Καλές Τέχνες στη Γερμανία. Δεν είχε επιλέξει τυχαία την περιοχή. Γνώριζε ότι εκεί βρισκόταν το σπίτι του Νταλί και ήθελε με κάθε τρόπο να τον συναντήσει.
Το κορίτσι στο κέρας του ρινόκερου,
του Σαλβαδόρ Νταλί, είναι η Καρίνα Ρεκ
Σύμφωνα με όσα είχε εκμυστηρευτεί στον Μπρίνταλο, είχε ταξιδέψει στην Ισπανία μαζί με μια φίλη της και κάποια στιγμή βρέθηκε σε παραλία κοντά στην κατοικία του διάσημου ζωγράφου. Τότε ξέσπασε μια ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα και η νεαρή Καρίνα έτρεξε να προφυλαχθεί κοντά στο σπίτι.
Η παρουσία της εκεί έγινε η αφορμή για να επιχειρήσει αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε σχεδόν αδύνατο, να περάσει την πόρτα του Νταλί. Χτύπησε την είσοδο και ένας από τους ανθρώπους που φρουρούσαν την κατοικία εμφανίστηκε μπροστά της. Η Καρίνα ζήτησε να μπει μέσα, όμως η απάντηση ήταν αρνητική. Δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια. Λίγο αργότερα ξαναχτύπησε, αυτή τη φορά ζητώντας να δει τον ίδιο τον Νταλί. Και πάλι εισέπραξε άρνηση. Εκείνη, όμως, επέμεινε. Παρέμεινε για ώρα έξω από το σπίτι, μέσα στη βροχή, μέχρι που ο φύλακας, σύμφωνα με την αφήγησή της, ενημέρωσε τελικά τον ζωγράφο ότι μια όμορφη νεαρή Γερμανίδα στεκόταν επίμονα στην είσοδο και ζητούσε να τον συναντήσει. Ο Νταλί δέχθηκε. Η πρώτη τους συνάντηση, όπως την περιέγραφε χρόνια αργότερα η ίδια, είχε σχεδόν κινηματογραφική εικόνα. Η Καρίνα βρέθηκε μπροστά του μούσκεμα από τη βροχή, ξυπόλυτη και παγωμένη.
Ο Γιάννης Μπρίνταλος θυμάται ότι του είχε μιλήσει και για τον φόβο που ένιωθε εκείνη τη στιγμή, καθώς για μια νέα φοιτήτρια Καλών Τεχνών ο Νταλί δεν ήταν απλώς ένας διάσημος ζωγράφος, αλλά μια σχεδόν απρόσιτη μορφή της παγκόσμιας τέχνης. Οπως του είχε αφηγηθεί, ο Νταλί την έπιασε από το χέρι, τη βοήθησε να ζεσταθεί και την τύλιξε με μια κουβέρτα.
Στη συνέχεια, της πρότεινε να την ξεναγήσει στο σπίτι του. Η Καρίνα περιέγραφε την κατοικία ως έναν παράξενο, αλλόκοτο και βαθιά εκκεντρικό χώρο, άρρηκτα δεμένο με την προσωπικότητα του δημιουργού του.
Η διακόσμηση, η ατμόσφαιρα και ολόκληρη η αρχιτεκτονική του σπιτιού, όπως του είχε πει, έμοιαζαν να αποτελούν προέκταση του ίδιου του Νταλί. Μέχρι εκεί, όμως, έφτανε η αφήγησή της. Ο Μπρίνταλος θυμάται ότι όταν επιχείρησε να μάθει περισσότερα και τη ρώτησε τι ακολούθησε, εκείνη έκλεισε τη συζήτηση με μια χαρακτηριστική φράση: «Μέχρι εδώ, παρακάτω δεν έχει». Ο ίδιος σχημάτισε με τα χρόνια την εντύπωση ότι η γνωριμία της με τον Νταλί ίσως να μην περιορίστηκε σε εκείνη τη μία συνάντηση. Οπως λέει, είχε την αίσθηση ότι η Καρίνα πέρασε περισσότερο χρόνο κοντά του και για μεγαλύτερες περιόδους, ενώ είχε συναντήσει και αναφορές σύμφωνα με τις οποίες υπήρξε κάποια εποχή ακόμη και μούσα του Ισπανού καλλιτέχνη.
Η Καρίνα Ρεκ πέρασε μέσα στο εικαστικό σύμπαν του κορυφαίου σουρεαλιστή, καθώς είναι η γυναικεία μορφή που απεικονίζεται στο έργο «Girl on Rhinoceros Horn» («Κορίτσι στο κέρας ρινόκερου»), το οποίο δημιουργήθηκε το 1967. Το έργο εντάχθηκε στη σειρά «DalíiIllustre Casanova», την πολυτελή εικονογραφημένη έκδοση με την οποία ο Νταλί συνόδευσε ιστορίες από τα απομνημονεύματα του Τζάκομο Καζανόβα, μεταφέροντας τον ερωτισμό τους στη δική του, αναγνωρίσιμη σουρεαλιστική γλώσσα.
Στη συγκεκριμένη σύνθεση, η νεαρή Καρίνα εμφανίζεται γυμνή, πάνω σε ένα τεράστιο κέρας ρινόκερου, σε μια εικόνα όπου το ανθρώπινο σώμα συναντά ένα από τα μοτίβα που επανέρχονταν επίμονα στο έργο του Νταλί.
Ο ρινόκερος και κυρίως το κέρας του είχαν απασχολήσει ιδιαίτερα τον Ισπανό δημιουργό, ο οποίος τα συνέδεε με τη γεωμετρία, τις σπειροειδείς φόρμες και τις αναλογίες που αναζητούσε στη φύση. Ετσι, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, το συγκεκριμένο έργο αποτελεί ένα απτό ίχνος εκείνης της άγνωστης πτυχής της ζωής της Ρεκ: της εποχής κατά την οποία η ιδιαίτερη ομορφιά της τράβηξε το βλέμμα του Νταλί και η μορφή της βρήκε θέση σε μία από τις δημιουργίες του.
Η μετακόμιση
Η Καρίνα έζησε για πολλά χρόνια στα Ανώγεια, έναν τόπο με τον οποίο συνδέθηκε βαθιά και ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με τους ανθρώπους του. Ωστόσο, όσο περνούσαν τα χρόνια, οι δύσκολοι χειμώνες του Ψηλορείτη άρχισαν να γίνονται όλο και πιο απαιτητικοί για εκείνη. Ετσι, αναζήτησε έναν τόπο με ηπιότερο κλίμα, χωρίς όμως να απομακρυνθεί από την Κρήτη που είχε πλέον επιλέξει ως πατρίδα της. Τότε απευθύνθηκε στον στενό οικογενειακό της φίλο Γιενς Μπότεγκερ, ο οποίος, αν και ζει μόνιμα στη Σαουδική Αραβία, διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου, όπου έχει αποκτήσει τέσσερα σπίτια. Το 2018, ο Γιενς αγόρασε για την Καρίνα ένα σπίτι στο χωριό και από εκείνη τη χρονιά οι Μαργαρίτες έγιναν η μόνιμη κατοικία της. Στο χωριό βρήκε τη ζεστασιά και την ανθρώπινη επαφή που αναζητούσε, φτάνοντας να εκφράζει ανοιχτά την επιθυμία να παραμείνει εκεί μέχρι το τέλος της ζωής της, κοντά στους ανθρώπους που θεωρεί πλέον δικούς της.
Υπήρχε, ωστόσο, και μια ακόμη βαθύτερη επιθυμία, την οποία είχε εκμυστηρευτεί πριν από περίπου δύο χρόνια, όταν μια πτώση είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστεί: όταν φύγει από τη ζωή, θα ήθελε να ταφεί δίπλα στον «Αντάρτη», το έργο που δημιούργησε στα Ανώγεια και αποτελεί ίσως το ισχυρότερο αποτύπωμα της μακράς σχέσης της με τον τόπο. Ενας τελευταίος δεσμός με το χωριό όπου έζησε για δεκαετίες και στο οποίο άφησε ένα κομμάτι της δικής της ιστορίας.
Με τη μητέρα της (αριστερά) και συγγενείς τους
Το 2023, όταν επέστρεψε στα Ανώγεια και στη Νίδα για να δει ξανά τον «Αντάρτη» της, οι παλιοί γνώριμοι την υποδέχθηκαν με αγκαλιές. Εκείνη, συγκινημένη, αναγνώριζε πρόσωπα και παρατσούκλια, μιλούσε ακόμη με τις λέξεις που είχε μάθει δεκαετίες πριν και, φεύγοντας, είπε μια φράση που ίσως συνοψίζει καλύτερα από κάθε βιογραφικό τη σχέση της με αυτόν τον τόπο: «Θέλω να πεθάνω στο χωριό μου». Γι’ αυτό και η πρόσφατη εικόνα στις Μαργαρίτες έχει μεγαλύτερο βάρος από ένα απλώς συγκινητικό στιγμιότυπο ενός πανηγυριού.
Οι άνθρωποι που σήκωσαν την Καρίνα πάνω στην ξαπλώστρα για να μπορέσει να χορέψει ίσως σήκωναν, χωρίς να το γνωρίζουν, μια γυναίκα που πριν από σαράντα χρόνια είχε φτάσει μόνη σε αυτό το κομμάτι της Κρήτης. Μια Γερμανίδα που δεν ζήτησε από τους ανθρώπους να ξεχάσουν τι είχε κάνει η χώρα της, αλλά πρώτα κάθισε και τους άκουσε. Που περπάτησε στα χωριά τους, αναζήτησε τις ιστορίες των νεκρών τους και μετέτρεψε τις πέτρες ενός παλιού πολέμου σε έναν φτερωτό αντάρτη αφιερωμένο στην ειρήνη. Και ίσως αυτός να είναι τελικά ο λόγος που, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά την πρώτη άφιξή της στα Ανώγεια, η Καρίνα Ρεκ δεν είναι για τους ανθρώπους μια Γερμανίδα γλύπτρια. Είναι η Καρίνα «Σκάρα», η Καρίνα των Ανωγειανών.