Το καζάνι με το βραστό νερό κι ο αυγουστιάτικος Βαρδάρης του 1917 που έκαψαν τη Θεσσαλονίκη: «Ηταν μια πόλη πεθαμένων»

Πώς ξέσπασε η πυρκαγιά; - Ποιες ήταν οι συνέπειές της; - Το σχέδιο ανοικοδόμησης και η μεταμόρφωση της συμπρωτεύουσας

Σχεδόν πέντε χρόνια μετά την απελευθέρωσή της (26/10/1912) και την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό κράτος, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε αντιμέτωπη με μία καταστροφική πυρκαγιά που άλλαξε τη φυσιογνωμία της. Η πυρκαγιά ξεκίνησε το απόγευμα της 5/18 Αυγούστου 1917 και κατασβέστηκε μετά από 32 ώρες. Γι' αυτό ουσιαστικά πρόκειται για την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης, στις 5-7 Αυγούστου 1917 (18-20 Αυγούστου 1917 με το νέο ημερολόγιο).

Πώς ήταν η Θεσσαλονίκη το 1917;

Σύμφωνα με τα στοιχεία της πρώτης επίσημης ελληνικής απογραφής (28 Απριλίου 1913), ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης ήταν 157.889 άτομα. Από αυτούς: 39.956 (25,3%) ήταν Έλληνες, 61.439 (38,9%) Σεφαραδίτες Εβραίοι, 45.867 (29,1%) Οθωμανοί, 6.263 (4%) Βούλγαροι και 4.364 (2,8%) διαφόρων άλλων εθνοτήτων Βαλκάνιοι και άλλοι Ευρωπαίοι (Πηγή: Βασίλης Δημητριάδης, "Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης και η Ελληνική κοινότητά της κατά το 1913", "Μακεδονικά", νο 23, 1983, σελ 91).

Το 1917, μετά την παραίτηση Κωνσταντίνου, η Ελλάδα είχε πάψει να είναι χωρισμένη. Πρωθυπουργός ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενώ στη συμπρωτεύουσα βρίσκονταν χιλιάδες Βρετανοί και Γάλλοι στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένων και πολλών που προέρχονταν από τις αποικίες των δύο χωρών. Η Θεσσαλονίκη είχε μετατραπεί σε διαμετακομιστικό κέντρο πολεμοφοδίων και φιλοξενούσε πλέον περισσότερους από 270.000 ανθρώπους.

Η μεγάλη πυρκαγιά (5-7 / 18-20 Αυγούστου 1917)

Η πυρκαγιά, όπως προέκυψε από την ανάκριση που διεξήγαγαν οι δικαστικές αρχές της Θεσσαλονίκης, ξεκίνησε το Σάββατο 5/18 Αυγούστου 1917 περίπου στις 15:00 το μεσημέρι από ένα φτωχικό σπίτι όπου κατοικούσαν δύο Ελληνίδες πρόσφυγες στην οδό Ολυμπιάδος 3, στη συνοικία Μεβλανέ μεταξύ του κέντρου και της Άνω Πόλης.

Προκλήθηκε από σπίθα φωτιάς ενός καζανιού για καθάρισμα ρούχων με βραστό νερό, που έπεσε από μια τρύπα στο δάπεδο σε υπόγεια αποθήκη με άχυρο.

Η έλλειψη νερού (λόγω δέσμευσης για κοντινά συμμαχικά στρατόπεδα) και η αδιαφορία των γειτόνων δεν έκανε δυνατή την κατάσβεση της αρχικής πυρκαγιάς και σε σύντομο διάστημα, λόγω του σφοδρού Βαρδάρη που φύσαγε για τρίτη μέρα στην πόλη, η πυρκαγιά μεταδόθηκε στα γειτονικά σπίτια και άρχισε να εξαπλώνεται σε όλη τη Θεσσαλονίκη.

Η πυρκαγιά όπως φαινόταν από τον Θερμαϊκό Κόλπο

Οι πυρκαγιές δεν ήταν σπάνιες στη Θεσσαλονίκη. Μόλις πριν 27 χρόνια, το 1890, επί τουρκοκρατίας, μια μεγάλη φωτιά είχε προκαλέσει σοβαρές ζημιές στο κέντρο της πόλης, ιδίως κοντά στη χριστιανική συνοικία στον Ιππόδρομο. Όμως αυτές μοιάζουν ασήμαντες μπροστά στις καταστροφές που προκάλεσε η πυρκαγιά του 1917.

Ο Βρετανός δημοσιογράφος Χένρι Κόλινσον Όουεν (1882-1956) υπηρετούσε τότε στις δυνάμεις της χώρας του που βρίσκονταν στη Θεσσαλονίκη και μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες. Ειδοποιημένος από την υπηρέτριά του για τη φωτιά, ανέβηκε στην ταράτσα του κτιρίου όπου διέμενε και με τα κιάλια είδε ότι στη ΒΔ γωνιά της Πάνω Πόλης, στον λόφο πάνω από το λιμάνι, η φωτιά έκαιγε μια μεγάλη έκταση και κατέβαινε προς αυτόν (τον λόφο).

Ο Χένρι Κόλινον Όουεν, στο εξώφυλλο του βιβλίο του για τη Θεσσαλονίκη

Σιγά - σιγά οι στήλες καπνού πάνω από την παλιά πόλη πύκνωσαν και το σούρουπο, οι δρόμοι και τα σοκάκια που κατηφόριζαν προς τη θάλασσα ήταν γεμάτα από φυγάδες της πυρκαγιάς, που διέσχιζαν την Εγνατία προς τις απλωσίες της Κάτω Πόλης, κοντά στη θάλασσα. Τα συμμαχικά στρατεύματα μπήκαν στη μάχη για τη διάσωση των ανθρώπων και την κατάσβεση της πυρκαγιάς.

Γράφει ο H. Collinson - Owen, στο βιβλίο του "Salonica and after": "Ήταν μια απίστευτη και θλιβερή σκηνή. Οι οικογένειες να κλαίνε γοερά, τα σπίτια να καταρρέουν με πάταγο, καθώς οι φλόγες οιστρηλατημένες απ' τον άνεμο, τα καταβρόχθιζαν· και στους στενούς δρόμους, μια αργοκίνητη μάζα από φορτωμένα γαϊδούρια, κάρα, καμήλες που κουβαλούσαν τεράστια φορτία. Έλληνες πρόσκοποι (που έκαναν εξαιρετική δουλειά)· στρατιώτες όλων των εθνών, ανοργάνωτοι προς το παρόν για οτιδήποτε συγκεκριμένο· παμπάλαια ξύλινα πυροσβεστικά μηχανήματα καθώς έφτυναν στάλα - στάλα το ανεπαρκέστατο νερό τους· ο κόσμος, τέλος, που κουβαλούσε κρεβάτια (εκατοντάδες μπαμπακερά και πουπουλένια κρεβάτια), ντουλάπες, καθρέφτες, τσουκάλια και πιατικά, ραπτομηχανές (κάθε οικογένεια προσπαθούσε απελπισμένα να σώσει τη ραπτομηχανή της) κι ένα γενικό συνονθύλευμα από δυσκίνητα, άχρηστα πράγματα".

Οι πυρόπληκτοι έφταναν στη θάλασσα με τα πράγματά τους. Δεν ανέβαιναν όμως στις βρετανικές λάντζες χωρίς αυτά. Έτσι οι Βρετανοί έριχναν πρώτα τα υπάρχοντα των πυρόπληκτων στις λάντζες και μετά ανέβαζαν σε αυτές τους κατόχους τους! Στο μεταξύ η φωτιά είχε πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και σε μία απέλπιδα προσπάθεια, όσοι επιχειρούσαν να τη σβήσουν, ανατίναξαν κάποια κτίρια.

Τα μεσάνυχτα η φωτιά έφτασε κοντά στη θάλασσα και όλα τα παραθαλάσσια κτίρια έγιναν παρανάλωμα του πυρός. Από εκεί και πέρα, η φωτιά άρχισε να καταλαγιάζει. Δυο μέρες αργότερα, στις 7/20 Αυγούστου οι στρατιώτες ξαναμπήκαν στην πόλη για να αποτιμήσουν τις καταστροφές. Ωστόσο, κάποια κτίρια καίγονταν ακόμα!

Αεροφωτογραφία της πυρκαγιάς την ώρα που καίει τη συμπρωτεύουσα

Ο απολογισμός της φωτιάς - Οι πρώτες προσπάθειες αποκατάστασης


Τα μόνα θύματα της πυρκαγιάς ήταν κάποιοι μεθυσμένοι Γάλλοι στρατιώτες, οι οποίοι εγκλωβίστηκαν σε ένα καπηλειό της πόλης, όμως οι ζημιές ξεπερνούσαν κάθε λογική. Επίσημες πηγές αναφέρουν ότι τα 3/4 της παλιάς πόλης, ίσως και ακόμα περισσότερο είχαν καεί. Σχετική είναι η ακόλουθη περιγραφή: "...όλες οι τράπεζες, όλα τα γραφεία των επιχειρήσεων, όλα τα ξενοδοχεία και ουσιαστικά όλα τα μαγαζιά, τα θέατρα και οι κινηματογράφοι έγιναν στάχτη.

Οι περισσότερες εκκλησίες σώθηκαν ευτυχώς, μα από την ωραία βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Δημητρίου απομένουν μονάχα οι γυμνοί τοίχοι... Ο δυνατός άνεμος, η έλλειψη νερού, οι στενοί δρόμοι που εμπόδιζαν τις υποτυπώδεις πυροσβεστικές δυνάμεις και το ξύλο, από το οποίο ήταν φτιαγμένα τα σπίτια (τα τούβλα που χρησιμοποιούνταν ήδη στη Βόρεια Ευρώπη, δεν είχαν μπεί ακόμα στις οικοδομές στα Βαλκάνια), είχαν σαν αποτέλεσμα 9.950 σπίτια να καούν ολοσχερώς και περίπου 73.000 άνθρωποι να μείνουν άστεγοι.

Πιο συγκεκριμένα, ο συνολικός αριθμός των πυρόπληκτων ήταν 73.447. Η έκθεση που συνέταξε για την κυβέρνηση ο Αλέξανδρος Πάλλης ανέφερε ότι οι άστεγοι ήταν: 52.000 Εβραίοι, 10.000 Ορθόδοξοι και 11.000 Μουσουλμάνοι.

Πολλές χιλιάδες σπίτια ήταν ασφαλισμένα, για καταστροφή από πυρκαγιά. Φήμες ότι η φωτιά προκλήθηκε από εμπρησμό Γάλλων ή Γερμανών αποδείχτηκαν ανυπόστατες. Η Δικαιοσύνη έκρινε ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από τυχαίο γεγονός. Υπό την πίεση ελληνικών και ξένων Αρχών, όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια εξοφλήθηκαν πλήρως. Μάλιστα, η βρετανική North British and Mercantile Insurance, κατέβαλε αποζημιώσεις σε 3.000 πυρόπληκτους.

Καμένα σπίτια στη Θεσσαλονίκη

Χειρότερα χτυπήθηκε η εβραϊκή κοινότητα, γιατί η φωτιά αφάνισε την ιστορική της συνοικία: οι περισσότερες από τις 37 συναγωγές της είχαν γίνει στάχτη, το ίδιο και οι βιβλιοθήκες, τα σχολεία, οι λέσχες και τα γραφεία της. Χάθηκαν επίσης πολλά τζαμιά, καθώς και τα περισσότερα μεγάλα χάνια, το Ισμαήλ Πασά, το Εσκί Γιουμπρούκ και το Πασά Οριεντάλ, τα οποία στέγαζαν τους ταξιδιώτες για αιώνες.

Ο Στρατηγός Σαράιγ, Διοικητής των δυνάμεων της Αντάντ έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να βοηθήσουν τις ελληνικές Αρχές στην ανεύρεση καταλυμάτων για τους άστεγους. Πολλοί εγκαταστάθηκαν προσωρινά σε υπόγεια, σκηνές και παράγκες γύρω από την πόλη. Κάποιοι έμειναν σε συγγενείς τους, ενώ άλλοι αναγκάστηκαν (ή παροτρύνθηκαν...) να φύγουν. 5.000 Έλληνες μετακόμισαν στην Αθήνα, τον Βόλο, τη Λάρισα και άλλες πόλεις, ενώ εκατοντάδες Εβραίοι, πάμφτωχοι οι περισσότεροι, μετανάστευσαν στην Ιταλία, την Ισπανία, την Ιταλία, τις Η.Π.Α., τη Γαλλία, την Παλαιστίνη καθώς το σιωνιστικό κίνημα είχε ξεκινήσει ή εγκαταστάθηκαν στην «παλαιά» Ελλάδα.

Οργανώθηκαν λαϊκά συσσίτια για 30.000 άτομα την ημέρα, ενώ τον Σεπτέμβριο, μόλις 7.500 πυρόπληκτοι έμειναν ακόμα σε σκηνές. Η ανοικοδόμηση όμως άργησε πολύ. Δύο μήνες μετά τη φωτιά, ένας Βρετανός στρατιώτης έγραφε: "Η Σαλονίκη ήταν μια πόλη πεθαμένων. Οι δρόμοι της ήταν άδειοι, τα καφενεία και τα εστιατόρια δεν υπήρχαν πια και τη νύχτα το μισοφέγγαρο έριχνε το ασημένιο του φως πάνω σε μια ερημιά καλυμμένη από στοιχειωμένα ερείπια, προεξέχοντα κρεμάμενα δοκάρια και μαυρισμένα καβούκια σπιτιών... Οι λιγνοί, αλλά στέρεα χτισμένοι μιναρέδες είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις επιζήσει... και περπατώντας κανείς με προσοχή στη λαβωμένη πόλη, έφταναν στ' αφτιά του θρηνητικά, μέσα στην ασάλευτη νύχτα τα καλέσματα του μουεζίνη: "Αλλάχ ου ακμπάρ» (F.H. Smart, "The Great Fire", "The Mosquito, 93, Μάρτιος 1951).

Εικόνες καταστροφής από τη Θεσσαλονίκη

Η ανοικοδόμηση της πόλης


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος "βλέποντας μεγάλα", όπως έλεγε ο ίδιος και ο Υπουργός Συγκοινωνιών Αλέξανδρος Παπαναστασίου είδαν την πυρκαγιά "σχεδόν σταλμένη από τη θεία πρόνοια" (Ε. Βενιζέλος). Οι μικροϊδιοκτήτες είχαν μπλοκάρει στο παρελθόν κάθε προσπάθεια βελτίωσης της πόλης προς το κοινό όφελος. Πλέον, η κυβέρνηση, με τη γενική απαλλοτρίωση θα μπορούσε να καταρτίσει σχέδια με βάση νέα οικοδομικά τετράγωνα, μεγαλύτερα και με "κανονικό" σχήμα, φαρδύτερους δρόμους, πιο ευρύχωρες πλατείες και, συνολικά, έναν πολεοδομικό σχεδιασμό πιο λειτουργικό και καλύτερο οπτικά.

Ο Σαράιγ έθεσε στη διάθεση της κυβέρνησης τους κορυφαίους Βρετανούς και Γάλλους μηχανικούς που διέθετε. Επικεφαλής της επιτροπής των ειδικών τέθηκε ο διάσημος, εκείνη την εποχή, Βρετανός αρχιτέκτονας τοπίου, Τόμας Μόσον, στον οποίο ο Βενιζέλος είπε να αντιμετωπίσει την πόλη σαν ένα "άγραφο φύλλο χαρτί". Ο Μόσον ήταν γνωστός για τα κτίρια αποικιακού στιλ που είχε σχεδιάσει, από το προάστιο του Λονδίνου Χάμστεντ, ως το Βανκούβερ!

Τόμας Μόσον

Πριν το τέλος Αυγούστου 1917, η κυβέρνηση ψήφισε νόμου που προέβλεπε την άμεση κατεδάφιση όλων των κτιρίων της πυρίκαυστης ζώνης και απαγόρευε την ανοικοδόμηση χωρίς την άδειά της. Μηχανικοί έκαναν τις κατεδαφίσεις και οι παράγκες, οι τέντες και οι πάγκοι των πλανόδιων πωλητών που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο κέντρο της πόλης, μεταφέρθηκαν κοντά στον Λευκό Πύργο και κατά μήκος του δρόμου προς τον Λαγκαδά. Μέσα στα χαλάσματα έμειναν μερικές εκατοντάδες Εβραίοι, σε σκοτεινά και υγρά υπόγεια και σε καμένες και ετοιμόρροπες συναγωγές.

Τρεις μήνες μετά την πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής ο εξουθενωμένος Μόσον έφυγε για το Λονδίνο για να... συνέλθει.

Επικεφαλής της Επιτροπής ανέλαβε ο Γάλλος Ερνέστ Εμπράρ (1875-1933), αρχαιολόγος και αρχιτέκτονας, που είχε κάνει ανασκαφές σε ρωμαϊκές και βυζαντινές θέσεις της συμπρωτεύουσας. Ο Μόσον ήταν ήδη καταξιωμένος, ενώ ο Εμπράρ βρισκόταν στην αρχή της καριέρας του και αργότερα έγινε διάσημος για τις πόλεις που σχεδίασε στη Γαλλική Ινδοκίνα. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη συμβολή του Μόσον, το σχέδιο που προέκυψε για τη Θεσσαλονίκη φέρει τη σφραγίδα του Ερνέστ Εμπράρ, ο οποίος έχει συνδέσει το όνομά του με την πόλη.

Πυρόπληκτοι της Θεσσαλονίκης

Το σχέδιο που δεν εφαρμόστηκε πλήρως - Οι αλλαγές που έφερε στη ζωή των Εβραίων της Θεσσαλονίκης


Ο Εμπράρ συνεργάστηκε με τον συμπατριώτη του μηχανικό και αρχιτέκτονα Joseph Playber, τους Έλληνες αρχιτέκτονες Αριστοτέλη Ζάχο και Κωνσταντίνο Κιτσίκη, τον Πολιτικό Μηχανικό, Καθηγητή του ΕΜΠ Άγγελο Γκίνη και τον Δήμαρχο της Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνο Αγγελάκη, που ήταν και ο πρώτος Δήμαρχος της πόλης μετά την απελευθέρωσή της.

Ο Ελβετός καλλιτέχνης Εμίλ Ζιλερόν, υιός (1885-1939), ο οποίος αποκαλείται έτσι για να ξεχωρίζει από τον πατέρα του (Emile Gillieron pere), που είχε γεννηθεί στην Αθήνα (όπου και πέθανε πρόωρα) και είχε συνεργαστεί με τον Έβανς στις ανασκαφές της Κνωσού πήγε στη Θεσσαλονίκη και είχε σημαντική συμβολή στην αποκατάσταση βυζαντινών έργων τέχνης που καταστράφηκαν από την πυρκαγιά, όπως π.χ. στον "λαβωμένο" Άγιο Δημήτριο.

Στη Θεσσαλονίκη έγινε ότι και στην Αθήνα, τη δεκαετία του 1830. Τότε, το σχέδιο των Σταμάτη Κλεάνθη - Εδουάρδου Σάουμπερτ, υπέστη διαδοχικές μετατροπές, λόγω των αντιδράσεων, από ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων.

Έτσι, και το πρωτοποριακό σχέδιο Εμπράρ, λόγω των πιέσεων από μεγαλοκτηματίες δεν εφαρμόστηκε στο ακέραιο. Πάντως, έφερε σημαντικές αλλαγές στην πόλη, την εικόνα της οποίας βελτίωσε σε πολύ μεγάλο βαθμό την πόλη.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η βασική χάραξη των οδών έμεινε εντυπωσιακά πιστή στο Σχέδιο Εμπράρ, εντός της πόλης. Εκτός όμως από αυτή, έμεινε στα χαρτιά. Ο βυζαντινός χαρακτήρας της Θεσσαλονίκης τονίστηκε μεν, αλλά με κάπως αδέξιο τρόπο, καθώς το σχέδιο Εμπράρ παρουσίαζε περισσότερο το μέλλον της πόλης, παρά το λαμπρό παρελθόν της «Συμβασιλεύουσας» του Βυζαντίου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπήρχε πρόβλεψη για αρχαιολογικό μουσείο! Αγανακτισμένος ο τότε έφορος αρχαιοτήτων της πόλης διαμαρτυρήθηκε έντονα και πέτυχε, μετά από πολλές προσπάθειες, να στεγαστεί η συλλογή του, μετά από σχετική άδεια, στο Γενί Τζαμί των Ντονμέδων (εξισλαμισμένων Εβραίων). Οι κηπουπόλεις του σχεδίου έμειναν στα χαρτιά. Η πανεπιστημιούπολη που είχε οραματιστεί ο Μόσον δημιουργήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η Πλατεία Αριστοτέλους, ολοκληρώθηκε μόλις τη δεκαετία του 1960!

Η Θεσσαλονίκη μετά την πυρκαγιά

Έχει γραφτεί, ότι στόχος της κυβέρνησης ήταν να εξοβελίσουν τους Εβραίους της πόλης. Όντως, κάποιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Θεσσαλονίκη, ίσως ήταν αναπόφευκτο.

Η Hetty Goldman, της AJDC (American Jewish Joint Distribution Committee, Αμερικανοεβραϊκή Επιτροπή Ενιαίας Διανομής) έγραφε από τη Νέα Υόρκη, στις 30/11/1918.

"Ο Μόσον σαφώς και δήλωσε ότι ο θεμελιώδης στόχος του σχεδίου ήταν να στερήσει από τους Εβραίους τον πλήρη έλεγχο της πόλης..., δεν υπήρχε όμως η επιθυμία να τους εξοβελίσουν εντελώς. Αντιθέτως, οι Έλληνες ήθελαν να διατηρήσουν το εβραϊκό στοιχείο του πληθυσμού και... όσοι είχαν το βαλάντιο να ξαναγοράσουν τα μεγαλύτερα οικόπεδα, θα μπορούσαν αναμφισβήτητα να το κάνουν. Εκείνος που θα υπέφερε ήταν ο μικροϊδιοκτήτης".

Φυσικά, οι Εβραίοι δεν αποκλείστηκαν από τα νέα οικόπεδα στην καρδιά της πόλης, ούτε εμποδίστηκαν να αγοράσουν εκεί. Επένδυσαν πολλά χρήματα σε γη στην κεντρική ζώνη, παράλληλα με τους Χριστιανούς συναδέλφους - ανταγωνιστές τους. Χτίστηκαν η Στοά Μοδιάνο, για συνέχιση εμπορίου φρούτων και λαχανικών και μια καινούργια κεντρική συναγωγή. Οι Εβραίοι εργάτες εγκαταστάθηκαν στις πλαγιές ανατολικά και δυτικά της πόλης, ενώ αυτοί της μεσαίας τάξης είχαν το προνόμιο της πρόσοψης στη θάλασσα από τις βίλες τους (ακριβώς αυτό γράφει ο Μαρκ Μαζάουερ), στον δρόμο προς την Καλαμαριά.

Μάλιστα, μια επιτροπή της AJDC ανέφερε ότι 2.700 φτωχές εβραϊκές οικογένειες είχαν μετακομίσει τον Φεβρουάριο του 1920 και κατέληγε ότι "σε γενικές γραμμές οι εβραϊκές οικογένειες έχουν λάβει τώρα καλύτερη στέγη απ' αυτήν που είχαν πριν από την πυρκαγιά. Στην παλιά πόλη χιλιάδες άτομα ζούσαν πριν σε στενά, υγρά και βρόμικα σοκάκια, μέσα σε υπόγεια και σε κελάρια, όπου το φως έμπαινε συνήθως μονάχα από πολύ μικρές τρύπες. Σε όλες σχεδόν τις νέες κατοικίες τα δωμάτια αερίζονται καλά. Δεν έχει παραμεληθεί τίποτα ώστε να εξασφαλιστούν καλές συνθήκες υγιεινής".

Επίλογος


Οι πολεοδόμοι δεν μπορούσαν βέβαια να προβλέψουν τα πολιτικά - στρατιωτικά γεγονότα που ακολούθησαν μεταξύ 1917-1923. Η αλλαγή κυβέρνησης το 1920, η μικρασιατική καταστροφή και η ανταλλαγή πληθυσμών έφεραν τα πάνω κάτω. 30.000 Μουσουλμάνοι εγκατέλειψαν τη Θεσσαλονίκη, στην οποία έφτασαν 100.000 Έλληνες από την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία και τη Μαύρη Θάλασσα. Για πρώτη φορά, μετά τα βυζαντινά χρόνια, οι Έλληνες αποτελούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων της Θεσσαλονίκης και το 1928, αποτελούσαν το 75% του πληθυσμού της, που έφτανε πλέον τις 236.000.

Βασική πηγή του άρθρου ήταν το βιβλίο του Mark Mazower, «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ», Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2006.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr