Ιστορίες από το Μουντιάλ: Πρώτη φορά έγιναν πλειονότητα τα μαύρα διαμάντια, πώς οι εθνικές ομάδες της Ευρώπης άλλαξαν... χρώμα

Μετανάστευση, scouting και ο κανονισμός Μποσμάν άλλαξαν τον χάρτη του ποδοσφαίρου - Γαλλία, Αγγλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γερμανία, ακόμη και Ελβετία εμφάνισαν περισσότερους μαύρους παίκτες από λευκούς

Κυριακή 7 Ιουλίου 1974. Δυτική Γερμανία - Ολλανδία στον τελικό του Μουντιάλ. 80.000 θεατές στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου, δισεκατομμύρια στις οθόνες τους, στην Ελλάδα ακόμα ασπρόμαυρες. Αναμετρήθηκαν δύο ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις. Η παραδοσιακή σκληροτράχηλη γερμανική σχολή της ατσάλινης πειθαρχίας και της πιστής τήρησης του πλάνου υπό τον «Αυτοκράτορα» Φραντς Μπεκενμπάουερ. Απέναντί της, η τρομερή Ολλανδία του Γιόχαν Κρόιφ. Η πρώτη διδάξασα το «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο», που είχε ισοπεδώσει στο διάβα της στο τουρνουά όποιον αντίπαλο βρήκε μπροστά της. Ο τελικός των τελικών. Οπου οι Γερμανοί ακούμπησαν για πρώτη φορά την μπάλα προκειμένου να κάνουν σέντρα μετά από ένα δίλεπτο ολλανδικό ρεσιτάλ 17 μεταβιβάσεων. Τελευταίος παραλήπτης, ο «Ιπτάμενος Ολλανδός». Η επέλασή του στη γερμανική περιοχή μόνο με ανατροπή μπορούσε να ανακοπεί. Πέναλτι, εύστοχος ο Νέεσκενς, 1-0. Αλλά οι Γερμανοί ανασυντάχθηκαν και τελικά κέρδισαν με 2-1. Δικό τους το τρόπαιο. Λεπτομέρεια: και οι 24 ποδοσφαιριστές που χρησιμοποιήθηκαν στον αγώνα, 11 από τον Χέλμουτ Σεν και 13 από τον Ρίνους Μίχελς, ήταν λευκοί.

Την περασμένη Τρίτη, στο φετινό Μουντιάλ, πρώτα η Γερμανία και ακολούθως η Ολλανδία αποκλείστηκαν στη φάση των «32», η μεν «Νασιοναλμάνσαφτ» από την Παραγουάη, η δε «Οράνιε» από το Μαρόκο. Αλλη λεπτομέρεια: στη σύνθεση της Γερμανίας συμμετείχαν 6 λευκοί, ενώ στης Ολλανδίας τέσσερις.

Ουσμάν Ντεμπελέ και Κιλιάν Εμπαπέ

Στον τελικό του Μουντιάλ του 1978 στην Αργεντινή, η οικοδέσποινα κέρδισε τους Ολλανδούς με 3-1 στην παράταση. Ολοι οι παίκτες που χρησιμοποιήθηκαν εκατέρωθεν ήταν λευκοί. Ιδια εικόνα και στους τελικούς του 1982 και του 1986. Ιταλία - Δυτική Γερμανία 3-1, στο Μπερναμπέου, ουδείς μη λευκός στις ενδεκάδες και τους αναπληρωματικούς. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Αζτέκα, Αργεντινή - Δυτική Γερμανία 3-2. Ολοι οι παίκτες λευκοί. Και το 1990, όταν στο Ολύμπικο της Ρώμης η ενιαία πια Γερμανία πήρε τη ρεβάνς από την Αργεντινή του Μαραντόνα με 1-0, πάλι όλοι όσοι έπαιξαν στον χείριστο από πλευράς θεάματος τελικό ήταν λευκοί.

Δεν συζητείται το 1966, όταν στο Γουέμπλεϊ η Αγγλία κατέκτησε το μοναδικό παγκόσμιο τρόπαιό της με 4-2 στην παράταση επί των Δυτικογερμανών. Θα περνούσαν 12 χρόνια για να κάνει την εμφάνισή του με τα χρώματα της Εθνικής Αγγλίας ένας μαύρος παίκτης, ο τεράστιος οπισθοφύλακας Βιβ Αντερσον, και λίγο αργότερα ο σπουδαίος επιθετικός, δυστυχώς και τραγικός, καθώς χάθηκε πρόωρα σε τροχαίο, Λόρι Κάνιγχαμ. Στην προχθεσινή νίκη-πρόκριση 2-1 της Αγγλίας επί της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό, δίπλα στους Αφρικανούς, οι Αγγλοι παρέταξαν την Εθνική τους με 4 μόνο λευκούς (Πίκφορντ, Αντερσον, Ράις, Κέιν). Παρόμοια η εικόνα και πολλών άλλων εθνικών ομάδων ποδοσφαίρου της Ευρώπης. Βέλγιο, Ελβετία, Αυστρία, μέχρι Ισπανία, Πορτογαλία και Αυστρία, ακόμα και σε πρώην ανατολικές χώρες. Για τη Γαλλία ουδείς λόγος. Ξεκίνησε ήδη από το μακρινό 1978 στην Αργεντινή με τους αμυντικούς Ζεράρ Ζανβιόν και Μαριούς Τρεζόρ, προστέθηκε το 1982, στην Ισπανία, ο Ζαν Τιγκανά και μετά δεν... κοίταξε ποτέ πίσω. Φτάνοντας φέτος στους οριακά έναν με δύο λευκούς στην αρχική της ενδεκάδα, τους Ραμπιό και Ερναντές.
Κόντι Χάκπο

Αντιθέτως, στην Εθνική Ιταλίας -απούσα βεβαίως από τα τρία τελευταία Μουντιάλ- πολύ λίγοι είναι οι μαύροι παίκτες που την έχουν πλαισιώσει διαχρονικά, με προεξάρχοντες παλιότερα τον λίαν ιδιόρρυθμο Μάριο Μπαλοτέλι και πιο πρόσφατα τον Μουάζ Κιν. Οσο για την Εθνική Ελλάδος; Κάτι ανάλογο με τη Σκουάντρα Ατζούρα. Πρώτος διδάξας ο Ντανιέλ Μπατίστα, σύγχρονος ο Ανδρέας Τετέι.

Οι αριθμοί

Επομένως, οι μεγάλες δημογραφικές αλλοιώσεις που βιώνουν πολλές ευρωπαϊκές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες απεικονίζονται με σχεδόν ανάγλυφο τρόπο στις ποδοσφαιρικές εθνικές ομάδες τους. Αλλά οι μαύροι ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται με τις φανέλες ευρωπαϊκών εθνικών ομάδων είναι αναλογικά πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι οι μαύροι κάτοικοι στο σύνολο του πληθυσμού της κάθε χώρας. Για παράδειγμα, στη σημερινή Γαλλία των σχεδόν 70 εκατομμυρίων κατοίκων, οι ξένης καταγωγής αποτελούν το 11,6%, δηλαδή κάπου 8 εκατομμύρια, και οι μαύροι Γάλλοι πολίτες υπολογίζονται από 2,5-4 εκατομμύρια. Αλλά στη σημερινή Εθνική Γαλλίας 16 από τους 26 παίκτες της είναι μαύροι. Το ρεκόρ ήταν στο Μουντιάλ του 2022, με το 78,3% του ρόστερ της Εθνικής Γαλλίας, δηλαδή 17 από τους 23, να είναι μαύροι ποδοσφαιριστές. Αλλά και το σημερινό 62% παραμένει τεράστιο, ιδίως απέναντι στο υποδεκαπλάσιο 4%-6% των μαύρων του γενικού γαλλικού πληθυσμού. Οι 16 αυτοί παίκτες προέρχονται από χώρες της Βόρειας και Υποσαχάριας Αφρικής (Μαρόκο, Τυνησία, Αλγερία, Καμερούν, Μάλι, Γουϊνέα, Λ.Δ. Κογκό, Αγκόλα), την Καραϊβική και τα γαλλικά υπερπόντια εδάφη (Μπενίν, Γαλλική Γουϊάνα, Γουαδελούπη, Μαρτινίκα). Κιλιάν Εμπαπέ και Ουσμάν Ντεμπελέ, τα δύο μεγαλύτερα αστέρια της ομάδας, κατάγονται, αμφότεροι από τον πατέρα τους, από το Καμερούν και το Μάλι αντίστοιχα.

Φίρχιλ φαν Ντάικ

Το χρώμα τους, όμως, κάποιους ενοχλεί. Οι «Bleus»... πυροβολούνται από ακροδεξιούς Γάλλους πολιτικούς όπως ο φιλόδοξος Ζορντάν Μπαρντελά, ο οποίος επανειλημμένα έχει εμπλακεί σε μετωπικές κόντρες με τον Εμπαπέ, με την αφετηρία να βρίσκεται στις ρατσιστικές και ξενοφοβικές αντιλήψεις του πουλέν της Λεπέν. Αν η Γαλλία κατακτήσει για τρίτη φορά το Μουντιάλ, θα πανηγυρίσει;

Ανάλογη είναι η εικόνα και στις άλλες ευρωπαϊκές εθνικές ομάδες. 14 στους 26 παίκτες του αγγλικού ρόστερ είναι μαύροι, άνω του 50% δηλαδή, όταν στον γενικό πληθυσμό της χώρας είναι μόλις 3,7% (2,5 εκατομμύρια πολίτες). Οκτώ Γερμανοί, οκτώ Βέλγοι, 9 Ελβετοί και 11 Ολλανδοί αντίστοιχα στα εθνικά ρόστερ τους, με τα ποσοστά των μαύρων στους γενικούς πληθυσμούς μονοψήφια. Φυσικά, σε διάφορες εθνικές ομάδες, αναλόγως με τη χώρα, αγωνίζονται και μετανάστες που προέρχονται από διάφορες άλλες χώρες (Τουρκία, αραβικές και χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ κ.ά.). Αλλά πολύ λιγότεροι αναλογικά σε σχέση με τους μαύρους, προερχόμενους από την Αφρική και πρώην αποικίες των ευρωπαϊκών χωρών στις άλλες ηπείρους.

Οι αιτίες

Γιατί όμως τελικά είναι τόσο δυσανάλογα πολλοί οι μαύροι ποδοσφαιριστές στις εθνικές ομάδες των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών; Μια πρώτη απάντηση, στην οποία πολλοί αβασάνιστα προσφεύγουν, αυτή περί φυλετικής υπεροχής των μαύρων, έχει πολλά κενά. Η εξέλιξη του ποδοσφαίρου βεβαίως, όπου στη σύγχρονη εποχή κυριαρχούν τα στοιχεία της φυσικής κατάστασης, της ταχύτητας, της δύναμης, των υψηλών αντοχών, κατά πολλούς ευνοεί τους μαύρους, όπως συμβαίνει και στα αγωνίσματα δρόμου του κλασικού αθλητισμού. Οι λευκοί υπερτερούν θεωρητικά σε τεχνική. Από την εποχή του Κρόιφ, του Μαραντόνα, αργότερα του Πλατινί, του Ζιντάν, και μέχρι σήμερα του Μέσι. Αλλά ποιος θα αμφισβητήσει την απαράμιλλη τεχνική του Εμπαπέ, για να μην πάμε παλιότερα στον ανεπανάληπτο Πελέ, το «μαύρο διαμάντι», ή του Ροναλντίνιο; Η απόδοση της επιτυχίας στη φυλή ή στην έμφυτη βιολογική ανωτερότητα, πέρα από επιστημονικά αβάσιμη (δεν υπάρχουν επίσημα δεδομένα), είναι και κοινωνικά επιβλαβής. Η απόδοση του ποδοσφαιριστή αντικατοπτρίζει περισσότερο την εκπαίδευση, την ευκαιρία και τη δυνατότητα αξιοποίησής της, το γενικότερο περιβάλλον και την καθοδήγηση που διαθέτει.

Γιούρι Τίλεμανς

Πληρέστερες είναι άλλες προσεγγίσεις. Οπως ότι οι εθνικές ομάδες, παρά την ονομασία τους, εκπροσωπούν στην πραγματικότητα κράτη και πολίτες και όχι έθνη ή ένα ενιαίο πολιτιστικό υπόβαθρο. Αρκετοί παίκτες γεννήθηκαν στη χώρα που εκπροσωπούν. Αλλοι πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις μέσω γονέων ή παππούδων. Αλλοι γίνονται πολίτες μέσω πολιτογράφησης, εκπληρώνοντας τις ίδιες νομικές προϋποθέσεις με οποιονδήποτε άλλον ζητά υπηκοότητα. Το ποδόσφαιρο λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο εδώ και χρόνια. Το ίδιο το άθλημα έχει απλώς γίνει ένα από τα πιο ορατά μέρη όπου οι μεταβαλλόμενες ιδέες σχετικά με την ιθαγένεια, τη μετανάστευση και την ταυτότητα προβάλλονται στο παγκόσμιο κοινό.

Scouting

Καταρχάς υπάρχει το ταλέντο. Στις αφρικανικές χώρες το ποδοσφαιρικό ταλέντο αφθονεί και είναι προϊόν προς άμεση εξαγωγή. Σε ανάλυσή του, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Αλεξάντερ Ιπεν υπενθυμίζει ότι η Αφρική είναι η νεότερη ήπειρος με βάση τη μέση ηλικία των κατοίκων της και το ποδόσφαιρο είναι συντριπτικά το πιο δημοφιλές άθλημά της. Χώρες όπως η Νιγηρία (πληθυσμός άνω των 220 εκατομμυρίων) και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (100+ εκατομμύρια) έχουν τεράστιες δεξαμενές νέων με έφεση στο ποδόσφαιρο. Η Δυτική Αφρική ειδικότερα έχει μια βαθιά ποδοσφαιρική παράδοση. Σενεγάλη, Ακτή Ελεφαντοστού, Γκάνα, Νιγηρία, Καμερούν έχουν όλες αναδείξει εθνικές ομάδες ανταγωνιστικές στο υψηλότερο επίπεδο, ενώ αναπτύσσουν τεχνικά χαρισματικούς παίκτες από νεαρή ηλικία. Υπάρχει όμως και η σημαντική οικονομική διάσταση. Το ποδόσφαιρο απηχεί παγκοσμίως την κοινωνική εξέλιξη, όχι το αντίστροφο. Ετσι, ένα συμβόλαιο σε έναν ευρωπαϊκό σύλλογο ενός ταλαντούχου ποδοσφαιριστή αφρικανικής προέλευσης αντιπροσωπεύει μια ευκαιρία που αλλάζει τη ζωή γι’ αυτόν, αλλά ευρύτερα και για την οικογένειά του. Αυτό οδηγεί σε ένα ιδεώδες επίπεδο αφοσίωσης και ανταγωνιστικότητας. Μεγάλοι αγγλικοί, γαλλικοί, ισπανικοί και γερμανικοί σύλλογοι αναπτύσσουν επιτόπου ακαδημίες ποδοσφαίρου. Οι ευρωπαϊκοί σύλλογοι έχουν δημιουργήσει παγκόσμιες υποδομές ανίχνευσης ταλέντων που καλύπτουν σχεδόν κάθε χώρα όπου παίζεται σοβαρά το ποδόσφαιρο, ιδίως στην Αφρική. Αυτό δεν είναι φιλανθρωπία, αλλά επιχειρηματικό μοντέλο. Η υπογραφή ενός εφήβου από μια ακαδημία χώρας της Δυτικής Αφρικής έναντι μιας μέτριας αμοιβής και η εξέλιξή του σε παίκτη αξίας δεκάδων εκατομμυρίων είναι μία από τις πιο κερδοφόρες στρατηγικές στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Μετά τη μετακόμιση του ταλέντου στη χώρα του ευρωπαϊκού συλλόγου που το ανακάλυψε, ακολουθεί η «στρατολόγησή» του και στην εθνική ομάδα. Η ποικιλομορφία σε επίπεδο συλλόγων περνάει και στις εθνικές ομάδες. Ετσι, η απόκτηση υπηκοότητας γίνεται εύκολη, καθώς υπάρχει ήδη το ενδιαφέρον. Παράλληλα, από τα προηγούμενα κύματα μετανάστευσης από αφρικανικές ή άλλες χώρες προς ευρωπαϊκές, ήδη τα παιδιά των μεταναστών πρώτης γενιάς έχουν πάρει υπηκοότητα και η ένταξή τους στις εθνικές ομάδες γίνεται ανεμπόδιστα.

Τζαμάλ Μουσιάλα


Η απόφαση Μποσμάν

Σημαντικό ρόλο έχει παίξει και η απόφαση Μποσμάν. Με αυτήν, στις 15 Δεκεμβρίου 1995, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναδιάταξε τα πάντα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Το θέμα κίνησε ο Βέλγος ποδοσφαιριστής Ζαν-Μαρκ Μποσμάν. Η απόφαση ακύρωσε δύο πυλώνες του τότε συστήματος μεταγραφών: ο κυριότερος, ότι οι περιορισμοί ποσοστώσεων για αλλοδαπούς παίκτες της Ε.Ε. εντός των εθνικών πρωταθλημάτων κηρύχθηκαν παράνομοι.

Ρόμελου Λουκάκου

Ο αντίκτυπος ήταν άμεσος και μεταμορφωτικός, οδηγώντας στην πλήρη απελευθέρωση της ποδοσφαιρικής αγοράς. Μετά την απόφαση, οποιοσδήποτε αριθμός υπηκόων της Ε.Ε. μπορούσε να παίξει σε οποιονδήποτε σύλλογο. Το ποσοστό των ξένων παικτών στα 5 κορυφαία πρωταθλήματα της Ευρώπης εκτοξεύτηκε από 20,2% το 1995-96 σε 38,6% μέχρι το 2005-06, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο International Review for the Sociology of Sport. Και στο 43% στην Πρέμιερ Λιγκ το 2022.

Για τους Αφρικανούς παίκτες υπήρξε ισχυρός έμμεσος αντίκτυπος. Καθώς οι υπήκοοι της Ε.Ε. μετακινούνταν ελεύθερα μεταξύ συλλόγων, οι σύλλογοι διεύρυναν εντυπωσιακά τα δίχτυα τους για scouting. Παίκτες από την Αφρική επωφελούνταν άμεσα, εφόσον είχαν την υπηκοότητα μιας πρώην αποικιακής δύναμης. Αυτό δημιούργησε μια αύξηση της ζήτησης για αφρικανικά ταλέντα στο Τσάμπιονς Λικγκ, στις εγχώριες διοργανώσεις, αλλά τελικά και για τις εθνικές ομάδες. Για να φτάσουμε στο σήμερα, της απόλυτης κυριαρχίας ή έστω της εμφατικής παρουσίας των μαύρων ποδοσφαιριστών στους συλλόγους, ακόμα όμως και σε πολλές εθνικές ομάδες των ευρωπαϊκών χωρών.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr