PCOS: Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών αλλάζει όνομα

Οι ειδικοί θεωρούν ότι ο παλιός όρος δεν αποτύπωνε τη σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα της πάθησης, που συνδέεται με υπογονιμότητα, διαβήτη και καρδιαγγειακά προβλήματα

Μία από τις πιο συχνές ορμονικές διαταραχές στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας αποκτά νέα ονομασία, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι παρανοήσεις και οι καθυστερημένες διαγνώσεις που συνοδεύουν την πάθηση εδώ και δεκαετίες. Το γνωστό μέχρι σήμερα σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) μετονομάζεται πλέον σε πολυενδοκρινικό μεταβολικό σύνδρομο των ωοθηκών» (PMOS), σύμφωνα με επιστημονική δημοσίευση στην επιθεώρηση The Lancet.

Η αλλαγή ονόματος δεν θεωρείται συμβολική, αλλά ουσιαστική. Ειδικοί εκτιμούν ότι ο παλαιός όρος εστίαζε υπερβολικά στις κύστεις στις ωοθήκες, δημιουργώντας την εσφαλμένη εντύπωση ότι η πάθηση αφορά αποκλειστικά το αναπαραγωγικό σύστημα. Στην πραγματικότητα, το σύνδρομο συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων υγείας, όπως διαταραχές περιόδου, δυσκολία σύλληψης, αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακές παθήσεις, μεταβολικά προβλήματα, ακόμα και ψυχικές διαταραχές όπως άγχος και κατάθλιψη.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το σύνδρομο επηρεάζει περίπου το 10% έως 13% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως. Ωστόσο, σχεδόν το 70% των περιστατικών παραμένουν αδιάγνωστα.

Η ενδοκρινολόγος και καθηγήτρια Υγείας των Γυναικών στο Πανεπιστήμιο Monash της Αυστραλίας, Έλενα Τιντ, η οποία ηγήθηκε της διαδικασίας αλλαγής της ονομασίας, υποστηρίζει ότι επί περισσότερα από 25 χρόνια ερχόταν αντιμέτωπη με παρεξηγήσεις γύρω από τη νόσο. Όπως εξηγεί, πολλές γυναίκες αλλά και επαγγελματίες υγείας θεωρούσαν λανθασμένα ότι η πάθηση αφορά μόνο την ύπαρξη κύστεων στις ωοθήκες, γεγονός που οδηγούσε σε ελλιπείς διαγνώσεις και ακατάλληλες θεραπείες.

Η νέα ονομασία επιχειρεί να αποτυπώσει καλύτερα τη φύση της πάθησης. Ο όρος «πολυενδοκρινικό» αναφέρεται στη διαταραχή του ορμονικού συστήματος του οργανισμού, η οποία μπορεί να επηρεάσει πολλαπλές λειτουργίες του σώματος.

Η καθηγήτρια γυναικολογίας και αναπαραγωγικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, Άλα Βας-Μαργκίτα, σημειώνει ότι η παλιά ονομασία είχε συνδεθεί με μύθους και κοινωνικό στίγμα. «Πολλοί πίστευαν ότι οι γυναίκες είχαν μεγάλες κύστεις, κάτι που στην πραγματικότητα δεν ισχύει», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Οι επιστήμονες εξηγούν ότι η πάθηση αρχικά θεωρούνταν αποκλειστικά αναπαραγωγική διαταραχή, καθώς συνδεόταν με αυξημένα επίπεδα ανδρικών ορμονών, ακανόνιστη έμμηνο ρύση και προβλήματα γονιμότητας. Ωστόσο, ήδη από τη δεκαετία του 1980 διαπιστώθηκε ότι σχετίζεται και με αντίσταση στην ινσουλίνη, δηλαδή με δυσκολία του οργανισμού να ανταποκριθεί φυσιολογικά στην ορμόνη που ρυθμίζει το σάκχαρο στο αίμα.

Αυτό σημαίνει ότι το σώμα χρειάζεται να παράγει ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης, γεγονός που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Μεταγενέστερες μελέτες συνέδεσαν την πάθηση και με αυξημένο κίνδυνο για λιπώδη νόσο του ήπατος, καρδιοπάθειες, υπνική άπνοια, διαταραχές εικόνας σώματος και ψυχικές επιπτώσεις.

Η διαδικασία αλλαγής του ονόματος διήρκεσε 14 χρόνια και πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία 56 οργανώσεων ασθενών και επιστημονικών φορέων από όλο τον κόσμο.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η νέα ονομασία θα βοηθήσει ώστε η πάθηση να αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη σοβαρότητα και να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ διαφορετικών ιατρικών ειδικοτήτων για την παρακολούθηση και θεραπεία των ασθενών.

Με πληροφορίες από CNN
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr