Αντώνης Δαγκλής, ο δράκος με το πριόνι που τεμάχιζε ιερόδουλες και κρεμάστηκε στο κελί 33

Η ιστορία ενός παιδιού που μεγάλωσε με κακοποιητικό πατέρα, είδε την μητέρα του να εκδίδεται και σκόρπισε τον τρόμο στις ιερόδουλες πριν συλληφθεί και καταδικαστεί σε 13 φορές ισόβια

Με το κεφάλι κάτω, ο Αντώνης Δαγκλής κοίταγε το πάτωμα ενώ δύο αστυνομικοί τον κράταγαν από τα χέρια του που ήταν δεμένα πισθάγκωνα με χειροπέδες και γύρω του ένα σμάρι δημοσιογράφων ρώταγε και οι οπερατέρ πάλευαν για το καλύτερο πλάνο.

Ήταν Σάββατο 27 Ιανουαρίου του 1996, τριάντα χρόνια πριν, όταν ο «δράκος με το πριόνι» ή ο «δολοφόνος των ιερόδουλων» όπως τον αποκάλεσαν πήγαινε στον ανακριτή.


Το λευκό βαν μάρκας Volkswagen που είχε στην κατοχή του, μέσα στο οποίο μετά από την ερωτική πράξη στραγγάλιζε και τεμάχιζε ιερόδουλες ήταν αυτό που τον πρόδωσε μαζί με διάφορες καταθέσεις.

Σε μια από αυτές μια Αγγλίδα περιέγραψε πως γλίτωσε επειδή δεν ήταν πόρνη όπως είπε στον Δαγκλή όταν την βρήκε στη Σόλωνος και την έβαλε στο βαν.

Η Αν Χάμσον εξήγησε αναλυτικά στους αστυνομικούς τον τρόμο που βίωσε στα χέρια του 32χρονου «δράκου» λέγοντας μεταξύ άλλων: «Με το φορτηγάκι με οδήγησε σε ένα ερημικό μέρος κοντά στο Μοναστηράκι. Έσφιξε γύρω από το λαιμό μου ένα σχοινί και με ανάγκασε να του κάνω στοματικό έρωτα. Εκείνη την ώρα μου είπε πως “όλες οι που@@@@ς πρέπει να πεθάνουν”».

Η Χάμσον του εξηγεί ότι δεν είναι πόρνη κατ’ επάγγελμα και ότι αναγκάστηκε να κάνει πιάτσα για να βγάλει τα χρήματα του εισητηρίου της, ώστε να επιστρέψει στην Αγγλία και ο Δαγκλής την αφήνει να ζήσει.

Την πηγαίνει πίσω στη Σόλωνος και οι τελευταίες του λέξεις όταν ανοίγει την πόρτα είναι: «Φύγε, αλλά να προσέχεις».

Κατόπιν εξαφανίζεται μέσα στην νύχτα και στα «σκοτάδια» του διαταραγμένου μυαλού του αγνοώντας ότι είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την σύλληψή του.

Ο πα-«τέρας» και η νύχτα που άλλαξε τα πάντα.

Σε μια γειτονιά της Κοκκινιάς, οι γείτονες άκουγαν συχνά στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 τις γοερές κραυγές του 6χρονου τότε Αντώνη, όταν ο πατέρας του ξέσπαγε πάνω του με πολύ ξύλο, αφού πρώτα είχε «περιποιηθεί» την μητέρα του και τον αδερφό του.

Μέχρι τα 12 χρόνια του, ο πιτσιρικάς ζούσε μέσα στις στερήσεις, την μιζέρια και την πατρική βία ενός ανθρώπου που τον άφηνε συχνά αναίσθητο από το ξύλο.

Όταν πέθανε, το πέπλο της φτώχειας απλώθηκε ακόμη πιο πολύ πάνω από την μητέρα του και τον αδερφό του κι αυτός αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο και να πιάσει δουλειά.

Στα 16 του συνελήφθη για απόπειρα αποπλάνησης ανηλίκου και οδηγήθηκε στο αναμορφωτήριο για έξι μήνες, κάτι που αποδείχτηκε καθοριστικό για το μέλλον του.

Ήταν η περίοδος που η μητέρα του δεν είχε άλλη επιλογή από το να δουλέψει σε μπαρ-απο τα λεγόμενα κακόφημα-και όταν ο νεαρός βγήκε από το αναμορφωτήριο ένας γείτονας φρόντισε να τον ενημερώσει.

Ο Δαγκλής σύμφωνα με πλείστα δημοσιεύματα θα δει μια νύχτα την μητέρα του να συνευρίσκεται με πελάτη και εκείνη την στιγμή το μυαλό του θα «γυρίσει» για τα καλά.

Η εικόνα της μητέρας του να τον ακολουθεί εκείνο το βράδυ ζητώντας του να την συγχωρέσει επειδή δεν είχε άλλη επιλογή για να ζήσει, τον ακολουθούσε για χρόνια.

Αυτό που κυριαρχεί όμως στην ψυχή του ως συναίσθημα είναι ότι όλες οι γυναίκες είναι πόρνες και ότι αυτός πρέπει να κάνει κάτι δραστικό γι’ αυτό, ώστε να «καθαρίσει» ο τόπος.


Το χρονικό του τρόμου

Τον Οκτώβριο του 1992 ο 28χρονος πλέον Αντώνης Δαγκλής, κλέβει ένα αυτοκίνητο από τον Κορυδαλλό και ανεβαίνει στο Κολωνάκι, όπου εντοπίζει σύντομα μια εκδιδόμενη κοπέλα.

Της λέει ότι την θέλει όλη τη νύχτα, αυτή επιβιβάζεται στο αμάξι και ο Δαγκλής οδηγεί μέχρι τον Καρέα, όπου και παρκάρει σε ένα ερημικό σημείο.
Όταν τσακώνονται για την αμοιβή, την στραγγαλίζει, την αφήνει σε μια απόμερη μεριά και επιστρέφει στο σπίτι του στην Νίκαια για να πάρει ένα πριόνι για ξύλα, ένα μαχαίρι, διάφορα ρούχα και σακούλες.

Οδηγεί ξανά το κλεμένο όχημα στον Καρέα και διαμελίζει μεθοδικά το σώμα της νεαρής γυναίκας σε κομμάτια, τα οποία τοποθετεί σε σακούλες μαζί με ρούχα.

Κατόπιν μπαίνει στο αυτοκίνητο και κάνει μια μεγάλη βόλτα σε διάφορα σημεία της Αθήνας όπου τις πετάει σε κάδους απορριμάτων εκτός από το κεφάλι της άτυχης γυναίκας το οποίο πετάει στον Κηφισό.

Λίγα εικοσιτετράωρα μετά μια γυναίκα στο Κολωνάκι, βρίσκει μια σακούλα που περιείχε ανθρώπινο μέλος και η Αστυνομία σταδιακά θα βρει και άλλες, εκτός από αυτή με το κεφάλι.

Η ταυτότητα της γυναίκας δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, ενώ οι αστυνομικοί δεν αναζητούν κάποιο serial killer αφού ο Δαγκλής μετά τον πρώτο φόνο θα μείνει αδρανής για τρία χρόνια.

Επιστρέφει ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου του 1995, μια μέρα που δεν δουλεύει στην εταιρία αλατιού «Πέρλα» η οποία τον έχει προσλάβει ως οδηγό.
Με το λευκό βαν που έχει αγοράσει και πληρώνει με δόσεις κάνει βόλτες σε διάφορες πιάτσες πριν καταλήξει πάλι στο Κολωνάκι, όπου εντοπίζει την 29χρονη Ελένη Παναγιωτοπούλου.

Αφού συνευρίσκονται στο πίσω μέρος του βαν, όπου ο Δαγκλής έχει βάλει ένα στρώμα και σεντόνια, στραγγαλίζει την γυναίκα και ακολούθως οδηγεί το βαν με το πτώμα σε μια ερημική περιοχή, μετά τα διόδια Σχηματαρίου.

Την τεμαχίζει και αυτή σε κομμάτια τα οποία πετάει σε διάφορα σημεία στην περιοχή της Τραγάνας και επιστρέφει στην Αθήνα σχεδόν ξημερώματα.

Όταν εντοπίζεται ότι έχει απομείνει από την άτυχη γυναίκα, διαπιστώνεται μετά την ιατροδικαστική έρευνα, ότι ο ο δολοφόνος αφού την στραγγάλισε έκοψε τις θηλές από το στήθος της και αφαίρεσε τα σπλάχνα της.


Η σύλληψη, η καταδίκη και η αυτοκτονία

Οι αστυνομικοί σοκάρονται, ο Δαγκλής νιώθει πλέον ότι μπορεί να το ξανακάνει σύντομα και στις πιάτσες των ιερόδουλων απλώνεται ο τρόμος για τον «δράκο».

Οι έρευνες των αρχών το επόμενο διάστημα περιλαμβάνουν πολλές καταθέσεις εκδιδόμενων γυναικών, μέσα από τις οποίες προσπαθούν να σκιαγραφήσουν το προφίλ και τα χαρακτηριστικά του δολοφόνου.

Ανήμερα των Χριστουγέννων του 1995, το λευκό βαν σταματάει στην πιάτσα του Κηφισού και μετά από διαβούλευση λίγων λεπτών η 26χρονη Αθηνά Λαζάρου μπαίνει στο όχημα.

Ο 32χρονος παρκάρει σε ένα σκοτεινό σοκάκι του Βοτανικού και όταν ανοίγει την πόρτα του βαν μετά από κάποια ώρα, πετάει απλά το πτώμα της κοπέλας την οποία στραγγάλισε και επιστρέφει σπίτι του.

Όμως αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα «χτυπήσει» αφού οι αστυνομικοί τις επόμενες εβδομάδες χάρη στις δεκάδες καταθέσεις αρχίζουν να ψάχνουν το λευκό Wolkswagen.

Στις 21 Ιανουαρίου του 1996 τον μπλοκάρουν στην Λεωφόρο Ποσειδώνος, μέσα στο βαν βρίσκουν τον σταυρό της Παναγιωτοπούλου και αρχίζουν να πιέζουν τον δολοφόνο, ο οποίος σπάει και ομολογεί.

Στην δίκη του όμως αναιρεί την ομολογία του και παραδέχεται μόνο τον φόνο στο Σχηματάρι, ενώ η μητέρα του Φωτεινή κατέθεσε για τα πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια του γιου της, θέλοντας να τον βοηθήσει.

Οι ψυχίατροι που τον εξέτασαν ενδελεχώς δεν διαπίστωσαν ψυχική νόσο αλλά μια σεξουαλική διαστροφή, ενώ ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε τις «εσωτερικές» φωνές επιμένοντας ότι δεν ήξερε τι έκανε όταν σκότωνε.

Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν καταπέλτης για τον δράκο των ιερόδουλων που καταδικάστηκε σε 13 φορές ισόβια συν 52 χρόνια κάθειρξη για τις ανθρωποκτονίες και τις 6 απόπειρες ανθρωποκτονίας, όλες κατά γυναικών.

Ήταν η μεγαλύτερη ποινή που επιβλήθηκε από ελληνικό δικαστήριο μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής και κατάδικος πλέον οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού.

Στις 2 Αυγούστου του 1997 έγραψε ο ίδιος το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του όταν εντοπίστηκε νεκρός έχοντας κρεμαστεί με το σεντόνι του από τα κάγκελα της πόρτας στο κελί 33 όπου εξέτιε την ποινή του, στοιχειωμένος πιθανότατα από τις Ερινύες του.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr