Η πολιορκία της Κέρκυρας από τους Οθωμανούς το 1716 και το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνα

Η δεύτερη ενετοκρατία στην Κέρκυρα - Η πολιορκία της Κέρκυρας από τους Οθωμανούς (Ιούλιος-Αύγουστος 1716) και η σωτηρία του νησιού

Στην ελληνική ιστορία υπάρχουν αμέτρητα γεγονότα τα οποία δεν είναι πολύ γνωστά. Σε αυτά ανήκει και η πολιορκία της Κέρκυρας από τους Οθωμανούς το 1716. Η Κέρκυρα αποτελεί ένα από τα ελάχιστα μέρη της Ελλάδας που δεν γνώρισε τουρκική κατοχή και αντίστοιχη καταπιεστική επίδραση.

Η Κέρκυρα από το 1204 ως το 1716

Η Κέρκυρα έχει σπουδαία γεωστρατηγική και εμπορική σημασία. Το ίδιο βέβαια, λιγότερο ίσως, και τα άλλα νησιά του Ιονίου. Το νησί των Φαιάκων είχε περάσει στα χέρια των Ενετών για πρώτη φορά μεταξύ 1204 και 1214. Από το 1214 ως το 1267 ανήκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και από το 1267 ως το 1386 βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Ανδηγαυών της Νεάπολης.

Το 1386 οι Βενετοί, που προετοίμαζαν από το 1381 το έδαφος, κατέλαβαν το φρούριο του νησιού κι έτσι ξεκίνησε η δεύτερη περίοδος ενετοκρατίας στην Κέρκυρα που τελείωσε το 1797.

Στα χρόνια αυτά η Κέρκυρα δέχτηκε επιθέσεις από τους Γενοβέζους (το 1403 και το 1432) και τους Οθωμανούς οι οποίοι για πρώτη φορά επιχείρησαν να καταλάβουν το νησί το 1431. Το 1537 η νέα πολιορκία της Κέρκυρας από τους Οθωμανούς είχε τραγικά αποτελέσματα για το νησί. Αφού λεηλάτησαν την κερκυραϊκή ύπαιθρο και σκότωσαν πολλούς από τους κατοίκους της Κέρκυρας, οι Οθωμανοί αιχμαλώτισαν περίπου 15.000 ντόπιους και τους πούλησαν ως δούλους στην Κωνσταντινούπολη.

Η μεγάλη αυτή μείωση του πληθυσμού ανάγκασε τους Βενετούς μετά από επανειλημμένες αιτήσεις των Κερκυραίων να περιτειχίσουν την πόλη με συμπληρωματικά έργα στο Παλαιό Φρούριο και να κατασκευάσουν το Νέο Φρούριο, το Φρούριο Αβράμη και το Φρούριο του Σωτήρος (ύψωμα φυλακών). Τα φρούρια αυτά αλλά και μικρότερα οχυρωματικά έργα συνδέονταν μεταξύ τους με ένα πολυδαίδαλο σύστημα διόδων. Οι Οθωμανοί επιχείρησαν και πάλι να καταλάβουν την Κέρκυρα χωρίς αποτέλεσμα. Κυριότερες πολιορκίες ήταν αυτές του 1571 και του 1573. Σημαντικότερη όμως όλων ήταν η πολιορκία του νησιού από τους Τούρκους το 1716 που έγινε στο πλαίσιο του Ζ’ και τελευταίου Ενετοτουρκικού Πολέμου.

Ο Ζ’ Ενετοτουρκικός Πόλεμος (1714-1718)

Ο Ενετοτουρκικός Πόλεμος κηρύχθηκε στο τέλος του 1714. Ωστόσο ξεκίνησε πραγματικά το καλοκαίρι του 1715 με την έξοδο στο Αιγαίο του οθωμανικού στόλου που τον αποτελούσαν 165 πλοία υπό τις εντολές του ικανότατου Καπουδάν πασά (Ναυάρχου) Τζανούμ Κότζα. Οι Βενετοί με 34 πλοία μόνο παρέμειναν στις ναυτικές βάσεις τους στο Ιόνιο. Ο οθωμανικός στόλος κατέλαβε αμαχητί την Τήνο (6 Ιουνίου 1715) και την Αίγινα (7 Ιουλίου 1715). Στις 25 Ιουνίου, 70.000 άνδρες του οθωμανικού στρατού, προερχόμενοι από τη Θράκη, τη Λάρισα και τη Θήβα άρχισαν την προέλασή τους προς την Πελοπόννησο. Το στράτευμα χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Το κυριότερο με επικεφαλής τον Μεγάλο Βεζίρη Αλή Κιουμουρτζή, θα χτυπούσε την Κόρινθο, την Αργολίδα και θα κατέληγε στη Μεσσηνία. Το δεύτερο τμήμα με επικεφαλής τον Καρά Μουσταφά πασά θα έφτανε στο Ρίο και την Πάτρα μέσω των ακτών του Κορινθιακού Κόλπου. Παράλληλα ο οθωμανικός στόλος θα αποβίβαζε ενισχύσεις και εφόδια στα παράλια της Κορινθίας, στο Ναύπλιο και έπειτα στον Λακωνικό και τον Μεσσηνιακό Κόλπο.

Ο Μέγας Βεζίρης αφού πέρασε τον Ισθμό κατέλαβε τον Ακροκόρινθο μέσα σε πέντε μόνο μέρες, στις 2 Ιουλίου 1715. Τα στρατεύματά του πέρασαν στις 9 Ιουλίου από το Άργος που είχε εγκαταλειφθεί και στις 12 Ιουλίου άρχισαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Παρά τη γενναία αντίσταση των Ελλήνων και Βενετών που υπεράσπιζαν την πόλη, οι Οθωμανοί κατέλαβαν το Ναύπλιο στις 20 Ιουλίου. Χρειάστηκαν όμως και προδοτικές ενέργειες του Γάλλου Συνταγματάρχη και μηχανικού Λα Σαλ ο οποίος διοικούσε ένα τμήμα των πυροβολητών του Ναυπλίου. Μεταξύ άλλων είχε δώσει στους Οθωμανούς σχέδια του φρουρίου με στοιχεία για τα αδύνατα σημεία άμυνας της πόλης, μόλυνε τη δεξαμενή του νερού, αχρήστευσε μέρος της πυρίτιδας, πρόδωσε τις θέσεις των πυροβόλων και οδήγησε τους πολιορκητές να κυριεύσουν με έφοδο το Παλαμήδι!

Αντίθετα στο Ρίο, ο Καρά Μουσταφάς και οι άνδρες του δυσκολεύτηκαν από τη σθεναρή αντίσταση 1.200 Ελλήνων και Βενετών υπερασπιστών του. Μετά από πολιορκία περίπου ενός μήνα, στις 13 Αυγούστου 1715, ο διοικητής του Πέτρος Μαρτσέλο παρέδωσε το Ρίο. Η τύχη της Πελοποννήσου πάντως κρίθηκε από την άλωση του Ναυπλίου. Οι Οθωμανοί ακολούθως κατέλαβαν την Κορώνη και το Ναβαρίνο που εγκαταλείφθηκαν από τους Βενετούς και τη Μεθώνη που παραδόθηκε από τον στρατιωτικό διοικητή της Βικέντιο Πάστα στις 16 Αυγούστου 1715, μετά από πολιορκία πέντε ημερών.

Το τελευταίο βενετικό έρεισμα στον Μοριά ήταν η Μονεμβασιά που παραδόθηκε χωρίς μάχη από τον προνοητή (Provveditore, ανώτατο διοικητικό αξιωματούχο της Βενετίας) Φερίγκο Μπαντοέρ στις 7 Σεπτεμβρίου 1715 παρά την εξαιρετική οχυρή της θέση και τα άφθονα εφόδιά της. Οι παραδόσεις ή καταλήψεις όλων αυτών των φρουρίων συνοδεύτηκαν από άγριες σφαγές και αιχμαλωσίες των υπερασπιστών και των κατοίκων τους. Εξαίρεση αποτέλεσε η Μονεμβασιά όπου τηρήθηκαν οι όροι της συνθήκης παράδοσης.

Έτσι αφού σε 70 μέρες (Ιούλιος-Σεπτέμβριος) κατέλαβαν την Πελοπόννησο στράφηκαν προς το Ιόνιο. Αρχικά μετακίνησαν δυνάμεις στα παράλια της Δυτικής Ελλάδας (Αύγουστος 1715). Τότε σπαχήδες, γενίτσαροι, πυροβολητές και άτακτοι Οθωμανοί κινήθηκαν από τα Γιάννενα προς την Άρτα και τη Βόνιτσα.

Στην πορεία τους σκόρπισαν τον τρόμο με τις σφαγές και τις λεηλασίες τους. Εκείνη την περίοδο ο Βενετός Ναύαρχος Δανιήλ Ντόλφιν επικεφαλής μικρού στόλου βρισκόταν μεταξύ του Μεσσηνιακού Κόλπου και της Ζακύνθου. Όμως η εμφάνιση του οθωμανικού στόλου και η άλωση της Μεθώνης ανάγκασαν τον Ντόλφιν να κινηθεί προς τη Λευκάδα (6 Σεπτεμβρίου 1715).

Έτσι οι Οθωμανοί κατέλαβαν τα Κύθηρα που παραδόθηκαν στον Καπουδάν πασά από τον προνοητή τους Μπαστιάν Μαρτσέλο στα μέσα Σεπτεμβρίου 1715. Στις 18 Σεπτεμβρίου ο οθωμανικός στόλος έφτασε στη Σούδα, την οποία κατέλαβε σύντομα. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1715 ο προνοητής Αλοΐσιο Μάγκνο παρέδωσε το φρούριο.

Στις 7 Οκτωβρίου 1715 ο προνοητής της Σπιναλόγκας την παρέδωσε στον Καπουδάν πασά. Ο Τζανούμ Κότζα στη συνέχεια, μετά από μερικές ληστρικές επιδρομές σε Σίφνο και Κίμωλο έφτασε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Ο Βενετός Ναύαρχος Ντόλφιν αποφάσισε στις 7 Οκτωβρίου να αντιδράσει δυναμικά. Ξεκίνησε από την Πάτρα παρέπλευσε το Ταίναρο και στις 20 Οκτωβρίου έφτασε στις Κυκλάδες.

Εκεί έμαθε για τις τελευταίες απώλειες της Βενετίας στην Κρήτη και την αποχώρηση του οθωμανικού στόλου από το Αιγαίο. Φοβούμενος όμως πιθανή επανεμφάνιση των Τούρκων επέστρεψε στη Λευκάδα θέλοντας να οργανώσει την άμυνά της. Βλέποντας ότι οι δυνατότητες για αποτελεσματική υπεράσπιση του νησιού ήταν πολύ λίγες κατεδάφισε ένα τμήμα των τειχών της και έφυγε για την Κέρκυρα. Εκεί έμαθε ότι η βενετική κυβέρνηση τον απάλλασσε από τα καθήκοντά του καθώς θεωρήθηκε υπεύθυνος για την ήττα και τις απώλειες.

Οι Οθωμανοί εκείνο το διάστημα με 1.500 άνδρες υπό τον διοικητή της Ναυπακτίας πέρασαν στη Λευκάδα την οποία και κατέλαβαν χωρίς αντίσταση. Το νησί βρισκόταν στα χέρια των Οθωμανών και μεταξύ 1479-1684.

Η πολιορκία της Κέρκυρας (Ιούλιος-Αύγουστος 1716)

Οι επιτυχίες των Οθωμανών όμως σε Πελοπόννησο, Κρήτη και Αιγαίο τους έδιναν αισιοδοξία ότι θα μπορούσαν να καταλάβουν και τις άλλες βενετικές κτήσεις στον ελλαδικό χώρο. Ανάμεσά τους και την Κέρκυρα. Οι Βενετοί βάιλοι (πρεσβευτές) στην Κωνσταντινούπολη είχαν πληροφορηθεί τα τουρκικά σχέδια για την κατάκτηση των Ιονίων νησιών που υπήρχαν ήδη από το 1705 και αναθερμάνθηκαν τον Νοέμβριο του 1714. Στις αρχές του 1716 οι Βενετοί ,βέβαιοι για τον επόμενο τουρκικό στόχο άρχισαν να αναδιοργανώνουν την άμυνα της Κέρκυρας.

Τον Φεβρουάριο του έτους αυτού έφτασε στο νησί ο Σάξονας στρατιωτικός Ιωάννης Ματθίας κόμης von Schulemburg με αποστολή να αναλάβει ως γενικός αρχιστράτηγος όλων των δυνάμεων της Βενετίας, την απόκρουση όλων των επικείμενων τουρκικών επιθέσεων στο Ιόνιο. Τρεις μήνες αργότερα ο πρίγκιπας της Σαβοΐας Ευγένιος, νικητής των Οθωμανών στη μάχη της Ζέντα (1697) πληροφορούσε τον παλαιό συνεργάτη του Schulemburg ότι οι Οθωμανοί συγκεντρώνουν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στη Θεσπρωτία με διοικητή τον σερασκέρη Καρά Μουσταφά πασά, που ετοιμάζονταν για απόβαση στην Κέρκυρα. Μπροστά στη νέα απειλή η Βενετία βρισκόταν σε μεγάλη αδυναμία.

Μετά τις απώλειες της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας στην Πελοπόννησο, πολλοί κάτοικοι των Επτανήσων κατέφυγαν στη Βενετία, τη Δαλματία, την Απουλία και τη Σικελία. Η οικονομική κατάσταση της Βενετίας δεν επέτρεπε τη στρατολογία πολλών μισθοφόρων. Ωστόσο την άνοιξη του 1716 οι εκκλήσεις του Πάπα για «σταυροφορία» είχαν σαν αποτέλεσμα Πορτογαλία και Ισπανία να διαθέσουν ναυτικές δυνάμεις για τις επιχειρήσεις των Βενετών στην Ελλάδα. Πολύ πιο σπουδαία όμως ήταν η απόφαση των Αυστριακών να ξαναρχίσουν τον πόλεμο εναντίον των Οθωμανών. Την άνοιξη του 1716 ο Καπουδάν πασάς Τζανούμ Κότζα ξαναβγήκε στο Αιγαίο.

Σε ένα μήνα έφτασε κοντά στη Ζάκυνθο και με αυστηρό έγγραφο μήνυμα καλούσε τους Έλληνες κατοίκους της να αναγνωρίσουν άμεσα την κυριαρχία του. Έπειτα στάθμευσε για λίγο στην Κεφαλλονιά, όπου κάποια αγήματα που αποβιβάστηκαν προκάλεσαν μικρές καταστροφές. Στις 5 Ιουλίου 1716 ο Οθωμανικός στόλος εμφανίστηκε στο βόρειο ακρωτήριο της Κέρκυρας προετοιμαζόμενος για την πολιορκία. Η άφιξή του προκάλεσε πανικό στο νησί στο οποίο είχαν καταφύγει πολλοί Πελοποννήσιοι, Κρητικοί αλλά και κάτοικοι των άλλων νησιών του Ιονίου. Οι Κερκυραίοι χωρικοί έτρεξαν να προστατευθούν στις οχυρώσεις της πρωτεύουσας ενώ άλλοι έφυγαν για το Οτράντο της Απουλίας. Σύντομα ο πανικός μεταφέρθηκε και στους κατοίκους των συνοικιών της Κέρκυρας που άρχισαν να συρρέουν στο φρούριο της πόλης.

Μια προσωρινή μετακίνηση του βενετικού στόλου προς τα δυτικά ήταν αρκετή για να διαδοθεί η φήμη ότι οι Ενετοί εγκατέλειψαν το νησί. Έτσι στα έρημα χωριά και τις εγκαταλειμμένες συνοικίες άρχισαν να σημειώνονται λεηλασίες, πυρκαγιές, συμπλοκές, ακόμα και φόνοι μεταξύ όσων έκαναν επιδρομές σε ξένες περιουσίες. Εκείνες τις κρίσιμες ώρες ο ικανός και ψύχραιμος Schulemburg με τη βοήθεια του γενικού προβλεπτή Αντωνίου Loredan προσπαθούσε να επιβάλλει την τάξη και να οργανώσει τον στρατό του τον οποίο αποτελούσαν 1.000 Γερμανοί μισθοφόροι, 400 Ιταλοί και Δαλματοί, 300 Έλληνες από διάφορες περιοχές και 500 Κερκυραίοι.

Ανάμεσα στους διοικητές τους ήταν και οι Έλληνες επαγγελματίες στρατιωτικοί Δημήτριος Στρατηγός και Νικόλαος Θεοτόκης από την Κέρκυρα και οι Ζακυνθινοί Φραγκίσκος Ρώμας που έφερε μαζί του 400 «λεβέντες», Νικόλαος Καψοκέφαλος και Φραγκίσκος Καψοκέφαλος που έφεραν άλλους 100. Ωστόσο ο κερκυραϊκός λαός δεν είχε συνέλθει ακόμα από τη σύγχυση και τον πανικό. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει από τις 8 Ιουλίου όταν ο Βενετός έκτακτος Ναύαρχος Ανδρέας Corner με 27 σκάφη απώθησε τον υπέρτερο, με 50 σκάφη, οθωμανικό στόλο από το βόρειο στενό της Κέρκυρας. Σύντομα έφτασε στο νησάκι Βίδο (την αρχαία Πτυχία) όλος ο βενετικός στόλος με επικεφαλής τον Αρχιναύαρχο Pisani. Οι Κερκυραίοι αναθάρρησαν και άρχισαν να βοηθούν τους Βενετούς.

Στις 8 Ιουλίου έγιναν στον Ύψο μαζικές αποβάσεις 6.000 στρατιωτών και 4.000 γενιτσάρων. Όπως γράφει ο Δημήτριος Λάππας, οι Οθωμανοί που αποβιβάστηκαν και στον Κόλπο των Γουβιών ήταν συνολικά 30.000. Αυτοί επιδόθηκαν σε πυρπολήσεις σπιτιών και λεηλασίες. Οι συμπλοκές γενικεύθηκαν τις επόμενες μέρες με αμφίρροπα αποτελέσματα. Στους πολιορκημένους έφταναν ενισχύσεις και εφόδια ενώ οι δυνάμεις των Τζανούμ Κότζα και Καρά Μουσταφά που αποβιβάστηκαν στο νησί ως τα τέλη Ιουλίου κατέλαβαν αρκετά χωριά (Μαντούκι, Γαστράδες, Ποταμός, Κεφαλομαντούκι).

Στις 22 Ιουλίου εμφανίστηκαν στο νοτιανατολικό ακρωτήριο Λευκίμμη 4 ιστιοφόρα, 5 γαλέρες και 2 μικρότερα πλοία, όλα του Τάγματος της Μάλτας, ενώ στις 31 Ιουλίου έφτασαν στο Βίδο 4 παπικές, 2 γενουατικές, 3 τοσκανικές και 5 ισπανικές γαλέρες. Οι Τούρκοι όμως προχωρούσαν επίμονα προς τον εξωτερικό περίβολο του τείχους ιδιαίτερα μετά την κατάληψη του λόφου του Αβράμη και του οχυρού Αγίου Σωτήρος. Στις 5 Αυγούστου ο Καρά Μουσταφά ζήτησε επίσημα την παράδοση της Κέρκυρας απειλώντας με σφαγή όλη τη φρουρά της και με καταστροφή την πόλη. Ο Schulemburg αρνήθηκε, αλλά οι δυνάμεις του είχαν αποδεκατιστεί. Όμως στις 8 Αυγούστου έφτασαν ενισχύσεις για τους Κερκυραίους: 1.500 στρατιώτες με 8 πλοία και άφθονα όπλα και εφόδια. Παράλληλα μαθεύτηκε η είδηση της μεγάλης νίκης των Αυστριακών επί των Οθωμανών στο Petrovaradin.

Στις 19 Αυγούστου οι γενίτσαροι έκαναν γενική έφοδο και κατάφεραν να στήσουν τα μπαϊράκια τους (σημαίες) έξω από τη μεγάλη πύλη του Σκάρπωνος αφού πρώτα κατέλαβαν τον προμαχώνα του Αγίου Αθανασίου κι ένα τμήμα του περιβόλου. Αντεπίθεση των πολιορκημένων όμως οδήγησε τους γενίτσαρους σε αιματηρή υποχώρηση. Τότε ο χριστιανικός συμμαχικός στόλος αποφάσισε να επέμβει.

Η ξαφνική καλοκαιρινή θύελλα και το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνα

Την επόμενη μέρα όμως ξέσπασε μια ξαφνική τρομακτική καλοκαιρινή θύελλα με αστραπές, κεραυνούς, ισχυρούς ανέμους και κατακλυσμιαία βροχή. Οι άγκυρες κάποιων χριστιανικών πλοίων κόπηκαν και μερικά καταστράφηκαν στα βράχια. Περισσότερες καταστροφές όμως έπαθαν τα οθωμανικά πλοία που βρέθηκαν στο ανοιχτό πέλαγος. Ενώ όμως οι Οθωμανοί είχαν αρχίσει να ανασυντάσσονται εμφανίστηκε νέα βοήθεια από 6 ισπανικά ιστιοφόρα. Το βράδυ της 21ης Αυγούστου παρατηρήθηκε στο οθωμανικό στρατόπεδο έντονη κινητικότητα. Το πρωί της 22ας Αυγούστου οι Οθωμανοί επιβιβάστηκαν στα πλοία τους και αποχώρησαν. Στη διάρκεια της πολιορκίας έχασαν 15.000 στρατιώτες. Φεύγοντας εγκατέλειψαν στην Κέρκυρα 64 τηλεβόλα και όλμους, όλα τους τα εφόδια και τα μεταγωγικά. Πού οφείλεται όμως η άτακτη φυγή των Οθωμανών; Ο λαός πιστεύει ότι η θαυματουργή παρέμβαση του Αγίου Σπυρίδωνα προκάλεσε τη θύελλα που κατέστρεψε τα οθωμανικά πλοία. Μάλιστα, στο τουρκικό στρατόπεδο κυκλοφόρησε η είδηση πως πολλοί άνδρες είδαν έναν καλόγερο, τον άγιο Σπυρίδωνα να επιτίθεται εναντίον τους και να απειλεί ότι θα τους κατακαύσει!

Άλλοι θεωρούν ότι η ενίσχυση των συμμαχικών δυνάμεων από τους Ισπανούς και η πληροφορία ότι καταφθάνουν στην Κέρκυρα άλλα 9 πορτογαλικά πλοία, οδήγησε τους Οθωμανούς στην αποχώρηση. Πάντως φαίνεται ότι ο σερασκέρης Καρά Μουσταφά είχε λάβει εντολή από τον νέο Μεγάλο Βεζίρη να εγκαταλείψει το Ιόνιο και να ενισχύσει τη φρουρά του Βελιγραδίου, το οποίο απειλούσε ο αυστριακός στρατός, θριαμβευτής στο Petrovaradin. Για την ιστορία, το Βελιγράδι έπεσε στα χέρια των Αυστριακών τον Αύγουστο του 1717.

Επίλογος

Στις 22 Αυγούστου (νέο ημερολόγιο) 1716 πάντως, η Κέρκυρα διέφυγε τον κίνδυνο, κάτι που οριστικοποιήθηκε το 1717 και το 1718 με μία σειρά από νίκες του βενετικού στόλου υπό τους Flangini και Diedo επί του οθωμανικού.

Μετά την αποχώρηση των Οθωμανών οι Schulemburg και Loredan με 2.000 άνδρες πέρασαν στις ακτές της Ηπείρου. Ανακατέλαβαν το Βουθρωτό, τη Λευκάδα, την Πρέβεζα και τη Βόνιτσα. Οι Τούρκοι περιορίστηκαν σε ανασύνταξη των δυνάμεών τους στην Άρτα και τη Ναυπακτία και σε επιδρομές στα παράλια και τα νησιά του Ιονίου. Σε μία από αυτές, τον Αύγουστο του 1717, ο μουσουλμάνος κουρσάρος Μουστή ή Μοκρίνο αποβίβασε τα πληρώματα δέκα μικρών σκαφών στις Στροφάδες όπου λεηλάτησαν το καστρομονάστηρο, σύλησαν το σκήνωμα του Αγίου Διονυσίου, το οποίο μεταφέρθηκε στη συνέχεια στη Ζάκυνθο και αιχμαλώτισαν μερικούς μοναχούς. Από την άλλη, η βενετική κυβέρνηση πανηγύρισε με λαμπρότητα τη νίκη επί των Οθωμανών στην Κέρκυρα απονέμοντας στον Schulemburg τιμές ανάλογες με αυτές που είχαν δοθεί στον Morosini πριν τριάντα χρόνια.

Σε ανάμνηση της θαυματουργής παρέμβασης του αγίου Σπυρίδωνα, το λείψανο του οποίου έφτασε στην Κέρκυρα μεταξύ 1453 και 1456 τελείται κάθε χρόνο στις 11 Αυγούστου (τότε σύμφωνα με το Ιουλιανό Ημερολόγιο έγινε η αποχώρηση των Οθωμανών) ,λιτανεία στο νησί.



Πηγές:
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, τ. ΙΑ’
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΑΡΕΤΑΙΟΣ, «Ο Ζ’ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΕΝΕΤΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1714-1718) ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ (1716)» στο περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ, τ. 587, ΜΑΪΟΣ 2017
Δημ. Χρ. Λάππας, «Συνοπτική ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ», 5η Έκδοση, ΚΕΡΚΥΡΑ 2012
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr