Το όνειρο του Javier Saviola

«Η καρδιά μου πήγε να σπάσει όταν είδα τον Μαραντόνα να φοράει τη φανέλα μου», αποκαλύπτει το Big Fish για τον σούπερ σταρ του Ολυμπιακού

Με το καλημέρα ο Αργεντίνος star έδειξε ότι χάρη στο ένστικτό του για το γκολ μπορεί να γίνει πρωταγωνιστής και ηγέτης του Ολυμπιακού στο ελληνικό πρωτάθλημα και το Τσάμπιονς Λιγκ.    



Μικρόσωμος, αλλά νευρώδης, με ένα συνεσταλμένο χαμόγελο μόνιμα ζωγραφισμένο στο κυριολεκτικά εφηβικό του πρόσωπο, ο Χαβιέ Πέδρο Σαβιόλα Φερνάντεζ θυμίζει σκανδαλιάρικο αγόρι που μόλις αποφοίτησε από το Λύκειο. Είναι, όμως, ένας από τους καλύτερους και πιο πετυχημένους Αργεντίνους επιθετικούς της γενιάς του. Ενας ποδοσφαιριστής φετίχ για τον Ελληνα οπαδό. Τα τελευταία χρόνια το ελληνικό ποδοσφαιρικό καλοκαίρι ταυτίστηκε σχεδόν με το όνομά του, προκαλώντας παροξυσμό στις ερυθρές και πράσινες ταξιαρχίες της κερκίδας. Οι επαφές του με τον Ολυμπιακό είχαν ξεκινήσει από το 2004, όταν είχε έρθει στην Αθήνα κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Το 2005 και το 2006 ήταν η «μεγάλη μεταγραφή» του Τριφυλλιού στα πρωτοσέλιδα. Το 2007 ξένα δημοσιεύματα έκαναν λόγο για προσφορά που αγγίζει τα 4.000.000 ευρώ τον χρόνο εκ μέρους του Ολυμπιακού. Την επόμενη χρονιά τα πρωτοσέλιδα απέκτησαν ξανά πράσινες αποχρώσεις. Ο Χενκ Τεν Κάτε τον γνώριζε από την Μπαρτσελόνα και τον ήθελε στην Ελλάδα. Ωστόσο, παρά την εγχώρια φιλολογία που τη μια τον ήθελε στο Μεγάλο Λιμάνι και την άλλη στη Παιανία, το ίδιο διάστημα ο «Κούνελος», όπως είναι το παρατσούκλι που του χάρισαν λόγω της ταχύτητας, της εκρηκτικότητας και των ξαφνικών αλλαγών της κατεύθυνσής του μέσα στο γήπεδο, προτιμούσε άλλες εξίσου ένδοξες ποδοσφαιρικές φανέλες. Τις κόκκινες -είναι το αγαπημένο του χρώμα- της Μονακό, της Σεβίλλης, της Μπενφίκα, αλλά και τις ολόλευκες της Ρεάλ Μαδρίτης ή τις γαλάζιες της Μάλαγα. Τότε γιατί γινόταν εδώ τόσος ντόρος; Ηταν, άραγε, μέρος ενός αυτοαναφορικού εθιμοτυπικού, μήπως ήταν δημοσιογραφικά μυθεύματα για περισσότερες πωλήσεις στα περίπτερα, επρόκειτο για ευσεβείς πόθους ή για πραγματικό ενδιαφέρον; «Πράγματι υπήρχαν συζητήσεις και προτάσεις από την Ελλάδα να έρθω να παίξω εδώ. Δεν το αποφάσιζα όμως μέχρι που μου έγινε η πρόταση από τον Ολυμπιακό του κ. Βαγγέλη Μαρινάκη. Στην τελευταία αυτή πρόταση έδωσα μεγάλη σημασία. Εβλεπα ότι επέμεναν. Ηταν η εμπιστοσύνη του προέδρου και της διοίκησης του Ολυμπιακού που έκαναν τη διαφορά», λέει ο παίκτης που έκανε πάταγο με τη μεταγραφή του στα media και «τα ’σπασε» στα social media με την άφιξή του τον Αύγουστο, καθώς και με την ενθουσιώδη υποδοχή που του επιφύλαξε ο κόσμος της πειραιώτικης ομάδας. Οποιος θεωρεί τον Χαβιέ Σαβιόλα μεταγραφή αεροδρομίου μάλλον αιθεροβατεί. Χρειάστηκε επιμονή, υπομονή και η προσωπική βούληση του προέδρου της ομάδας για να πειστεί ο Αργεντίνος να φορέσει την ερυθρόλευκη φανέλα. Η Ελλάδα του σήμερα, της ασθμαίνουσας οικονομίας, του αβέβαιου μέλλοντος και του πρωταθλήματος της μιάμισης ταχύτητας μόνο με ποδοσφαιρικό Ελντοράντο δεν μοιάζει. Τα χρήματα που λαμβάνει από τον Ολυμπιακό ο Χαβιέ Σαβιόλα (κάπου 8 εκατ. ευρώ για δύο χρόνια με τα μπόνους και την Εφορία πληρωμένη) θα μπορούσε να τα βρει κι αλλού, ας μη γελιόμαστε. Τι έκανε λοιπόν τη διαφορά;. «Για εμένα στα 31 μου είναι σημαντικό να βρίσκομαι σε μια ομάδα που με θέλουν και μπορώ να απολαμβάνω την εμπιστοσύνη όλων. Στον Ολυμπιακό βρήκα ακριβώς αυτές τις συνθήκες και θέλω να ανταποδώσω το δέσιμο και την αγάπη με την οποία με περιέβαλε από τη πρώτη στιγμή. Δεν έχω πολλά χρόνια ακόμα μπροστά μου για να παίξω μπάλα, ωστόσο αυτά τα τελευταία θέλω να μετρήσουν θετικά. Θέλω να είναι σημαντικά και, κυρίως, να είναι όλα αποδοτικά για την ομάδα, απολαυστικά για τον κόσμο του Ολυμπιακού και για εμένα προσωπικά». Ο φιλόδοξος ποδοσφαιρικά Χαβιέ Σαβιόλα δεν φοβάται τις λέξεις. Είναι ένας συνειδητοποιημένος επαγγελματίας που μπορεί να μιλάει για τα πιο άβολα δρώμενα με την άνεση ενός παρατηρητή και ταυτόχρονα με το πάθος του υπεύθυνου συμμέτοχου. Ο λόγος του είναι τολμηρός, ευθύς, ζυγισμένος, τα επιχειρήματά του αιτιολογημένα.  



Γεννημένος στο Μπελγκράνο, στην καταπράσινη βόρεια πλευρά του Μπουένος Αϊρες, όπου εντός των ορίων της γειτονιάς υπάρχει το εμβληματικό γήπεδο της Ρίβερ Πλέιτ, έδρα της ομώνυμης ομάδας αλλά και της Εθνικής Αργεντινής, από τα 16 του κιόλας φόρεσε και τις δυο θρυλικές ποδοσφαιρικές φανέλες. Την «Αλμπισελέστε», την εθνική ομάδα τη χώρας του, την υπηρέτησε με την ποιότητα και την εργατικότητά του κοντά δέκα χρόνια, πετυχαίνοντας 11 γκολ σε διεθνείς αγώνες με τα γαλανόλευκα χρώματά της, κατακτώντας μαζί της στο χορτάρι του ΟΑΚΑ το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στην Αθήνα το 2004, καθώς και θέση βασικού στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γερμανίας το 2006. «Το 2010 ήταν η τελευταία μου συμμετοχή στην Εθνική Αργεντινής. Από τα 17 μου είμαι στις εθνικές ομάδες και μου φαίνεται πράγματι παράξενο να μη συμμετέχω τώρα. Ομως από τα 27 μου με προσωπική επιλογή αφοσιώθηκα στους συλλόγους των οποίων φόρεσα τη φανέλα. Εξάλλου, για τη θέση μου υπάρχουν ο Μέσι, ο Αγκουέρο, ο Ιγκουαίν…».  



Προς το παρόν, πάντως, αφού η Εθνική Αργεντινής είναι για τον ίδιο μια λαμπρή και ένδοξη ανάμνηση, τον απασχολεί μόνο η προσαρμογή του στην Ελλάδα. «Στον Ολυμπιακό έχω βρει παλιούς φίλους, όπως τον Τσόρι Ντομίνγκες, που ήμασταν στην Κ20 της Εθνικής Αργεντινής και τον Ρομπέρτο, που ήμασταν συμπαίκτες στη Ρεάλ Μαδρίτης και την Μπενφίκα. Είναι ακόμα εδώ οι συμπατριώτες μου Αριέλ Ιμπαγάσα και Τόμας Ντε Βινσέντι. Με λίγα λόγια, βρέθηκα σε ένα σύνολο όπου όλοι είναι πολύ δεμένοι μεταξύ τους κι αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Τις λίγες μέρες που βρίσκομαι στην Ελλάδα κατάλαβα το πάθος που έχει ο κόσμος για το ποδόσφαιρο. Προέρχομαι, βέβαια, από μια χώρα όπου ο κόσμος αναπνέει για το ποδόσφαιρο και ξέρω τι σημαίνει πάθος για την μπάλα».  Δεν είναι όμως αυτή η πρώτη του γνωριμία με τον Ολυμπιακό. Πρωτοσυναντήθηκαν στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ της περιόδου 2004-2005, όταν η τότε ομάδα του, η Μονακό, βρέθηκε αντιμέτωπη με τη σημερινή. Στο «Λουί ΙΙ» είχε σκοράρει το πρώτο γκολ, σε μια αναμέτρηση που έληξε 2-1, ενώ στο 87’ έχει μείνει αξέχαστη η εξ επαφής κεφαλιά του Οκκά με τον Πλάσιλ να διώχνει την μπάλα με το στήθος του μέσα από την εστία. Αξέχαστη για εμάς, όχι για εκείνον. «Οχι, αυτή τη φάση δεν τη θυμάμαι», λέει γελώντας με κατανόηση και αναγνωρίζοντας τη σουρεαλιστική ανάγκη μιας ετεροχρονισμένης δικαίωσης για τον Θρύλο. «Θυμάμαι, όμως, τον Ακη Ζήκο, που ήμασταν συμπαίκτες τότε στη Μονακό. Η Εθνική σας είχε κερδίσει το Euro εκείνο το καλοκαίρι στην Πορτογαλία και όλοι ρωτούσαμε τον Ακη να μας περιγράψει την κατάσταση στην Ελλάδα. Μου είχε μιλήσει για το πάθος των Ελλήνων για το ποδόσφαιρο, περιγραφές που αμέσως θυμήθηκα όταν έφτασα στον Πειραιά». 



Τα πρώτα χρόνια
Μέχρι να φορέσει το νούμερο 9 της φανέλας του Ολυμπιακού ο Χαβιέ Σαβιόλα είχε αγωνιστεί στα μεγαλύτερα στάδια της Ευρώπης. Από τη Ρίβερ Πλέιτ στα 19 του πέρασε τον Ατλαντικό και άλλαξε ημισφαίριο  για την Μπαρτσελόνα του Κλάιφερτ και του Ριβάλντο, γεμίζοντας τα αντίπαλα δίχτυα με 21 γκολ την πρώτη χρονιά. Το 2004, με τον Φρανκ Ράικαρντ στην τεχνική ηγεσία της ομάδας και επιθετικό συνωστισμό στο ρόστερ της με Ροναλντίνιο, Ετό, Μέσι, Ντέκο, Λάρσον, ο Σαβιόλα δόθηκε δανεικός στη Μονακό. Εναν χρόνο μετά, με τη Σεβίλλη θα δώσει τη δική του ηχηρή ποδοσφαιρική απάντηση, κατακτώντας με την ομάδα του το Κύπελλο UEFA. Η Ρεάλ Μαδρίτης ήταν ο επόμενος μεγάλος σταθμός στην καριέρα του. Ο αθλητικός Τύπος μιλούσε για «εκδίκηση» του Σαβιόλα περιγράφοντάς τον σαν να θέλει να δώσει ένα μάθημα στην Μπαρτσελόνα και προσθέτοντας έτσι ένα ακόμα σύννεφο εχθρότητας στην παραδοσιακή αντιπαλότητα των δύο ομάδων. Ο Χαβιέ, όμως, προσγειωμένος ως άνθρωπος, ιδιαίτερα σεμνός ως χαρακτήρας, με έμφυτη ευγένεια και συνεπής ως επαγγελματίας, δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή του μνησίκακος ή μικροπρεπής. «Ξέρω πως δυσαρέστησα πολλούς ανθρώπους στη Βαρκελώνη που με είχαν αγαπήσει, αλλά για εμένα ήταν μια καθαρά αθλητική απόφαση. Δεν ήταν βεντέτα, αλλά ένα βήμα καριέρας. Αλλωστε δεν είχα κανένα παράπονο από την Μπαρτσελόνα. Κι όσες φορές κατόπιν βρέθηκα στο Καμπ Νου μου επεφύλαξαν θαυμάσια υποδοχή». Και αφού μιλάμε για στιγμές καριέρας δεν μπορώ να μη ρωτήσω για το ντεμπούτο του, αυτή τη σχεδόν κινηματογραφική ιστορία, όταν σε ηλικία 16 ετών και 311 ημερών, στις 16 Οκτωβρίου του 1998, φόρεσε για πρώτη φορά σε επίσημο ματς τη φανέλα της Ρίβερ Πλέιτ, στο παιχνίδι εναντίον της Χιμνάσια Λα Πλάτα, για να αγωνιστεί ως αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο και λίγα λεπτά μετά την είσοδό του στον αγωνιστικό χώρο να σκοράρει. «Πάντα λέω πως ήταν η πιο σημαντική μέρα της καριέρας μου. Ημουν μόλις 16 ετών και βρέθηκα στην πρώτη ομάδα της Ρίβερ Πλέιτ. Για μένα αυτό από μόνο του ήταν όνειρο, πόσο μάλλον να κληθώ να παίξω στο δεύτερο ημίχρονο. Και να βάλω και γκολ; Απλά δεν μπορώ να το περιγράψω. Εκείνη την περίοδο υπήρχαν στην ομάδα τρεις επιθετικοί. Ο ένας τραυματίστηκε στην προπόνηση, ο άλλος στην προθέρμανση και ο άλλος κατά τη διάρκεια του αγώνα. Τότε κατάλαβα πως αυτή ήταν η δική μου στιγμή. Επειτα από εκείνο το γκολ καθιερώθηκα στην ομάδα». Πολλές συμπαντικές συμπτώσεις για να μείνει κάποιος ανεπηρέαστος ή όχι; «Οχι, καθόλου. Δεν πιστεύω σε αυτά τα πράγματα, στο κάρμα. Εκείνη την ημέρα έπρεπε να είμαι έτοιμος και ήμουν έτοιμος. Ηταν η δική μου ευκαιρία και όταν δημιουργείται η ευκαιρία πρέπει να την αρπάζεις».



Οικογενειακή ζωή
Η Λατινική Αμερική είναι ένα αχανές εργοστάσιο παραγωγής ποδοσφαιριστών. Το ποδόσφαιρο δεν είναι απλώς διασκέδαση αλλά τρόπος ζωής, ρυθμός και αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Και το υπέροχα ατμοσφαιρικό Μπουένος Αϊρες είναι η Μέκκα του παλμού, του πάθους, του τάνγκο και της μπάλας.  Εκεί γεννήθηκε και ο Χαβιέ Σαβιόλα, πρόωρα στους 8 μήνες, στις 11 Δεκέμβρη του 1981, μία από τις μέρες που αναστατώνεται η πόλη των «πορτένιος», καθώς το ίδιο μεσημέρι η Μπόκα Τζούνιορς υποδεχόταν στο γήπεδό της τη Ρίβερ Πλέιτ. Εμοιαζε φιλάσθενος επειδή ήταν αδυνατούλης τα πρώτα χρόνια της ζωής του, μεγαλώνοντας στο σπίτι της οδού Ντράγκο 1880. Ηταν, όμως, το καμάρι ως το πρώτο παιδί -παρέμεινε και το μοναδικό- της Μαρία Αντονία και του αρχιτέκτονα Κάτσο Φερνάντεζ. «Γεννήθηκα στο Μπουένος Αϊρες. Ο παππούς μου βρέθηκε εκεί από την Ισπανία, απ’ όπου έφυγε εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου. Προέρχομαι από οικογένεια στην οποία δεν έλειψε τίποτα, αλλά δεν είχαμε και πολλά, ούτε κάτι περίσσευε. Το πιο σημαντικό για την οικογένειά μου ήταν το σχολείο και το διάβασμα. Μου απαγόρευαν ακόμα και να συμμετέχω στον αγώνα της Κυριακής αν δεν είχα κάνει τα μαθήματά μου. Πίστευαν, ειδικά ο πατέρας μου, πως η καριέρα του ποδοσφαιριστή μπορεί να αποδειχτεί σύντομη και ασταθής. Ενας τραυματισμός μπορεί να τερματίσει όνειρα πριν καν γεννηθούν, οπότε ήταν πολύ αυστηροί όσον αφορά τις προτεραιότητες. Και το σχολείο ήταν η βασική προτεραιότητά τους. Εγώ βέβαια λάτρευα το ποδόσφαιρο και ήταν το μόνο που σκεφτόμουν». Ενα αχνό νοσταλγικό χαμόγελο διαγράφεται καθώς περιγράφει εκείνα τα χρόνια, που γίνεται ηχηρό γέλιο όταν θυμάται τον θείο του. «Αγαπούσε το ποδόσφαιρο όσο εγώ και με πίστευε. Συμφωνήσαμε για κάθε γκολ που έβαζα να μου δίνει ένα πέσο. Επαιζα όμως ποδόσφαιρο σάλας και έβαζα γκολ συνέχεια και πολλά. Εγινα τελικά οικονομικά ασύμφορος για την τσέπη του και δεν άργησε πολύ να μου ζητήσει να σταματήσουμε τη συμφωνία μας». Μόλις στα 15 του δεν χρειαζόταν τα χαρτζιλίκια του θείου του. Μέχρι τα 16 του έβγαλε περισσότερα χρήματα από ό,τι ο πατέρας του μέσα σε δύο δεκαετίες. «Ηταν απότομη η αλλαγή. Δεν αλλάξαμε σπίτι, αλλά θυμάμαι ότι  με το πρώτο μου συμβόλαιο φτιάξαμε το σπίτι μας στο Μπουένος Αϊρες. Ενιωσα πολύ ωραία με τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου ήξερε πως αυτό μπορεί να με επηρεάσει και δεν θα το επέτρεπε ποτέ να συμβεί. Δεν ήθελε να αλλοιώσουν τα χρήματα και η φήμη τον χαρακτήρα μου. Μου έμαθε να είμαι σεμνός και ταπεινός. Οταν οι φίλοι του τού ζητούσαν δικό μου αυτόγραφο, με ανάγκαζε να πηγαίνω εγώ να τους βρω και να τους το δώσω ο ίδιος. Μου έμαθε να υπολογίζω την αγάπη του κόσμου ως κάτι σημαντικό και όχι δεδομένο. Ηταν εκεί βέβαια σε όλους στους αγώνες μου, αλλά πάντα συγκρατημένος. Οταν στον δρόμο για το σπίτι του έλεγα: “Είδες, μπαμπά, τι γκολάρα έβαλα;”, εκείνος συνήθιζε να μου απαντάει: “Γκολάρα το λες εσύ αυτό; Είδες το γκολ που έβαλε ο άλλος;”. Τον ρωτούσα τότε “μα καλά δεν χαίρεσαι με αυτά που έχω καταφέρει, με αυτά που κάνω;”. Χαιρόταν, αλλά ήθελε να με κρατάει προσγειωμένο. Τότε δεν καταλάβαινα τη σημασία της συμπεριφοράς του. Στενοχωριόμουν. Πέρασαν κάποια χρόνια για να το καταλάβω και δυστυχώς έχασα τον πατέρα μου νωρίς, όταν ήταν 51 ετών, πέντε μέρες μετά τη μεταγραφή μου στην Μπαρτσελόνα. Κρίμα, γιατί δεν είδε ποτέ του πόσο προχώρησα στην καριέρα μου. Είναι, όμως, τα δικά του μαθήματα που έχω ακόμα στην καρδιά και το μυαλό μου». 



Μία από τις πρώτες του εμπειρίες στη Βαρκελώνη λίγη σχέση έχει με το ποδόσφαιρο ή μάλλον έχει να κάνει αποκλειστικά με το ποδόσφαιρο. «Ο παππούς μου βρέθηκε στο Μπουένος Αϊρες ως πολιτικός πρόσφυγας. Απέφευγε να μου μιλάει συχνά για τα χρόνια του ισπανικού εμφυλίου. Ηταν ιστορίες γεμάτες θλίψη και πόνο και δεν ήθελε να τις θυμάται. Κατάφερε να βρεθεί με τα αδέρφια του 50 χρόνια μετά, όταν εγώ πήρα μεταγραφή στην Μπαρτσελόνα. Αν δεν έπαιζα ποδόσφαιρο, αυτό δεν θα είχε συμβεί ποτέ», θυμάται το περιστατικό σαν να είναι σημαντικότερο από οποιονδήποτε τίτλο έχει πανηγυρίσει, ανασύροντας μνήμες και συνθέτοντάς τις δεξιοτεχνικά με αβίαστη ακρίβεια. Καλά λένε ότι οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές έχουν ιδιοσυγκρασία υποδειγματικού καλλιτέχνη. 



Ο Ντιέγκο και ο Μέσι
Από το Μπουένος Αϊρες και τη Ρίβερ Πλέιτ έφυγε με το βαρύ φορτίο του «νέου Μαραντόνα». «Στην Αργεντινή κάθε νέος παίκτης που παίζει λίγη καλή μπάλα αυτόματα συγκρίνεται με τον Μαραντόνα. Ολοι αναζητούν τον νέο Μαραντόνα. Είναι πολύ άσχημο όμως αυτό για τους πιτσιρικάδες. Τους ασκείται τεράστια, αδικαιολόγητη πίεση. Εγώ με τον Ντιέγκο γνωρίστηκα σε μια απονομή που μου έκανε, όταν βραβεύτηκα ως ο καλύτερος νέος παίκτης της Νότιας Αμερικής. Λίγο καιρό αργότερα βρέθηκε πολύ κοντά στον θάνατο και νοσηλευόταν σε σοβαρή κατάσταση στο νοσοκομείο. Αισθάνθηκα την ανάγκη να τον επισκεφτώ, να τον υποστηρίξω. Ολη η Αργεντινή εκείνες τις ημέρες προσευχόταν για τον Ντιέγκο. Δεν μπόρεσα να τον δω, αλλά άφησα μαζί με τις ευχές μου μια φανέλα μου. Μέρες αργότερα, όταν βγήκε από το νοσοκομείο, τον είδα στην τηλεόραση να τη φοράει. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει»,  λέει για το ποδοσφαιρικό του είδωλο και την τιμή που του έκανε κοιτάζοντας χαμηλά, σχεδόν κοκκινίζοντας με ειλικρινή ταπεινοπροφροσύνη. Είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε για τον σύγχρονο μεγάλο Αργεντίνο μπαλαδόρο. «Από τον Μέσι, ναι, λείπει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Ακόμα όμως και να μην το πάρει ποτέ θα παραμείνει ένας από τους καλύτερους παίκτες της παγκόσμιας ιστορίας, ο καλύτερος αυτήν τη στιγμή στον κόσμο». Επιχειρώ την αμετροέπεια φωναχτά -«κι αν το πάρει;». «Ρωτάς αν θα θεωρείται καλύτερος από τον Ντιέγκο, ε;» διευκρινίζει άμεσα προσγειώνοντας τη θεωρητική υπόθεση στο έδαφος της  χωροχρονικής πραγματικότητας. «Ετσι κι αλλιώς μιλάμε για διαφορετικές εποχές. Δεν μπορούμε να κάνουμε τέτοιες συγκρίσεις. Πάντως, αυτό που σίγουρα μπορώ να πω είναι πως δύσκολα θα ξαναδούμε έναν παίκτη σαν τον Μέσι». Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, αλλά αυτό που εγώ καταλαβαίνω είναι πως ακόμα και τρία σερί Μουντιάλ να σηκώσει ο Λίο κανένας Αργεντίνος δεν θα πει πως είναι καλύτερος από τον Ντιέγκο, όπως ίσως κανένας Ελληνας δεν θα πει πως ο Διαμαντίδης ή ο Σπανούλης είναι καλύτεροι από τον Γκάλη - ακόμα κι αν δεν πρόλαβε να τον δει στο γήπεδο. Δεκτό. Κατανοητό. Τίμιο.  

Προσωπική ζωή
Η άφιξη του Σαβιόλα στον Πειραιά δεν απασχόλησε μόνο το κοινό του αθλητικού Τύπου, αλλά μεταφέρθηκε  και σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Ο λόγος; Η πανέμορφη σύζυγός του Ρομανέλα Αμάτο. Ο Χαβιέ τη γνώρισε όταν εκείνος αγωνιζόταν στη Ρεάλ Μαδρίτης κι εκείνη έκανε τα πρώτα της βήματα στο μόντελινγκ στα 17 της χρόνια. Σήμερα είναι παντρεμένοι και έχουν μια κόρη, την τριών μηνών Ιουλιέτα. Γιατί όμως οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές παντρεύονται μοντέλα;  «Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ. Πράγματι, είναι αλήθεια, οι ποδοσφαιριστές προτιμάμε τα μοντέλα. Πάντως η γυναίκα μου δεν δουλεύει πλέον. Οταν δούλευε, όμως, είχαμε έναν κανόνα. Κανείς δεν ανακατευόταν στη δουλειά του άλλου. Δεν ήταν δύσκολο να το εφαρμόσουμε γιατί εκείνη δεν έχει ιδέα από ποδόσφαιρο. Ούτε καν της αρέσει. Και στο γήπεδο όταν έρχεται δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει μέσα στον αγωνιστικό χώρο, αφού δεν ξέρει καν τι είναι οφσάιντ». Η προσθήκη της Ιουλιέτας στη ζωή του ζευγαριού, αν και πρόσφατη, έχει ήδη φέρει αλλαγές στις μελλοντικές αποφάσεις τους. «Είχα συνηθίσει να δουλεύω σε διαφορετικές πόλεις και έχω μάθει να προσαρμόζομαι εύκολα στις νέες απαιτήσεις, σε αυτά που θέλει ο κάθε προπονητής, στις ανάγκες των συμπαικτών μου. Αν όμως με ρωτήσεις πού είναι το σπίτι μου, δεν ξέρω τι να σου απαντήσω. Με τη γέννηση της κόρης μας, μαζί με τη γυναίκα μου έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε κάτι τέτοιο: σε ποια πόλη θα ζήσουμε, πού θα είναι καλύτερα για την εκπαίδευση της κόρης μας. Πλέον όλα αφορούν εκείνη. Εχουμε βέβαια μέλλον μπροστά μας, είναι πολύ μικρή ακόμα». 

Το παιδικό όνειρο
Σκεπτόμενη  την υπέρογκη δαπάνη της μεταγραφής του Γκάρεθ Μπέιλ στη Ρεάλ και τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε στην Ισπανία, επιχειρώ μια σύγκριση. Δεδομένου ότι η χώρα του δοκιμάστηκε από τις συνταγές του ΔΝΤ, τον ρωτώ αν σκέφτεται πως στην Ελλάδα των οικονομικών προβλημάτων η δική του αμοιβή είναι παράλογα υψηλή. Απαντάει με την ευθύτητα και την ευαισθησία εκείνου που είναι διαρκώς συνδεδεμένος με την πραγματικότητα. «Ξέρω πως τα πράγματα δεν είναι ισότιμα μοιρασμένα. Οχι όμως μόνο στον κόσμο του ποδοσφαίρου. Οι υψηλές αμοιβές των ποδοσφαιριστών με απασχολούν ως προς την κοινωνική δικαιοσύνη, όπως και πολλούς συμπαίκτες μου. Είναι τόσα τα χρήματα που παίρνουμε για να παίζουμε απλώς ποδόσφαιρο, αλλά τι μπορείς να κάνεις;». Να βοηθήσεις, ίσως, την ομάδα όπου έπαιζες ποδόσφαιρο όταν ήσουν 8 ετών να σωθεί από τη χρεοκοπία και διάλυση; Το έξυπνο κινητό κάνει την εμφάνισή του και στην οθόνη προβάλλονται φωτογραφίες του κλειστού γυμναστηρίου της Πάρκε Κας. Είναι η στιγμή που διακρίνω έκδηλη περηφάνια πλαισιωμένη από πινελιές ζήλου, ευθύνης, καθήκοντος στο σφραγισμένο με αυτοπεποίθηση πρόσωπο ενός σουπερ σταρ του ποδοσφαίρου. Με μια γαλαντόμα όσο και ευγενική για την προσφορά της στα κοινά χειρονομία διέσωσε έναν θησαυρό της παιδικής του ηλικίας, την πρώτη του  ποδοσφαιρική αγάπη απ’ όπου ξεκίνησαν τα όνειρά τους πολλά παιδιά. Και το έκανε χαρίζοντας ένα σύγχρονο γυμναστήριο που φιλοξενεί 200 φτωχά παιδιά, με  ανιδιοτέλεια και ανταποδοτικότητα παρόμοια με εκείνη του ήρωα της αργεντίνικης ταινίας «Luna de Avellaneda». «Ηταν η ομάδα που έπαιζα όταν ήμουν 8 χρόνων. Δεν είχαμε καν γήπεδο κατάλληλο και αναγκαζόμασταν να πηγαίνουμε αλλού για να δίνουμε αγώνες. Από τότε σκεφτόμουν πως αν γινόμουν διάσημος και επιτυχημένος θα τη βοηθούσα. Σήμερα το κλειστό γήπεδο για τους αγώνες του πρωταθλήματος σάλας έχει το όνομά μου και οι κερκίδες το όνομα του πατέρα μου. Αυτό ήταν το παιδικό μου όνειρο, να βοηθήσω την Πάρκε Κας». Στο κάτω κάτω, για ποιον άλλο λόγο γίνεται κάποιος ποδοσφαιριστής αν όχι για να πραγματοποιήσει τα παιδικά του όνειρα. 
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr