31 χρόνια από την απόσυρση του Νίκου Γκάλη: Σαν σήμερα ο «Θεός» του ελληνικού μπάσκετ κρεμάει τη φανέλα του σε ηλικία 38 ετών

Το συγκινητικό γράμμα της απόσυρσης - Τα πρώτα του χρόνια στις ΗΠΑ, η εξέλιξη του Άρη σε αυτοκράτορα του μπάσκετ, η κόντρα με Γιαννάκη και το φιλικό κόντρα στον Τζόρνταν - Η κατάκτηση του Eurobasket το 1987 με την Εθνική Ελλάδος - Η είσοδος στο Hall of Fame του ΝΒΑ

Για πολλούς ο καλύτερος Έλληνας μπασκετμπολίστας όλων των εποχών, για κάποιους ένας από τους σπουδαιότερους μπασκετμπολίστες στην ιστορία του αθλήματος, για όλους, όμως, ο Νίκος Γκάλης αποτελεί κάτι παραπάνω από απλώς έναν αθλητή, αποτελεί ίνδαλμα και πρότυπο για τη νέα γενιά καλαθοσφαιριστών που εμπνεύστηκαν από τον ίδιο και την ιστορία του, πήραν τη σκυτάλη και συνέχισαν το έργο του Έλληνα «GOAT». Είναι ο κύριος λόγος που ο μέσος Έλληνας ερωτεύτηκε με το συγκεκριμένο άθλημα, ο λόγος δημιουργίας άπειρων γηπέδων μπάσκετ σε αυλές, σπιτιών, πάρκα και σχολεία σε όλη τη χώρα, η αιτία που το μπάσκετ εξελίχθηκε κατά κάποιον τρόπο σε εθνικό άθλημα.

Σαν σήμερα πριν από 31 χρόνια, στις 29 Σεπτεμβρίου 1995, ο Γκάλης κρεμάει οριστικά τη φανέλα του και αποσύρεται από την ενεργό δράση μετά από 16 χρόνια ανεπανάληπτων ρεκόρ, αξέχαστων και μυθικών εμφανίσεων και αμέτρητων αναμνήσεων που μικροί και μεγάλοι δε πρόκειται να λησμονήσουν ποτέ. Αυτό που μένει ανεξίτηλο από την καριέρα του «Γκάνγκστερ», όπως τον αποκαλούσαν, δεν είναι οι νίκες, τα πρωταθλήματα και οι καταξιώσεις με τους συλλόγους και το εθνόσημο, αλλά η τεράστια επιρροή του στις μεταγενέστερες γενιές. Ένα είναι σίγουρο παίκτες με λαμπρή καριέρα και ταλέντο υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν, ωστόσο παίκτες σαν τον Νίκο Γκάλη δεν πρόκειται σχεδόν ποτέ να εμφανιστούν ξανά.


Ο Γκάλης ανακοίνωσε πικραμένος την απόσυρσή του από το άθλημα που αγάπησε και γιγάντωσε με ένα συγκινητικό γράμμα πριν από 31 χρόνια. «Κάποτε θα γινόταν κι αυτό. Στη ζωή, όλα έχουν μια αρχή κι ένα τέλος. Πολλές φορές εξαρτάται από μας, πολλές φορές όχι. Ήθελα να σταματήσω αυτό που τόσο αγάπησα κι αγαπώ μέσα στο γήπεδο, γιατί πιστεύω ότι ξέρω να παίρνω τις αποφάσεις μου τότε που πρέπει. Αυτή μου η επιθυμία θεωρήθηκε από πολλούς αδυναμία. Ποτέ δεν έχω παρακαλέσει άνθρωπο και ποτέ δε ζήτησα χάρη από κανέναν.

Μέχρι και σήμερα (σ.σ. 29/9/1995) έκανα υπομονή περιμένοντας μία κίνηση. Είμαι εγωιστής αλλά δεν είναι εγωιστικό να πιστεύω μέχρι κι αυτή τη στιγμή ότι είμαι ελεύθερος και ότι δεν ανήκω σε κανέναν. Γιατί έχω λόγο και τιμή.

Φεύγω από το άθλημα που αγάπησα πικραμένος. Με μόνη ικανοποίηση ότι ακόμα και σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι μπορώ να αλλάζω τις ισορροπίες. Ευχαριστώ όλους τους ανώνυμους φιλάθλους για την αγάπη που μου έδειξαν. Ζητώ συγγνώμη αν κάποιους πίκρανα. Τη ζωή πρέπει να την παίρνουμε όπως έρχεται αν θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι.

Εύχομαι καλή επιτυχία σε όλες τις ομάδες του πρωταθλήματος που αρχίζει αύριο κάνοντας μια ευχή: Να μη ξεχνάμε όλοι ότι το μπάσκετ είναι παιχνίδι και ότι υπάρχουν νικητές και ηττημένοι», ανέφερε ο Γκάλης. Ήταν επίσημο πλέον.

Στις 18 Οκτωβρίου του 1994 στο κλειστό του Μετς στους Αμπελόκηπους, έπαιξε τον τελευταίο του αγώνα μπάσκετ με τη φανέλα του Παναθηναϊκού.

Παρά το πικρό τέλος της αγωνιστικής του καριέρας η μπασκετική παρακαταθήκη συνέχισε να εμπνέει τη νέα γενιά αθλητών και συνέβαλε καθοριστικά στη «γέννηση» σπουδαίων παικτών που άφησαν τη δική τους εποχή, όπως ο Βασίλης Σπανούλης, Δημήτρης Διαμαντίδης, Θοδωρής Παπαλουκάς κλπ.


Ποιος είναι ο Έλληνας θεός του μπάσκετ, το NCAA και το draft του ΝΒΑ

Ο Νίκος Γκάλης γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου 1957 στο Νιου Τζέρσεϊ των ΗΠΑ και μεγάλωσε με ένα όνειρο να αγωνιστεί στο κορυφαίο πρωτάθλημα μπάσκετ του κόσμου το ΝΒΑ. Γιος μεταναστών με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και τη Ρόδο. Ο πατέρας του Γιώργος ήταν από τον Άγιο Ισίδωρο της Ρόδου και η μητέρα του Στέλλα από την Ξηροκρήνη της Κωνσταντινούπολης.

Ο πατέρας του εργαζόταν ως τσαγκάρης και ερασιτέχνης πυγμάχος και ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει ανάλογη αθλητική πορεία. Ωστόσο, ο μικρός Νίκος δεν ενδιαφερόταν για τα παραπάνω και γρήγορα τον κέρδισε η καλαθοσφαίριση. Είχε προσαρμοστεί πλήρως στον αμερικάνικο τρόπο ζωής, φοιτούσε σε μη ελληνόφωνο σχολείο, ενώ στο σπίτι μόνο άκουγε κάποια ελληνικά. Ήταν τρελά αφοσιωμένος οριακά «εμμονικός» στην προπόνηση προκειμένου να γίνεται όλο και καλύτερος.

Μπάλα μπάσκετ έπιασε για πρώτη φορά στα χέρια του σε ηλικία μόλις 10 ετών αλλά η μόνιμη ενασχόληση ήρθε στο λύκειο, όπου πραγματοποίησε εντυπωσιακές εμφανίσεις ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους με αποτέλεσμα να μπει στο στοχάστρο μεγάλων Πανεπιστημίων, όπως το Νορθ Καρολάινα και το Φλόριντα Στέιτ. Το 1975 προτίμησε την φημισμένη ομάδα του καθολικού πανεπιστημίου του Σίτον Χολ.


Ο νεαρός Νίκος ξεχώρισε πολύ γρήγορα και εξελίχθηκε σε έναν από τους καλύτερους καλαθοσφαιριστές του κολεγιακού πρωταθλήματος. Αγωνιζόταν στη θέση του σούτιγκ γκαρντ και σκόραρε με μεγάλη ποικιλία κινήσεων. Σούταρε από κοντά και μακριά, κέρδιζε πολλά φάουλ που τα μετέτρεπε σε πόντους με τις ελεύθερες βολές, πέρναγε την μπάλα όταν έκλεινε πάνω του η άμυνα.
Το αστείρευτο ταλέντο του που διέθετε τον μετέτρεψαν σε έναν παίκτη, ο οποίος έμοιαζε αδύνατο να φυλαχθεί στις καλύτερες μέρες του. 

Αυτό που τον ξεχώρισε από τους υπόλοιπους μπασκετμπολίστες ήταν το άλμα του. Πολλοί παίκτες χάνουν πολύ από την ακρίβεια ή δύναμή τους στο σουτ και στις πάσες όταν φτάσουν στην κορυφή του άλματος τους. Αντίθετα, ακριβώς εκείνη ήταν η στιγμή που ο Γκάλης έλαμπε και σκόραρε υπό ακραίες δύσκολες συνθήκες έχοντας υψηλού επιπέδου ευελιξία. Η αγαπημένη του κίνηση ήταν το τζαμπ σουτ από μέση απόσταση (mid range shot) ή το λέι απ με σπάσιμο μέσης στον αέρα ακόμα και όταν τον μάρκαραν πολλοί αμυντικοί.


Την περίοδο 1978–79 αναδείχθηκε τρίτος σκόρερ στο κολεγιακό πρωτάθλημα του NCAA με 27,5 πόντους μ.ο. πίσω από τον δεύτερο Λάρι Μπερντ, ο οποίος έμελλε να γίνει θρύλος στο ΝΒΑ λίγα χρόνια αργότερα. Συνολικά στην τριετή κολεγιακή του καριέρα συμμετείχε σε 107 αγώνες και είχε μέσο όρο 15,4 πόντους, 2,4 ριμπάουντ και 3,8 ασίστ. Τον Απρίλιο του 1979, αγωνίστηκε στο κολεγιακό Αll-Star παιχνίδι στη Χαβάη και όλα έδειχναν ότι ο νεαρός Έλληνας σούτιγκ γκαρτν ήταν έτοιμος για ένα σπουδαίο μέλλον στο ΝΒΑ. Την ίδια χρονιά κέρδισε το βραβείο Haggerty ως καλύτερος παίκτης στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης.

Στο τέλος εκείνης της σεζόν συμμετείχε στο ντραφτ του NBA και επιλέχθηκε από τη μεγαλύτερη τότε ομάδα της διοργάνωσης Μπόστον Σέλτικς στον τρίτο γύρο της διαδικασίας και την 68η θέση. Ωστόσο, η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Ένας τραυματισμός στον αστράγαλο σε συνδυασμό με τον σκληρό ανταγωνισμό είχαν ως αποτέλεσμα να κοπεί από το ρόστερ της ομάδας. Ο θρυλικός προπονητής και μετέπειτα πρόεδρος των Σέλτικς, Ρεντ Άουερμπαχ, παραδέχθηκε μετά από χρόνια ότι η μη υπογραφή του Γκάλη ήταν το μεγαλύτερο λάθος στη μεγάλη καριέρα του.

«Μπορώ ανεπιφύλακτα να πω, ότι εκείνο το καλοκαίρι του 1979, ναι μεν δεν εκπληρώθηκε η μεγάλη μου επαγγελματική φιλοδοξία να παίξω στο ΝΒΑ, αλλά από την απόφαση που πήρα, να συνεχίσω δηλαδή την καριέρα μου στην Ελλάδα, κέρδισα περισσότερα ως άνθρωπος και επιπλέον πιστεύω ότι η μικρή προσφορά μου στην Ελλάδα και στο μπάσκετ της είναι πολυτιμότερη από οποιαδήποτε ενδεχόμενη προσωπική μου διάκριση στο ΝΒΑ», επεσήμανε ο Γκάλης μερικές δεκαετίες αργότερα. Μετά από κάποια χρόνια αρκετές ομάδες του ΝΒΑ εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τον ίδιο, αλλά αυτός παρέμεινε πιστός στην ελληνική του ομάδα. Ήξερε ότι σε περίπτωση που υπέγραφε συμβόλαιο με ομάδα του ΝΒΑ, δεν θα είχε τη δυνατότητα να αγωνιστεί με τα γαλανόλευκα στις διοργανώσεις της FIBA και δεν ήθελε να απογοητεύσει τη χώρα του.


Τα χρόνια στον Άρη, οι «εξωγήινες» εμφανίσεις, η αντιπαλότητα με τον Γιαννάκη και το φιλικό κόντρα στον 20χρονο Τζόρνταν

Το καλοκαίρι του 1979 οι δύο «αιώνιοι», Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός, εκδήλωσαν έντονο ενδιαφέρον για να αποκτήσουν τον Γκάλη, ωστόσο, ο ίδιος προτίμησε να μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη για χατίρι του πρωταθλητή Ελλάδος εκείνης της χρονιάς, Άρη.

Στις 16 Οκτωβρίου 1979 υπογράφει στον Άρη, ενώ κατά την άφιξή του ο Γκάλης δεσμεύτηκε πως «θα βάζω 40 πόντους σε κάθε παιχνίδι». Στις 2 Δεκεμβρίου 1979 έκανε το ντεμπούτο του στο νικηφόρο 79–78 με αντίπαλο τον Ηρακλή σημειώνοντας 30 πόντους. Την πρώτη του σεζόν στην Ελλάδα φόρεσε το νούμερο 7 και αναδείχθηκε τρίτος σκόρερ στο πρωτάθλημα. Μετά από σχεδόν ένα χρόνο παραμονής στη χώρα, το όνομά του άρχιζε να παίρνει μυθικές διαστάσεις, αφού το μπάσκετ είχε τότε ελάχιστη προβολή από τα ΜΜΕ και μόνο οι Θεσσαλονικείς μπορούσαν να παρακολουθήσουν από κοντά τα κατορθώματά του στο γήπεδο εξαιτίας και του συστήματος διεξαγωγής του πρωταθλήματος 1979–80 που ήταν χωρισμένο σε Βορρά-Νότο. Οι Αθηναίοι φίλαθλοι, απλά διάβαζαν ή άκουγαν για έναν μικροσκοπικό άνθρωπο με μαλλί άφρο, που πετυχαίνει 40 πόντους σε κάθε αγώνα, πηδώντας στον αέρα σαν τον σούπερμαν ως κάτι το εξωγήινο που όμοιο του δεν υπήρχε.


Η πρώτη «εξωγήινη» εμφάνιση ήρθε στις αρχές Μαρτίου του 1980, όταν σκόραρε 56 πόντους κόντρα στην ΑΕΚ. Το όνομά του άρχισε να παίρνει γιγντιαίες διαστάσεις στη χώρα. Την επόμενη χρονιά κατέκτησε το βραβείου του πρώτου σκόρερ του ελληνικού πρωταθλήματος, ένα βραβείο που κέρδισε για 11 σερί χρονιά. Ολοκλήρωσε τη σεζόν 1980–81 με 1.143 πόντους μετρώντας 44 πόντους ανά αγώνα, γεγονός που σηματοδοτεί την καλύτερη επίδοση σε συγκομιδή πόντων και σε μέσο όρο στην ιστορία του ελληνικού πρωταθλήματος. Πρόκειται για ένα μυθικό ρεκόρ που δεν έχει και πιθανότατα δεν θα καταρριφθεί ποτέ.


Το παρατσούκλι «Γκάνγκστερ» του το χάρισε ο πρώην προπονητής και παράγοντας του Άρη, Ανέστης Πεταλίδης, όταν συνειδητοποίησε πως ο Γκάλης κρυφάκουγε μία διοικητικού περιεχομένου κουβέντα με τον παράγοντα να ρωτά: «κρυφάκουγες ρε γκάνγκστερ;». Στις 5 Νοεμβρίου 1980 σημείωσε 56 πόντους με αντίπαλο τη Βάσας ΣΚ στη Βουδαπέστη για το Κύπελλο Κόρατς (νίκη του Άρη με 97–90), που παραμένει η καλύτερη επίδοση για Έλληνα παίκτη στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και γενικότερα παίκτη ελληνικής ομάδας, ενώ στις 10 Δεκεμβρίου 1980 στη Βενετία με αντίπαλο την μετέπειτα φιναλίστ Καρέρα Βενέτσια σημείωσε 54 πόντους δίνοντας τα πρώτα διαπιστευτήρια στην Ευρώπη.


Στις 24 Ιανουαρίου 1981 ο Άρης αγωνίστηκε εναντίον του Ιωνικού Νικαίας σε ένα παιχνίδι που έμεινε στην ιστορία. Η αναμέτρηση ήταν συναρπαστική με τη κανονική διάρκεια να λήγει στο εντυπωσιακό 101–101. Πρώτος σκόρερ του Άρη ήταν ο Γκάλης με 62 πόντους, ενώ από την άλλη ο Παναγιώτης Γιαννάκης με 73. Ο Γκάλης σκόραρε 37 πόντους στο πρώτο ημίχρονο, 23 στο δεύτερο και δύο στην παράταση με 23/35 σουτ, 16/18 ελεύθερες βολές και επτά ριμπάουντ, ενώ αντίστοιχα ο Γιαννάκης 35, 29 και 9 με 29/40 σουτ, 15/16 βολές και εννέα ριμπάουντ. Οι αγώνες Άρη – Ιωνικού, ήταν η χαρά των φιλάθλων, με τα υψηλά σκορ και το πλούσιο θέαμα που πρόσφεραν οι δύο κορυφαίοι παίκτες, οι οποίοι βρέθηκαν πέντε φορές αντιμέτωποι. (24/1/81: Ιωνικός – Άρης 113–114 Γιαννάκης 73, Γκάλης 62, 13/6/81: Άρης – Ιωνικός 116–85 Γκάλης 51, Γιαννάκης 46, 23/2/83: Άρης – Ιωνικός 116–85 Γκάλης 52, Γιαννάκης 51, 10/12/83: Άρης – Ιωνικός 107–72 Γκάλης 39, Γιαννάκης 32, 17/3/84: 99– 112 Γιαννάκης 34, Γκάλης 45). Το 1983 κατέκτησε για πρώτη φορά το πρωτάθλημα Ελλάδας με τη φανέλα του Άρη. Ήταν το πρώτο από τα οκτώ συνολικά που σήκωσε με τον «Αυτοκράτορα», όπως φώναζαν την ομάδα του Άρη (1985, 1987, 1988, 1989, 1990). Επίσης, κατέκτησε και έξι Κύπελλα (1985, 1987, 1988, 1989, 1990, 1992).


Στις 20 Οκτωβρίου 1983 η εθνική Ελλάδος αντιμετώπισε την κολεγιακή ομάδα του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας, στην οποία αγωνιζόταν ο για πολλούς κορυφαίος μπασκετμπολίστας όλων των εποχών, Μάικλ Τζόρντζαν. Η φιλική αναμέτρηση διοργανώθηκε στην έδρα του Άρη στη Θεσσαλονίκη. Ήταν μία τιτανομαχία ανάμεσα στον Έλληνα «Γκάνγκστερ» και τον άνθρωπο που άλλαξε για πάντα την ιστορία του αθλήματος. Ο Γκάλης σημείωσε 24 πόντους, ενώ ο 20χρονος Τζόρνταν με 34 οδήγησε το κολλέγιό του στη νίκη. Το τελικό σκορ του αγώνα ήταν 100-83 υπέρ του Αμερικανικού πανεπιστημίου. Μάλιστα, μετά το τέλος του αγώνα ο Τζόρνταν εκθείασε τον Γκάλη δηλώνοντας: «Είναι ένας πλήρης παίκτης. Δεν περίμενα να δω έναν τέτοιο σκόρερ από την Ευρώπη».


Στις 14 Ιουλίου 1992 υπέγραψε στον Παναθηναϊκό, ο οποίος είχε πραγματοποιήσει μία μυθική πρόταση ύψους ενός δισεκατομμυρίου δραχμών για τριετές συμβόλαιο στον Έλληνα σούτινγκ γκαρντ. Με τους πράσινους κατέκτησε το κύπελλο το 1993, ενώ έφτασε μέχρι το Final Four το 1994 του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (σημερινή EuroLeague). Ωστόσο, η θητεία του στον Παναθηναϊκό αποδείχθηκε σύντομη και ολοκληρώθηκε μάλλον κάπως άδοξα. Στις 18 Οκτωβρίου 1994, αγωνίστηκε για τελευταία φορά με το τριφύλλι. Στο παρελθόν ο Έλληνας σούπερσταρ είχε δηλώσει πως «θα σταματήσω το μπάσκετ όταν σταματήσουν να με υπολογίζουν». Ο πρόεδρος της ομάδας, Παύλος Γιαννακόπουλος, επιχείρησε να βρει λύσει και να τον ξαναφέρει στην ομάδα, όμως μάταια. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1995 ο 38χρονος τότε Γκάλης ανακοίνωσε το τέλος της καριέρας του με μία γραπτή δήλωση.

nikos_gkalis_in__6_

nikos_gkalis_in__7_

Σε συλλογικό επίπεδο κατέκτησε οκτώ φορές το πρωτάθλημα Ελλάδας (1983, 1985, 1986, 1987, 1988, 1989, 1990, 1991), επτά Κύπελλα Ελλάδας (1985, 1987, 1988, 1989, 1990, 1992, 1993) και ένα Super Cup (1986). Αναδείχθηκε κορυφαίος παίκτης του ελληνικού πρωταθλήματος πέντε φορές (1988, 1989, 1990, 1991, 1992) και έντεκα φορές πρώτος σκόρερ (1981, 1982, 1983, 1984, 1985, 1986, 1987, 1988, 1989, 1990, 1991). Με την εθνική Ελλάδος κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του 1987 και το αργυρό στην ίδια διοργάνωση δύο χρόνια αργότερα (1989).


Το έπος του Eurobasket 1987 με την Εθνική Ελλάδος

Ένα από τα σπουδαιότερα κατορθώματα αν όχι το σπουδαιότερο της καριέρας του δεν ήρθε ούτε με την κίτρινη ούτε με την πράσινη φανέλα, αλλά με τη γαλανόλευκη. Η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ το 1987 ήταν η πρώτη διεθνής διάκριση για την επίσημη αγαπημένη που καθιέρωσε την Ελλάδα για τα καλά στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χάρτη του αθλήματος. Αποτέλεσε οδηγό για τη μεταγενέστερη κατάκτηση της διοργάνωσης το 2005 αλλά και την παρουσία στον τελικό του Παγκόσμιο Κύπελλο έναν χρόνο αργότερα, όπου η Ελλάδα γνώρισε βαριά ήττα από την Ισπανία. Ωστόσο, νωρίτερα είχε σοκάρει ολόκληρο τον κόσμο επικρατώντας των ΗΠΑ με σκορ 101-95.


Η Εθνική Ελλάδος εκείνη τη χρονιά έμοιαζε κάτι σαν αμερικανική dream team έχοντας στο ρόστερ της σούπερσταρ, όπως τον Νίκο Γκάλη, Παναγιώτη Γιαννάκη, Παναγιώτη Φασούλα και Φάνη Χριστοδούλου. Στις 14 Ιουνίου αντιμετώπισε τη Σοβιετική Ένωση στον μεγάλο τελικό, σε μία αναμέτρηση που τα είχε όλα δράμα, άγχος, συγκίνηση, παράταση και χαρά. Η κανονική διάρκεια έληξε 89-89 και οδηγήθηκε στην παράταση, όπου η Ελλάδα κατάφερε να επικρατήσει με 103-101 ανεβαίνοντας στο υψηλότερο σκαλί του ευρωπαϊκού βάθρου. Ο Γκάλης πέτυχε 40 πόντους, ενώ σε εκείνο το παιχνίδι σημείωσε ίσως το πιο διάσημο και δυσκολότερο ολόκληρης της καριέρας  του με τριπλό σπάσιμο μέσης στον αέρα την ώρα που τον μάρκαρε όλη η αντίπαλη ομάδα.


Χαρακτηριστική είναι η δήλωση που έκανε μετά τον τελικό:  «Όλη η χώρα σηκώθηκε σαν κλειστή γροθιά». Η εθνική Ελλάδος κατέκτησε το Ευρωμπάσκετ χαρίζοντας αξέχαστες στιγμές τρέλας και χαράς στους φιλάθλους της, οι οποίοι πλημμύρισαν δρόμους σε όλες τις πόλεις της χώρας. Ήταν η στιγμή που το μπάσκετ ξεπέρασε τα όρια ενός απλού αθλήματος για την Ελλάδα και άρχισε να εξελίσσεται σε εθνικό σπορ.


Ο Γκάλης «μάτωσε» κυριολεκτικά τη φανέλα κατά τη διάρκεια του Ευρωμπάκσετ με μέσο όρο 40 λεπτά και 10 δευτερόλεπτα ανά αγώνα, ξεκουράστηκε για λίγο λιγότερο από τέσσερα λεπτά στο πρώτο παιχνίδι της Ελλάδας με τη Ρουμανία, και στη συνέχεια για τα υπόλοιπα επτά παιχνίδια - τέσσερις φάση ομίλων, τρία νοκ άουτ - δεν κάθισε καθόλου στον πάγκο. Αγωνίστηκε κάθε δευτερόλεπτο σε επτά συνεχόμενα παιχνίδια, συμπεριλαμβανομένης της παράτασης στον τελικό.

Η είσοδος στο Hall of Fame του ΝΒΑ

Η 8η Σεπτεμβρίου αποτελεί ημερομηνία ορόσημο, καθώς ο Νίκος Γκάλης έγινε ο πρώτος Έλληνας μπασκετμπολίστας που εισήχθη στο Hall of Fame του ΝΒΑ, γεγονός που αποτελεί ύψιστη τιμή και αναγνώριση της μοναδικής προσφοράς του στο άθλημα. Το να σταθεί το όνομα Γκάλης δίπλα σε ιερά «τέρατα» του Αμερικανικού μπάσκετ, όπως Τρέισι Μακγκρέιντι, Τζορτζ Μακγκίνις και Ζακ Κλέιτον ήταν κάτι το ανήκουστο. Πολύ σπάνια ονόματα καλαθοσφαιριστών από την άλλη μεριά του Ατλαντικού συμπεριλαμβάνονται σε αυτή την ελίτ του αθλήματος. 


Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ως νέο μέλος του Hall Of Fame της κορυφαίας μπασκετικής λίγκας του πλανήτη ο Γκάλης ανέφερε: «Το όνειρό μου ήταν να παίξω στο ΝΒΑ. Επιλέχθηκα από τους Σέλτικς μαζί με τον τρομερό Λάρι Μπερντ. Είχα προτάσεις από αρκετές ομάδες από την Ελλάδα. Μέχρι τότε δεν την είχα επισκεφτεί, δεν ήξερα ότι υπήρχε μπάσκετ στην Ελλάδα. Ο Ρεντ Άουερμπαχ ήθελε να μείνω, αλλά πήρα μια απόφαση για την οποία δεν θα μετανιώσω ποτέ στη ζωή μου. Πήγα στην Ελλάδα και ερωτεύτηκα τον κόσμο και τη χώρα. Όταν το 1987 η Ελλάδα κατέκτησε το ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα με αντίπαλο τη Σοβιετική Ένωση όλο το έθνος βγήκε στους δρόμους. Το μπάσκετ έγινε εθνικό άθλημα και η Ελλάδα είναι από τις κορυφαίες ομάδες στο ευρωπαϊκό μπάσκετ. Από εκείνη την ημέρα σε κάθε αυλή σπιτιού, σε κάθε αυλή σχολείου τοποθετήθηκε μια μπασκέτα. Έπαιξα τότε με μερικούς από τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο».


Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr