Μπράιαν Κλαφ: Ο χαρισματικός επιθετικός ο οποίος εξελίχθηκε σε προπονητική ιδιοφυΐα και μια προσωπικότητα που όλοι λάτρευαν να... μισούν

Σαν σήμερα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2004, έφυγε από τη ζωή ένας από τους πιο εμβληματικούς και αντισυμβατικούς προπονητές στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου

Σκληρός, εκρηκτικός, αφοπλιστικά ειλικρινής και ταυτόχρονα ικανός να δημιουργεί δεσμούς ζωής. Ο Μπράιαν Κλαφ δεν υπήρξε απλώς ένας προπονητής. Υπήρξε μια τεράστια ποδοσφαιρική προσωπικότητα. Ένας άνθρωπος που πήρε ομάδες χωρίς ιστορία και τις οδήγησε εκεί όπου ελάχιστοι πίστευαν ότι μπορούσαν να φτάσουν.

Υπήρχαν προπονητές που κέρδιζαν αγώνες. Υπήρχαν προπονητές που κέρδιζαν τίτλους. Υπήρχε όμως και ο Μπράιαν Κλαφ, ο οποίος είχε την παράξενη ικανότητα να αλλάζει την ίδια την ταυτότητα των ομάδων που αναλάμβανε.

Δεν ήταν άνθρωπος των συμβιβασμών. Δεν τον ενδιέφερε να γίνει αρεστός σε όλους, ούτε να ακολουθήσει τα ποδοσφαιρικά κλισέ της εποχής. Έλεγε αυτό που πίστευε, συχνά με τρόπο που προκαλούσε, και υπερασπιζόταν τις απόψεις του μέχρι τέλους.

Όμως, κυρίως, είχε το χάρισμα να παίρνει ομάδες που βρίσκονταν μακριά από την κορυφή και να τις μετατρέπει σε πρωταγωνίστριες. Η Ντέρμπι Κάουντι και η Νότιγχαμ Φόρεστ δεν ήταν απλώς δύο σταθμοί στην καριέρα του. Ήταν τα δύο μεγάλα έργα της ζωής του. Η μία έγινε πρωταθλήτρια Αγγλίας. Η άλλη πέρα απότ ο αγγλικό πρωτάθλημα κατέκτησε δύο συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών. 

Ξεχωριστή θέση στην ιστορία του, πάντως, κατέχει και η Λιντς. Όχι για τις επιτυχίες του, αλλά ακριβώς για το αντίθετο. Ο Κλαφ έμεινε μόλις 44 ημέρες στον πάγκο της, σε μια από τις πιο θυελλώδεις και πολυσυζητημένες συνεργασίες στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου. Η σχέση του με τους ποδοσφαιριστές και το περιβάλλον της ομάδας ήταν από την αρχή συγκρουσιακή, με τη διαμάχη του με τη Λιντς να γίνεται σχεδόν θρυλική. Τόσο έντονη ήταν η ιστορία εκείνων των 44 ημερών, ώστε χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο μέσα από την ταινία «The Damned United». Μια σύντομη, αποτυχημένη θητεία που, παράδοξα, έγινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κεφάλαια της μυθικής του διαδρομής.


Από το Μίντλεσμπρο στον σοβαρό τραυματισμό

Ο Μπράιαν Χάουαρντ Κλαφ γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1935 στο Μίντλεσμπρο, σε μια πολυμελή οικογένεια. Από μικρός το ποδόσφαιρο μπήκε στη ζωή του και σύντομα φάνηκε ότι το ταλέντο του βρισκόταν στην επίθεση.

Ως ποδοσφαιριστής υπήρξε ένας χαρισματικός σκόρερ. Αγωνίστηκε στη Μίντλεσμπρο από το 1955 έως το 1961 και στη συνέχεια στη Σάντερλαντ, όπου παρέμεινε μέχρι το 1964.

Οι αριθμοί του ήταν εντυπωσιακοί. Με τη Μίντλεσμπρο πέτυχε 204 γκολ σε 222 συμμετοχές, ενώ με τη Σάντερλαντ σημείωσε 63 τέρματα σε 74 παιχνίδια. Έφτασε μάλιστα μέχρι την Εθνική Αγγλίας, μετρώντας δύο συμμετοχές το 1959.

Η καριέρα του, όμως, έμελλε να τελειώσει απότομα. Ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο, στα 29 του χρόνια, τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο.

Για έναν άνθρωπο με τόσο έντονη σχέση με το παιχνίδι, θα μπορούσε να είναι το τέλος. Για τον Κλαφ ήταν απλώς η αρχή για μία σπουδαία καριέρα στον χώρο της προπονητικής.


Η πρώτη μεγάλη απόδειξη στη Ντέρμπι

Το 1965 ανέλαβε τη Χάρτλπουλ Γιουνάιτεντ, τότε ομάδα της τέταρτης κατηγορίας. Δύο χρόνια αργότερα ήρθε η ευκαιρία που θα άλλαζε για πάντα την καριέρα του, καθώς βρέθηκε στον πάγκο της Ντέρμπι Κάουντι.

Ο Κλαφ ανέλαβε έναν σύλλογο που δεν βρισκόταν στην ελίτ και μέσα σε δύο χρόνια τον οδήγησε στην πρώτη κατηγορία. Δεν σταμάτησε εκεί.

Το 1972 η Ντέρμπι κατέκτησε το πρωτάθλημα Αγγλίας για πρώτη φορά στην ιστορία της. Ήταν το πρώτο μεγάλο αριστούργημα του Κλαφ.

Μια ομάδα που δεν είχε κατακτήσει ποτέ το πρωτάθλημα βρέθηκε στην κορυφή του αγγλικού ποδοσφαίρου και την επόμενη σεζόν έκανε την Ευρώπη να μιλά για εκείνη, φτάνοντας μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, όπου αποκλείστηκε από τη Γιουβέντους. Ο Κλαφ είχε πλέον αποδείξει ότι το «αδύνατο» δεν ήταν μέρος του λεξιλογίου του.


Η σύγκρουση με τη διοίκηση και το τέλος μιας μεγάλης συνεργασίας

Παρά τις επιτυχίες, η σχέση του με τη διοίκηση της Ντέρμπι δεν ήταν και η καλύτερη, με βασικό σημείο τριβής τον πρόεδρο Σαμ Λόνγκσον.

Ο Κλαφ δεν ήταν άνθρωπος που μπορούσε εύκολα να λειτουργήσει μέσα σε περιορισμούς. Ήθελε τον έλεγχο, ήθελε να παίρνει τις αποφάσεις του και, κυρίως, δεν δεχόταν εύκολα να του υποδεικνύουν πώς θα κάνει τη δουλειά του.

Το καλοκαίρι του 1973 αποχώρησε και ακολούθησε ένας σύντομος σταθμός στην Μπράιτον, πριν από τη μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας του. Τη Λιντς Γιουνάιτεντ.


Οι 44 ημέρες που έμειναν στην ιστορία και έγιναν ταινία

Στις 30 Ιουλίου 1974, ο Μπράιαν Κλαφ ανέλαβε τη Λιντς Γιουνάιτεντ. Από μόνο του, το γεγονός ήταν παράδοξο.

Ο Κλαφ είχε περάσει χρόνια ασκώντας σφοδρή κριτική στη Λιντς και στον προπονητή της, Ντον Ρέβι. Θεωρούσε ότι το ποδόσφαιρο της ομάδας ήταν υπερβολικά σκληρό και είχε φτάσει στο σημείο να ζητήσει ακόμη και τον υποβιβασμό της, αν η Αγγλική Ομοσπονδία ήθελε πραγματικά να αντιμετωπίσει το «βρόμικο» παιχνίδι.

Παρόλα αυτά η μοίρα τα έφερε έτσι και βρέθηκε στον πάγκο της. Η συνύπαρξη με τα αστέρια της Λιντς ήταν εκρηκτική από την πρώτη ημέρα. Ο Κλαφ δεν προσπάθησε να χαϊδέψει αυτιά. Στην περίφημη πρώτη του ομιλία προς τους παίκτες φέρεται να τους είπε να πετάξουν τα μετάλλιά τους, επειδή, κατά την άποψή του, τα περισσότερα είχαν κατακτηθεί με παράνομο τρόπο.



Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Η Λιντς συγκέντρωσε μόλις τέσσερις βαθμούς στις πρώτες έξι αγωνιστικές και ο Κλαφ απομακρύνθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1974.

Εν ολίγοις κάθισε στον πάγκο της ομάδας για μόλις 44 μέρες.  Η ατάκα του μετά την απόλυση ήταν χαρακτηριστική. Συγκεκριμένα είπε: «Είναι μια θλιβερή μέρα για τη Λιντς». Ωστόσο η αποτυχημένη παρουσία του στη Λιντς δεν του έκοψε τα φτερά, αντίθετα τον οδήγησε στον σύλλογο όπου θα δημιουργούσε τον μύθο του.

Η Νότιγχαμ Φόρεστ πριν από τον Κλαφ και μετά από αυτόν

Το 1975 η Νότιγχαμ Φόρεστ δεν ήταν ευρωπαϊκή υπερδύναμη. Ήταν μια ομάδα που αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία και προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της.

Ο Κλαφ, όμως, είδε κάτι περισσότερο και μέσα σε λίγα χρόνια, κατάφερε και άλλαξε τα πάντα. Αρχικά οδήγησε τη Φόρεστ στην άνοδο στη μεγάλη κατηγορία και μόλις μία σεζόν μετά την επιστροφή της στα μεγάλα σαλόνια, η ομάδα κατέκτησε το πρωτάθλημα Αγγλίας, τη σεζόν 1977-1978.

Δύο ευρωπαϊκές κορυφές σε δύο χρόνια

Η σεζόν 1978-1979 ήταν αυτή που μετέτρεψε τη Νότιγχαμ Φόρεστ από μια εντυπωσιακή αγγλική ιστορία σε ευρωπαϊκό μύθο. Στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, η Φόρεστ αντιμετώπισε τη Μάλμε.

Ένα γκολ του Τρέβορ Φράνσις, ο οποίος είχε αποκτηθεί από τη Μπέρμιγχαμ, όντας ο πρώτος παίκτης που έσπασε το φράγμα του ενός εκατομμυρίου λιρών,  ήταν αρκετό για να στέψει την ομάδα του Κλαφ πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Η ευρωπαϊκή επιτυχία της Νότιγχαμ δεν σταμάτησε εκεί, αφού έναν χρόνο μετά βρέθηκε αντιμέτωπη στον τελικό της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης με το Αμβούργο. Το τελικό 1-0 χάρισε ξανά τον τίτλο στην αγγλική ομάδα, υπό τις οδηγίες του Κλαφ.

Έτσι ένας σύλλογος  που λίγα χρόνια νωρίτερα αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία κατόρθωσε να φτάσει στην κορυφή της Ευρώπης για δύο συνεχόμενα χρόνια. 





Ο Κλαφ και ο άνθρωπος πίσω από τον προπονητή

Στην ιστορία της Νότιγχαμ, δίπλα στο όνομα του Κλαφ υπήρχε σχεδόν πάντα το όνομα του Πίτερ Τέιλορ. Ο Τέιλορ ήταν πρώην συμπαίκτης του Κλαφ στη Μίντλεσμπρο, στενός φίλος και συνεργάτης του στον πάγκο.

Η σχέση τους είχε ξεκινήσει ήδη από την Ντέρμπι και συνέχισε στη Νότιγχαμ, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα δίδυμα στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου.

Ο Κλαφ ήταν η εκρηκτική προσωπικότητα. Ο Τέιλορ είχε τη δική του τεχνογνωσία και ματιά στο παιχνίδι. Μαζί δημιούργησαν ένα σύστημα που δεν βασιζόταν μόνο στην τακτική. Βασιζόταν στην επιλογή των σωστών ανθρώπων.

Παίκτες όπως ο Πίτερ Σίλτον, ο Τζον Ρόμπερτσον, ο Κένι Μπερνς και ο Τρέβορ Φράνσις έγιναν κομμάτια μιας ομάδας που έγραψε ιστορία. Η συνεργασία τους, όμως, τελείωσε το 1982.

Ο θάνατος του Τέιλορ, το 1990, αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα προσωπικά πλήγματα της ζωής του Κλαφ.





«Δεν μπορούσες να αδιαφορήσεις για εκείνον»

Ο Κλαφ δεν ήταν ο προπονητής που θα έβγαινε στη συνέντευξη Τύπου και θα έλεγε τα αναμενόμενα και αυτό γιατί δεν αγαπούσε τα κλισέ.

Δεν δίσταζε να ειρωνευτεί δημοσιογράφους, διοικήσεις ή ποδοσφαιριστές και πολλές από τις ατάκες του έγιναν κομμάτι της ποδοσφαιρικής κουλτούρας στην Αγγλία.

Ήταν αυστηρός με τους παίκτες του, αλλά μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα προστατευτικός απέναντί τους. Απαίδευτος επικοινωνιακά με την έννοια του πολιτικά ορθού εκείνης της εποχής, αλλά εξαιρετικά χαρισματικός.




Ήταν ένας άνθρωπος των αντιθέσεων και σκληρός με κάποιον που θεωρούσε ότι δεν έκανε σωστά τη δουλειά του και γενναιόδωρος με κάποιον που πίστευε ότι άξιζε την εμπιστοσύνη του.

Όταν οι οπαδοί έγιναν αντίπαλοι

Η εκρηκτική προσωπικότητα του Κλαφ δεν περιοριζόταν στον πάγκο. Σε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, συγκρούστηκε ακόμη και με οπαδούς της Νότιγχαμ όταν εκείνοι εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο μετά από νίκη της ομάδας.


Ο Κλαφ δεν έμεινε απλώς να παρακολουθεί. Βρέθηκε ανάμεσα στους οπαδούς και το περιστατικό εξελίχθηκε σε συμπλοκή. Ήταν, με έναν τρόπο, ο ίδιος άνθρωπος που έβλεπαν όλοι, κάποιος που δεν μπορούσε να παρακολουθήσει αμέτοχος κάτι που θεωρούσε λάθος.


Εθνική Αγγλίας: Το ανεκπλήρωτο όνειρο 

Για το αγγλικό ποδόσφαιρο, το 1977 ήταν η χρονιά που θα μπορούσε να είχε αλλάξει η μοίρα της Εθνικής ομάδας. Μετά την επεισοδιακή αποχώρηση του Ντον Ρέβι, η Αγγλία αναζητούσε απεγνωσμένα έναν ηγέτη. Στα μάτια των φιλάθλων και του Τύπου, υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος κατάλληλος για τη δουλειά. Ο Μπράιαν Κλαφ, ο οποίος εκείνη την περίοδο έκανε θαύματα, οδηγώντας τη Νότιγχαμ Φόρεστ στην κορυφή του αγγλικού ποδοσφαίρου. Ωστόσο, η... παραλαβή του χρίσματος εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες φάρσες και «στημένες» διαδικασίες στην ιστορία των «λιονταριών».

Ο Κλαφ προσκλήθηκε στα κεντρικά γραφεία της Ομοσπονδίας στο Λονδίνο για την επίσημη συνέντευξη. Έχοντας τεράστια αυτοπεποίθηση, μπήκε στην αίθουσα με σκοπό να πείσει τους ανθρώπους της FA. Δεν προσποιήθηκε, δεν κρύφτηκε και μάλιστα τους επέκρινε ανοιχτά για τις τότε «κιτς» εμφανίσεις της Εθνικής, λέγοντας πως η Αγγλία πρέπει να φοράει μόνο το λευκό χρώμα.


Βγαίνοντας από την αίθουσα, συνάντησε στο απέναντι ξενοδοχείο τον μόνιμο συνεργάτη του, Πίτερ Τέιλορ. Όταν ο Τέιλορ τον ρώτησε πώς πήγε, ο Κλαφ απάντησε με τη χαρακτηριστική του σιγουριά: «Αν η δουλειά εξαρτάται από τη συνέντευξη, τους διέλυσα. Δεν χάνεται. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι το παιχνίδι δεν είναι στημένο».

Όπως αποδείχθηκε, το παιχνίδι ήταν στημένο. Η FA είχε καλέσει τον Κλαφ μόνο και μόνο για τα μάτια του κόσμου, για να δείξει ότι ακολουθεί μια αξιοκρατική διαδικασία. Στην πραγματικότητα, οι ιθύνοντες της ομοσπονδίας έτρεμαν τον εκρηκτικό χαρακτήρα του Κλαφ και την τάση του να διοικεί με τους δικούς του όρους, χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν.

Αντί για τον κορυφαίο τεχνικό της χώρας, η ομοσπονδία ανακοίνωσε την πρόσληψη του Ρον Γκρίνγουντ. Το εξοργιστικό, όπως αποκάλυψε αργότερα ο ίδιος ο Κλαφ στην αυτοβιογραφία του, ήταν πως ο Γκρίνγουντ δεν είχε περάσει καν από τη διαδικασία της συνέντευξης. Η FA του είπε ψέματα, έχοντας προαποφασίσει να δώσει τα κλειδιά σε έναν ελέγξιμο προπονητή, υποτιμώντας την ίδια τη διαδικασία που η ομοσπονδία έστησε.

Πάντως η  ιστορία έγραψε τη δική της δικαίωση, αφού η  Αγγλία του Γκρίνγουντ κινήθηκε στη μετριότητα, την ίδια στιγμή που ο  Μπράιαν Κλαφ επέστρεψε στο Νότιγχαμ και τις επόμενες χρονιές κατέκτησε δύο συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών, αφήνοντας την FA να αναρωτιέται τι θα είχε συμβεί αν του είχε δώσει τα ηνία.

Η κληρονομιά του

Ο Κλαφ παρέμεινε στον πάγκο της Νότιγχαμ Φόρεστ για σχεδόν δύο δεκαετίες. Κατέκτησε το πρωτάθλημα Αγγλίας, δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών, το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ και τέσσερα Λιγκ Καπ. Η Φόρεστ έφτασε επίσης μέχρι τον τελικό του FA Cup το 1991 και στον τελικό του League Cup το 1992.

Τον Μάιο του 1993, μετά τον υποβιβασμό της ομάδας στη δεύτερη κατηγορία, ο Κλαφ ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την προπονητική.

Ήταν το τέλος μιας διαδρομής που είχε ξεκινήσει σχεδόν τρεις δεκαετίες νωρίτερα, στη Χάρτλπουλ και ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της δεν ήταν οι τίτλοι. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο ήρθαν. Ο Κλαφ δεν ανέλαβε έτοιμες υπερδυνάμεις. Δημιούργησε ομάδες που έγιναν υπερδυνάμεις.


Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο

Η ζωή του Κλαφ είχε και τη σκοτεινή της πλευρά. Για χρόνια αντιμετώπισε προβλήματα που συνδέονταν με το αλκοόλ και υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση ήπατος.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2004, σε ηλικία 69 ετών, πέθανε από καρκίνο του στομάχου.

Η είδηση προκάλεσε βαθιά συγκίνηση, ιδιαίτερα στις δύο ομάδες με τις οποίες είχε συνδέσει το όνομά του, την Ντέρμπι Κάουντι και τη Νότιγχαμ Φόρεστ.

Αγάλματα, μνημεία και αφιερώματα δημιουργήθηκαν προς τιμήν του, όπως το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Πις με τίτλο «The Damned Utd», εμπνευσμένο από τις περίφημες 44 ημέρες του Κλαφ στη Λιντς. Το βιβλίο απέκτησε μεγάλη απήχηση, αλλά προκάλεσε και αντιδράσεις για τον τρόπο με τον οποίο παρουσίαζε πρόσωπα και γεγονότα της εποχής. 

Τρία χρόνια αργότερα (2009), η ιστορία μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη. Η ταινία «The Damned United», σε σκηνοθεσία του Τομ Χούπερ και σενάριο του Πίτερ Μόργκαν, κυκλοφόρησε με τον Μάικλ Σιν να υποδύεται τον Κλαφ και τον Τίμοθι Σπαλ τον Πίτερ Τέιλορ.

Ο Μάικλ Σιν προσπάθησε να αποτυπώσει όχι μόνο τον εκρηκτικό χαρακτήρα του Κλαφ, αλλά και την ευφυΐα, το χιούμορ, την ανασφάλεια και την εμμονή του με την επιτυχία. Η ερμηνεία του απέσπασε ιδιαίτερα θετικές κριτικές, με τον Guardian να ξεχωρίζει την παρουσία του στον πρωταγωνιστικό ρόλο.




Ένας προπονητής που δεν θα υπάρξει δεύτερος

Σήμερα, το ποδόσφαιρο είναι ένας διαφορετικός κόσμος. Οι προϋπολογισμοί, οι μεταγραφικές δαπάνες, η παγκοσμιοποίηση και η τεράστια οικονομική δύναμη των κορυφαίων συλλόγων έχουν αλλάξει δραστικά τις ισορροπίες.

Ο Κλαφ ανήκε σε μια άλλη εποχή. Μια εποχή όπου ένας προπονητής μπορούσε να πάρει μια ομάδα από τη δεύτερη κατηγορία και, λίγα χρόνια αργότερα, να την οδηγήσει στην κορυφή της Ευρώπης.

Μια εποχή όπου η προσωπικότητα ενός ανθρώπου μπορούσε να γίνει τόσο ισχυρή ώστε να επισκιάσει ακόμη και τους τίτλους του.

Ο Μπράιαν Κλαφ δεν ήταν τέλειος και ούτε προσπάθησε ποτέ να εμφανιστεί ως τέτοιος. Ήταν οξύθυμος, προκλητικός, συγκρουσιακός, συχνά αλαζονικός και πάντοτε απολύτως βέβαιος για τις απόψεις του.

Αλλά ήταν και ένας προπονητής που άλλαξε την τύχη συλλόγων, ανέδειξε ποδοσφαιριστές και κατέκτησε τρόπαια που έμοιαζαν απλησίαστα. Στην Ντέρμπι Κάουντι και στη Νότιγχαμ Φόρεστ δεν άφησε απλώς τίτλους. Άφησε μια ταυτότητα.

Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα το όνομά του εξακολουθεί να μνημονεύεται μέχρι και σήμερα, αφήνοντας το δικό του στίγμα στην ιστορία του αγγλικού και ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.



Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr