Το νέο βιβλίο του Κώστα Σημίτη: Πώς το μνημόνιο έγινε μόνιμη επιτροπεία

Ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η ανάκαμψη θα αργήσει, αλλά θα έρθει από τις «αντίρροπες δυνάμεις» που δημιουργεί ο αυταρχισμός της σημερινής κυβέρνησης, όπως συνέβη τα χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας

Θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως ένα ευσύνοπτο εγχειρίδιο που αποτυπώνει -σε αδρές, έστω, γραμμές- τον πολυσυζητημένο οδικό χάρτη για την έξοδο από την κρίση τον οποίο τόσοι πολλοί υπόσχονται αλλά ουδείς δεν τον έχει παρουσιάσει ως σήμερα. Διαβάζοντας, ωστόσο, κανείς το νέο βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη με τον (ερωτηματικό) τίτλο «Υπάρχει λύση;», εκείνο που μάλλον αντιλαμβάνεται περισσότερο από ό,τιδήποτε άλλο είναι οι λόγοι για τους οποίους οι πολιτικές δυνάμεις αδυνατούν να παρουσιάσουν έναν συνεκτικό χάρτη εξόδου με αποτέλεσμα να παρατείνεται η κρίση και να επαπειλούνται και νέα Μνημόνια.

Με την άνεση που του δίνει από τη μια η επιλογή που έκανε να παραδώσει στις αρχές του 2004 τη σκυτάλη της εξουσίας σε μια Ελλάδα που βρισκόταν στο απόγειο της ευημερίας και από την άλλη η επιβεβαίωση της έγκαιρης προειδοποίησης, την οποία είχε απευθύνει προς όλο το πολιτικό σύστημα λίγο πριν καιρό προτού να ξεσπάσει ο οικονομικός τυφώνας του 2009, για τα «λεφτά που δεν υπήρχαν» και τους επερχόμενους κινδύνους υπαγωγής στο Διεθνές Νομισματικό ταμείο, ο κ. Σημίτης διεκδικεί το δικαίωμα να ασκεί κριτική προς κάθε κατεύθυνση. Και αυτό ακριβώς κάνει με το βιβλίο του, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις», στρέφοντας τα πυρά του κυρίως προς όσους εξακολουθούν να εξαπατούν τους πολίτες συνεχίζοντας τις ψεύτικες υποσχέσεις ότι είναι δήθεν ζήτημα λίγου χρόνου η ανάκαμψη της χώρας και η απαλλαγή της από τα Μνημόνια. Ενώ, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, η σημερινή κυβέρνηση έχει στην πραγματικότητα συνομολογήσει τη μονιμοποίηση της μνημονιακής επιτροπείας της χώρας για πολλά – πολλά χρόνια.

«Τα πολιτικά κόμματα δεν απευθύνονται στους πολίτες με ειλικρινή λόγο που επισημαίνει τις δυσκολίες, τις αρνητικές εξελίξεις και την έκταση των αναγκαίων παρεμβάσεων», είναι η κυρίαρχη διαπίστωση του πρώην πρωθυπουργού που διαπερνά σχεδόν το σύνολο του βιβλίου του το οποίο συνέγραψε με τη συνδρομή του γνωστού δημοσιογράφου – αρθρογράφου και τηλεσχολιαστή Γιάννη Πρετεντέρη, ο οποίος υπέβαλε ερωτήματα προς τον κ. Σημίτη. «Ακόμη και σήμερα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την αποτυχία στις επιδιώξεις και τις προβλέψεις της, διαβεβαιώνει διαρκώς ότι όλα τα προβλήματα θα ξεπεραστούν», παρατηρεί. Παραθέτει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το ασφαλιστικό και ειδικότερα το γεγονός ότι «ελάχιστες φορές αναφέρεται ότι η δαπάνη του ελληνικού κράτους είναι η υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Για να υπογραμμίσει πως όσοι θέτουν το ζήτημα της απώλεια του εισοδήματος των συνταξιούχων, σιωπούν στο ερώτημα «που θα βρεθούν τα χρήματα, αν μείνουν όλα όπως είναι σήμερα».

Σε αυτό το πλαίσιο, μάλλον δεν προκαλεί έκπληξη πως το μόνο συμπέρασμά που θεωρεί βέβαιο ο κ. Σημίτης είναι ότι «τα χρόνια που έρχονται, πρέπει να κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια για να σταθεροποιήσουμε την οικονομία μας και να εκσυγχρονίσουμε τη χώρα. Αυτό όμως προϋποθέτει ριζική αλλαγή στις πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα. Δεν βλέπω ωστόσο να πραγματοποιούνται τέτοια βήματα. Πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια θα ζούμε μία από τα ίδια, αν όχι και χειρότερα».  

Ήθελαν να σώσουν τις τράπεζες τους
Κατά τον πρώην πρωθυπουργό, «οι ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων για τη δημιουργία και την εξέλιξη της κρίσης είναι αναμφισβήτητες». Ο ίδιος, ωστόσο, δεν χαρίζεται και στους πιστωτές. «Βεβαίως και έχουν ευθύνες η Ευρωζώνη και το ΔΝΤ για την αποτυχία του προγράμματος», επισημαίνει, ενώ γίνεται πιο επικριτικός κατά της πρώτης υποστηρίζοντας ότι τον Μάιο του 2010 δεν ενδιαφέρθηκε πως θα λυθεί μακροπρόθεσμα το πρόβλημα της Ελλάδας. «Ήθελε προπαντός να αποτρέψει την επαπειλούμενη στάση πληρωμών της Ελλάδας και να σώσει έτσι τις (σ.σ.: γαλλικές και γερμανικές) τράπεζες, που είχαν χορηγήσει υψηλά δάνεια στη χώρα». Έτσι, με τα χρήματα των εταίρων, «οι οφειλές της Ελλάδας προς τις τράπεζες έγιναν οφειλές προς τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης». Ενώ για να προληφθούν άλλες περιπτώσεις υπερχρέωσης κρατών – μελών, επεδείχθη «ιδιαίτερη αυστηρότητα στην Ελλάδα και ζήτησε να εφαρμοστεί μια σκληρή, περιοριστική δημοσιονομική πολιτική».  Γι΄ αυτό και πιστεύει ότι «έπρεπε ήδη από το τέλος του 2010 να είχε τεθεί το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, καθώς ήταν πια ορατή η αποτυχία του πρώτου Μνημονίου και η Ελλάδα μπορούσε να προβάλει τη συνευθύνη της Ευρωζώνης για τις εξελίξεις».
    
Οι «θεωρίες του καφενείου» για το 2004
Ο Κώστας Σημίτης επιρρίπτει το μεγαλύτερο μέρος των ευθυνών για την επέλευση της κρίσης στις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή της περιόδου 2004-2009, υποστηρίζοντας ότι εκείνη τα χρόνια εκτινάχθηκαν τα ελλείμματα και ο δανεισμός ου κράτους. Παραθέτει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο ετήσιος δανεισμός διπλασιάστηκε την περίοδο Καραμανλή σε σχέση με τη δική του διακυβέρνηση, φθάνοντας κατά μέσο όρο από τα 10 στα 20 δισ. ευρώ. Ενώ μόνον το 2009 το δημοσιονομικό έλλειμμα, ως αποτέλεσμα της εκτόξευσης των δαπανών, ήταν της τάξης των 36 δισ. ευρώ ή σε ποσοστό επί του ΑΕΠ 15,6% όταν τις παραμονές των εκλογών του Οκτωβρίου έστελναν έγγραφο στον Κομισιόν περί ελλείμματος 6%, εξαιτίας του οποίου «καθιερώθηκε σε διεθνές επίπεδο η έκφραση “Greek statistic”».  

Δεν αφήνει επίσης στο απυρόβλητο και τον διάδοχό του στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ Γιώργο Παπανδρέου, καταλογίζοντας του το σύνθημα «λεφτά υπάρχουν» με το οποίο ο ίδιος είχε έρθει αντιμέτωπος, και διεγράφη από την κοινοβουλευτική ομάδα του Κινήματος. «Το 2008 υποστήριζα ότι λεφτά δεν υπάρχουν», είναι μια από τις αποστροφές του με την οποία θέλει να καταδείξει πως μπορεί να παραπλανηθεί η κοινή γνώμη. «Γιατί να με πιστέψουν όμως οι πολίτες, αφού σύσσωμη η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση και τα ΜΜΕ υποστήριζαν το αντίθετο;», αναρωτιέται. Και αναφερόμενος στην προειδοποίηση ότι μπορεί οι Ευρωπαίοι εταίροι να παραπέμψουν τη χώρα στο ΔΝΤ, κάτι που ακούστηκε πρώτη φορά από τα δικά του χείλη,  συμπληρώνει: «Καταγγέλθηκα, μάλιστα, δημοσίως γι΄ αυτή την άποψή μου». 

Ο πρώην πρωθυπουργός, εξάλλου, αποκρούσει τους ισχυρισμούς ότι για την κρίση ευθύνεται η ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Μιλάει για «θεωρίες καφενείου» και αντιπαραβάλει την «εμπεριστατωμένη» μελέτη του ΙΟΒΕ που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2015, υπολογίζοντας το συνολικό κόστος των Αγώνων στα 9,2 δισ. ευρώ. Στο ποσό αυτό «συμπεριλαμβάνονται αρκετά έργα» -οδικά , αναβαθμίσεις νοσοκομείων, κ.α.- «που δεν είχαν άμεση σχέση με τη διεξαγωγή των Αγώνων». Το συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι «οι Αγώνες ενίσχυσαν αισθητά την οικονομική δραστηριότητα», οδηγώντας σε αύξηση το ΑΕΠ της χώρας κατά 2,5% ή κατά 3,86 δισ. ευρώ. Και άρα «το δημόσιο χρέος δεν εκτροχιάστηκε εξαιτίας των Αγώνων». Επικαλείται ακόμη μελέτη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης που είδε το φως στους Financial Times και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το κόστος των Αγώνων της Αθήνας ήταν από τα χαμηλότερα, ενώ πολύ υψηλότερες δαπάνες είχαν η Βαρκελώνη, το Πεκίνο και το Λονδίνο.



Η «σκληρή» διαπραγμάτευση που μονιμοποίησε το Μνημόνιο
 Ο πρώην πρωθυπουργός είναι επικριτικός για τον τρόπο που χειρίστηκαν τις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων. Επισημαίνει πως το 2010 όταν ξεκίνησαν για πρώτη φορά οι συναντήσεις με την Ευρωζώνη, «δεν υπήρχε από την ελληνική πλευρά ένα επεξεργασμένο σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης», κάτι που «τότε ήταν κατανοητό, αλλά αργότερα έγινε αδικαιολόγητο».

Στέκεται ιδιαίτερα στην «παράδοξη», όπως τη χαρακτηρίζει άποψη της κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ότι «αν κάνουμε προτάσεις, δεσμευόμαστε, ας κάνουν οι άλλοι πρώτοι τις προτάσεις τους» και επισημαίνει: «Ο πρωθυπουργός επανειλημμένα ισχυριζόταν ότι επιδίωκε “πολιτική” και όχι “τεχνοκρατική” διαπραγμάτευση. Η εμπειρία όμως από τις διαπραγματεύσεις της Ένωσης δείχνει ότι, όσο πιο επεξεργασμένες είναι οι θέσεις σου, όσο πιο θεμελιωμένα τα στοιχεία και πιο φανερή η θέληση να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να γίνουν δεκτές, έστω εν μέρει, οι προτάσεις σου».

Όπως επισημαίνει, εξάλλου, «στην ελληνική κοινή γνώμη καλλιεργήθηκε η άποψη ότι η αρνητική πορεία της κρίσης οφείλεται στο ότι οι κυβερνήσεις δεν διαπραγματεύτηκαν σκληρά». Ισχυρισμός που, όπως αναφέρει, εκφράστηκε από όλες τις κυβερνήσεις για τους προκατόχους τους, όπως και από όλες τις αντιπολιτεύσεις. «Ήταν κυρίως το μόνιμο μοτίβο του ΣΥΡΙΖΑ, η “σκληρή” διαπραγμάτευση του οποίου κατέληξε σε πρωτόγνωρες δεσμεύσεις για τη χώρα, όπως το Υπερταμείο», συμπληρώνει. Για να συνοψίσει ότι «η συζήτηση περί σκληρής διαπραγμάτευσης δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα», καθώς το «κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η αποστασιοποίηση από το πρόβλημα». Όπως παρατηρεί, «οι δανειστές έπρεπε να βρουν τη λύση», ενώ ο ρόλος της ελληνικής πλευράς περιορίζεται «στην τροποποίηση των προτάσεων της Ευρωζώνης και όχι στην προβολή μιας τεκμηριωμένης για το πρόβλημα και τις επιμέρους πτυχές του».
     
Βαρύτατες ευθύνες καταλογίζει ο πρώην πρωθυπουργός στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ειδικά για το πλαίσιο της απόφασης του Eurogroup της 25ης Μαΐου 2016, με το οποίο υποτίθεται ότι άνοιξε ο δρόμος για την απομείωση του χρέους. Θεωρεί ότι με αυτή τη συμφωνία «η Ελλάδα δεν πρόκειται να επανέλθει, σε συγκεκριμένο και προβλέψιμο χρόνο, στην “κανονικότητα” της Ευρωζώνης». Άποψή του είναι ότι «θεσπίστηκε και ισχύει» για τη χώρα μας ένα «νέο μόνιμο ειδικό καθεστώς που είναι η κατηγορία των κρατών σε υστέρηση». Γι΄ αυτό και υποστηρίζει ότι «ο ισχυρισμός του πρωθυπουργού ότι “το 2018 θα έχουμε βγει από το Μνημόνιο” είναι παραπλανητικός. Το Μνημόνιο αντικαταστάθηκε ήδη από μια μόνιμη ρύθμιση».  

«Η Αριστερά πρέπει να λέει την αλήθεια»
Αν και φειδωλός σε χαρακτηρισμούς, ο πρώην πρωθυπουργός ο οποίος αποφεύγει επιμελώς τις ονομαστικές αναφορές, είναι καταπέλτης όταν αναφέρεται στον ΣΥΡΙΖΑ. «Είναι ένας εθνικολαϊκιστικός σχηματισμός, το ενδιαφέρον του οποίου στρέφεται στον όλο και πιο συστηματικό έλεγχο της κυβερνητικής εξουσίας προς το συμφέρον των στελεχών του κόμματος, των οργανωμένων κοινωνικών ομάδων που τον στηρίζουν, και των πολιτών πελατών του», επσιημαίνει.

«Η ιδεολογία του», συμπληρώνει, «είναι ένα αμάγαλμα παραδοσιακών αντιλήψεων της Αριστεράς, εθνικιστικών αρχών και λαϊκιστικών συνθημάτων». Ενώ σε άλλο σημείο εκφράζει απορία για το «πώς μπορεί να δηλώνει αριστερό ένα κόμμα που έχει ισχυριστεί ότι θα σχίσει τα Μνημόνια και έπειτα αλλάζει κατά 180ο τη γραμμή, με το επιχείρημα ότι έπεσε θύμα αυταπάτης». Όπως λέει δε, «χαρακτηριστικό ενός αριστερού κόμματος είναι ο ορθολογισμός, η κριτική σκέψη και η συνέπεια». Κατά τον κ. Σημίτη, «η Αριστερά, για να διαφέρει από τη Δεξιά, πρέπει να λέει την αλήθεια, να κατατοπίζει τους πολίτες για το τι πράγματι συμβαίνει». Ενώ «οι έωλες υποσχέσεις δεν αποτελούν αριστερή πολιτική, ούτε οι ανοησίες ότι η κυβέρνηση θα δημιουργήσει ένα “παράλληλο τραπεζικό σύστημα”, ότι οι Σύροι πρόσφυγες είναι εν δυνάμει επενδυτές ή ότι η Ελλάδα θα οδηγήσει τους ευρωπαϊκούς λαούς σε μια νέα πορεία».

Ο πρώην πρωθυπουργός επιμένει στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Υποστηρίζει ωστόσο ότι «οι ”σοσιαλιστικοί” πειραματισμοί τύπου Βενεζουέλας, που υποσχόταν ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι εκτός τόπου και χρόνου. Η Ελλάδα βέβαια υστερεί, αλλά δεν πρόκειται να καλύψει την υστέρησή της με πειράματα που θα έχουν ως πρότυπο τον “υπαρκτό σοσιαλισμό”». Ο ίδιος θεωρεί «χρήσιμες εμπειρίες εκείνες των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων του 20ού αιώνα». Ενώ από τις επισημάνσεις του γίνεται εμφανές το ενδιαφέρον του για τον χώρο της Κεντροαριστεράς. Πιστεύει ότι «η πολιτική της επιτυχία απαιτεί νέα πρόσωπα, τρόπους λειτουργίας που δεν θα θυμίζουν τα παλαιά σχήματα, πολιτικές τοποθετήσεις που δεν θα περιορίζονται σε επιφανειακά σχόλια για τα γεγονότα της στιγμής και σε σιωπή για το πρακτέο, αναλύεις που πείθουν, στόχους και σχέδια που δεν περιορίζονται στα γνωστά συνθήματα. Θα πρέπει να εκφράσει, για να χρησιμοποιήσω έναν παλιό όρο, την αλλαγή». 

Όσο γα τη λύση του ελληνικού δράματος, ο κ. Σημίτης φαίνεται να πιστεύει ότι θα προκύψει από τις «αντίρροπες δυνάμεις» που δημιουργεί η προσπάθεια που καταβάλει η «αριστερο-δεξιά συμμαχία» (ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ) που κυβερνά τη χώρα για να εμπεδώσει ένα αυταρχικό καθεστώς».  Πεποίθησή του αποτελεί ότι «η Ελλάδα δεν είναι καταδικασμένη στην υστέρηση». Υποστηρίζει ότι στον ευρωπαϊκό χώρο στον οποίο ανήκει η Ελλάδα «δεν μπορεί να επιβιώσουν αυταρχικά καθεστώτα, ακραίοι εθνικισμοί, προσπάθειες για οικονομική αυτάρκεια, επιτηρήσεις και έλεγχοι της πολιτικής και κοινωνικής ζωής». Τονίζει ότι, «παρά τον ζόφο που επικρατεί, υπάρχουν δυνάμεις που επιδιώκουν να ακολουθήσει η χώρα μια κατεύθυνση προόδου». Και κάνοντας παραλληλισμό με όσα συνέβησαν μετά την πτώση της Δικτατορίας, καταλήγει επισημαίνοντας ότι «οι δυνάμεις αυτές είναι δυνατό να συνεργαστούν και, με συνειδητή και επίμονη δουλειά, να επιτύχουν την ανάπτυξη, να χαράξουν νέους δρόμους για τη χώρα».    

Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr