Κώστας Ζουράρις: Βλάσφημος, «πυρίκαυστος» και υπουργός

Ο αθυρόστομος καθηγητής που δηλώνει κομμουνιστοσυμμορίτης, ορθόδοξος χριστιανός και Παοκτσής και αναγκάζει τον συνεργάτη του Φίλη, Αντώνη Λιάκο, σε παραίτηση, φέρνει τα πάνω κάτω στην Παιδεία. Τουλάχιστον κατά τη θητεία του η πολιτική δεν θα είναι ποτέ βαρετή

Η παρέα των δημοσιογράφων με τα μικρόφωνα στα χέρια, οι πολιτικοί με τις μικροαστικές επιφυλάξεις, οι αναμνηστικές φωτογραφίες και οι επισημότητες ενδεχομένως να είναι για τον νέο υφυπουργό Παιδείας Κώστα Ζουράρι πιο ξένα από τους γραβατωμένους εραστές της Εσπερίας, πιο εφιαλτικά και από απογευματινό βαρετό τσάι με εκσυγχρονιστές πανεπιστημιακούς και καθηγητές.

Σε έναν άνθρωπο που η δημοσιότητα φάνταζε πάντα αριστοφανικό παιχνίδι -για τους εχθρούς του ανεκδιήγητο ή εξωφρενικό- η ημέρα της ορκωμοσίας στο νέο κυβερνητικό σχήμα δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να μην έχει διασκεδαστικές εκρήξεις. Το παρασκήνιο θέλει τον υπουργό -πλέον- Ζουράρι να ψάχνει απεγνωσμένα για κατάλληλα ρούχα προκειμένου να αντεπεξέλθει στον επίσημο χαρακτήρα του τελετουργικού και φίλοι αναφέρουν ότι το σακάκι που φόρεσε την ημέρα της ορκωμοσίας ανήκε στον πατέρα του, τον Γεώργιο Ζουράρι, επιφανή κομμουνιστή και γιατρό, μαθητή του Φρόιντ και άνθρωπο που εμφύσησε στον γιο του την ατιθάσευτη δύναμη των απόψεών του. Αλλοι ωστόσο επιμένουν ότι ακόμα και ο ίδιος εξεπλάγη από την απόφαση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα να τον επιλέξει για ένα τόσο κρίσιμο πόστο την ίδια στιγμή που οι περισσότεροι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη επιλογή «επικίνδυνη πράξη». Αν και ασυμβίβαστο -ίσως και αντιφατικό- να προτιμάει κανείς μια επαναστατική προσωπικότητα για μια θέση που δεν έχει παρά υποχρεώσεις και άφθονη γραφειοκρατία η μη επιλύσιμη συνθήκη του, να πρέπει να διατηρηθεί ζωντανό το αριστερό φρόνημα μέσα από τις αρχές της Ορθοδοξίας δεν θα μπορούσε να επιβάλει κάποιον άλλο παρά μόνο τον Ζουράρι.

«Εαμοβούλγαρος και κομμουνιστοσυμμορίτης»

Οάνθρωπος που δηλώνει ότι γεννήθηκε ταυτόχρονα «εαμοβούλγαρος και κομμουνιστοσυμμορίτης», ρέκτης του επαναστατικού σθένους των ανυπότακτων ορθόδοξων Πατέρων και των δίσημων λόγων του Θουκυδίδη, εραστής του βλάσφημου χιούμορ του Αριστοφάνη ή του Μακρυγιάννη, καλείται να δώσει τη δική του παράξενη λύση ακροβατώντας σε ένα λεπτό σχοινί ανάμεσα στην παράνοια, στη μεταρρύθμιση και την απελπισία (γιατί πώς αλλιώς θα περιέγραφε κανείς το σημερινό σκηνικό στον χώρο της Παιδείας;). Ειδικά η έννοια «μεταρρύθμιση» που στα αυτιά του Ζουράρι ταυτίζεται με τις εκσυγχρονιστικές τάσεις των υποτακτικών της Δύσης δεν θα μπορούσε να έχει ως αντίπαλο παρά έναν γνώριμο από τα παλιά, τον καθηγητή και ιστορικό Αντώνη Λιάκο. Ο τελευταίος, μη μπορώντας να διανοηθεί ότι ο διαπρύσιος εχθρός του θα τοποθετηθεί στο υπουργείο Παιδείας, έσπευσε να δηλώσει αμέσως την κάθετη αντίθεσή του στο προφίλ του στο Facebook: «Βάζεις έναν τέτοιο τύπο στο υπουργείο Παιδείας; Είμαστε καλά; Γρήγορα αποπομπή, πριν γίνει διεθνές θέμα». Ωστόσο, αυτός που έφυγε την επόμενη κιόλας μέρα δεν ήταν παρά ο ίδιος ο Λιάκος μαζί με τους συνεργάτες του, ο οποίος δήλωσε παραίτηση ενθυμούμενος ίσως τους παλαιότερους χαρακτηρισμούς του νέου υπουργού από το βήμα της Βουλής, ο οποίος είχε σπεύσει να τον αποκαλέσει «βοσκηματώδη» τύπο! Ο Ζουράρις είχε επιτεθεί τότε στον Λιάκο για τις απόψεις του περί ασυνέχειας των Ελλήνων, ενώ είχε σπεύσει να κατακεραυνώσει και τη Ρεπούση, τάχα αστειευόμενος και σχολιάζοντας ότι θα έπρεπε να την περικυκλώσουν χρυσαυγίτες για να καταλάβει τι εστί συνωστισμός... Πόλεμο, εκείνη την περίοδο, ο Ζουράρις είχε εξαπολύσει και ενάντια στον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας και φίλο των Α. Λιάκου και Νίκου Φίλη, Νίκο Θεοτοκά, για το βιβλίο του «Ο βίος του στρατηγού Μακρυγιάννη - Απομνημονεύματα και Ιστορία». Η δική του ερμηνεία περί Μακρυγιάννη -μια προσωπικότητα που όπως ο Σεφέρης δεν έπαψε ο Ζουράρις να εκτιμά και να διαβάζει- ήταν εντελώς αντίθετη με τις εκσυγχρονιστικές προσεγγίσεις του Θεοτοκά. Ως εκ τούτου, οι υπουργοί, σύμβουλοι και συνεργάτες του Ν. Φίλη σήκωσαν ψηλά στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ την παντιέρα ενός μετώπου που εξακολουθεί να μη βλέπει με καθόλου καλό μάτι την πρόσφατη εγγύτητα Αριστεράς και Ορθοδοξίας. Μια σχέση που είχε υπηρετήσει και εξακολουθεί να υπηρετεί ο Κώστας Ζουράρις από τότε που βρέθηκε να επηρεάζεται από τις θεωρίες του διανοητή Κωστή Μοσκώφ, του πρώτου που αποπειράθηκε να δώσει υπόσταση στον επαναπροσδιορισμό μιας Ελλάδας που θα έβρισκε την αυτονομία της όχι μέσα από τις ετερόφωτες Κοραϊκές και διαφωτιστικές διακηρύξεις, αλλά μέσα από τον λόγο των Πατέρων, του Θουκυδίδη, του Μακρυγιάννη, του Αγαμέμνονα, σε ένα παράξενο συνταίριασμα νεοπλατωνικών και πατερικών μύθων.


Ο Κώστας Ζουράρις έξω από το Μέγαρο Μαξίμου περιτριγυρισμένος από δημοσιογράφους 
και τηλεοπτικές κάμερες

Οι ίδιοι άλλωστε οι διαμορφωτές του κινήματος που οι δημοσιογράφοι έσπευσαν να αποκαλέσουν, σχεδόν πολεμικά, «Κίνημα των Νεορθόδοξων» ουσιαστικά αναζητούσαν στην ντόπια παράδοση τα σπάργανα ενός κόσμου πιο ανοιχτού, πιο άμεσου και βασισμένου μάλλον στο θυμικό και τον αυθόρμητο ελληνικό λόγο παρά στον εκλεκτικισμό της Δύσης. Γι’ αυτό και παρότι ο Ζουράρις παραμένει εκλεκτικός ευζωιστής - όπως λένε οι φίλοι του, όταν απολαμβάνει τα καλά και ακριβά κρασιά, δεν τον πειράζει να τα συνοδεύει με έναν απλό κρητικό ντάκο. Αντίστοιχα, πάλι, μπορεί να χορεύει κρητικούς ή δημοτικούς χορούς και την ίδια στιγμή να αποστηθίζει από καρδιάς αποσπάσματα από το αγαπημένο του «Το Κόκκινο και το Μαύρο» του Σταντάλ η να τσιτάρει στίχους του Σαιν-Τζον Περς, κατά κόσμον Αλεξίς Λεζέ, αυτού του παράξενου ποιητή και διπλωμάτη που μετέφραζε Πίνδαρο και λάτρευε την ιστιοπλοΐα. Σε αντίθεση όμως με τον λάτρη της θάλασσας Περς, ο ορεσίβιος Ζουράρις προτιμά το βουνό από τη θάλασσα, ενώ άλλη αγαπημένη του ενασχόληση είναι η οδήγηση - που και αυτό το κάνει με την ίδια παραφορά με την οποία απομνημονεύει ολόκληρα βιβλία.

Ταχύτητα και ποδόσφαιρο

Λέγεται ότι όταν ο Καββαθάς του περιοδικού «4Τροχοί», ήθελε να είναι σίγουρος για ένα καινούριο αυτοκίνητο, έστελνε πάντα τον Ζουράρι να το οδηγήσει ώστε να ότι θα έχει μια ασφαλή και ουδέτερη γνώμη. Και αν η ταχύτητα είναι από τα κρυφά απωθημένα του πανεπιστημιακού Ζουράρι, από τα φανερά είναι σίγουρα το ποδόσφαιρο. Οχι μόνο παρίσταται σε αγώνες και δηλώνει αμετανόητος οπαδός, αλλά μια περίοδο είχε διακηρύξει ότι επιθυμεί να αναλάβει και την προεδρία της ΠΑΕ ΠΑΟΚ. Φιλοδοξίες τις οποίες οι εχθροί του είχαν αποδώσει σε ψηφοθηρικούς λόγους, οι φίλοι του όμως επιμένουν πως είναι η καθαρή αγάπη του για μια ομάδα που φτιάχτηκε από πρόσφυγες και που «έχει αναδείξει παιχταράδες». Αλλοι πάλι αποδίδουν την αγάπη του Ζουράρι για τον ΠΑΟΚ στην απέχθειά του για το «εξουσιαστικό κράτος των Αθηνών», όπως το αποκαλούσε. Κανείς ωστόσο από όλους αυτούς δεν μπόρεσε να εξηγήσει πώς ο ίδιος άνθρωπος που κάποτε εξυμνούσε την κομμουνιστική του καταγωγή και είχε περάσει από τις δημοκρατικές τάξεις των «Ρηγάδων» και του ΚΚΕ εσωτερικού κατέληξε στην πολιτική αγκαλιά των ΑΝ.ΕΛ. Αν ρωτήσεις τον ίδιο, θα σου απαντήσει ότι «δεν είμαι εγώ που πήγα στον Καμμένο, αλλά ο Καμμένος που ήρθε σε εμένα» με τον ίδιο τρόπο που όταν του έκαναν την πρόταση να αναλάβει υπουργικό θώκο αποφάσισε να πει «ναι».


Ο άνθρωπος που δηλώνει ότι γεννήθηκε «ταυτόχρονα εαμόβουλγαρος και κομμουνιστοσυμμορίτης», ρέκτης του επαναστατικού σθένους των ανυπότακτων ορθόδοξων πατέρων, εραστής του βλάσφημου χιούμορ ενός Αριστοφάνη ή ενός  Μακρυγιάννη, καλείται να δώσει τη δική του παράξενη λύση ακροβατώντας σε ένα λεπτό σχοινί ανάμεσα στην παράνοια, στη μεταρρύθμιση και την απελπισία


Ομολογουμένως η ανακοίνωση της υπουργοποίησης είναι κάτι που κατέλαβε εξαπίνης τα περισσότερα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ -συμπεριλαμβανομένων των υπουργών- που δεν είχαν αγαστές σχέσεις με τον αλλοτινό προασπιστή του Μακεδονικού και έναν άνθρωπο που μάλλον θεωρεί μεγαλύτερο εχθρό του τον Γιάννη Μπουτάρη παρά τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Ακόμα και οι αμεσοδημοκρατικές εξάρσεις περί αυτονόμησης του Βραχατίου στις οποίες επέμενε με πάθος καταφεύγοντας μάλιστα σε απεργία πείνας, δεν ήταν κάτι που είχε γίνει αποδεκτό από τους ενοίκους της Κουμουνδούρου, οι οποίοι επιμένουν να αντιμετωπίζουν τον Ζουράρι ως εκφραστή μιας νεοχριστιανικής παραδοξότητας. Σε αντίθεση όμως με την κατηγοριοποίηση της αριστερής πτέρυγας του Μαξίμου, ο Ζουράρις επιμένει ότι η αγάπη του για την πατρίδα και η προάσπιση της ελληνοκεντρικής αυτονομίας είναι μάλλον κάτι αριστερό παρά δεξιό. Παραπέμπει δε και στην ελευθερόφρονη καταγωγή του, στον κομμουνιστή γιατρό πατέρα του και συγγραφέα του πονήματος «Ο Αυνανισμός, το πάθος εις το φως της επιστήμης», για το οποίο οι ίδιοι οι σύντροφοί του τον είχαν στείλει στο Στρατοδικείο για «υπονόμευση του μαχητικού φρονήματος του στρατεύματος»! Εχοντας μάλιστα αυτό το πόνημα ανά χείρας, ο Κώστας Ζουράρις πραγματοποίησε εκείνη τη δυναμική παρέμβαση στη Βουλή προασπιζόμενος το σύμφωνο συμβίωσης τη βραδιά της ψηφοφορίας λέγοντας πως είχε και ο ίδιος υποστεί αντίστοιχο προπηλακισμό για την απόφασή του να ενταχθεί τότε στην ΑΚΟΕ (Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλοφίλων Ελλάδας). Οι φίλοι του λένε ότι ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο είχε κατηγορηθεί από τους συντρόφους για ομοφυλοφιλία - κάτι που φυσικά δεν ισχύει αφού οι ίδιοι επιμένουν ότι αν κάποιος έχει δείξει να τιμάει καταφανώς το αντίθετο φύλο με επιτυχίες και άφθονες σχέσεις, αυτός είναι ο Ζουράρις. «Εχουν να το λένε για τις κατακτήσεις του στο Παρίσι. Ποτέ δεν αρνήθηκε ότι έχει αδυναμία στις όμορφες γυναίκες», λέει καλός του φίλος επιβεβαιώνοντας ένα πάθος που δεν μένει μόνο στην πολιτική αλλά δοξάζει επαρκώς και τον έρωτα. 

Οι γυναίκες της ζωής του


Αν με την πρώτη σύζυγό του, τη Μάγδα Κοτζιά, έτυχε ο Κώστας Ζουράρις να συνδέεται με δεσμούς παιδικής αγάπης -την είχε γνωρίσει στην Α’  Δημοτικού-, με τη δεύτερη παντρεύτηκε ύστερα από μεγάλο έρωτα. Η δεύτερη σύζυγός του, Μυρτώ Παράσχη, επίσης γόνος καλής οικογένειας και μια από τις ωραιότερες γυναίκες της γενιάς της, είχε φτιάξει τον δικό της αστικό μύθο στους κόλπους των πολιτικών και των ανθρώπων των γραμμάτων. Υπήρξε άλλωστε σε νεανική ηλικία σύντροφος του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και μια από τις πιο ονειρικές παρουσίες της μεγάλης οθόνης που έκαναν διάσημα τα μπλε μάτια, τη γνήσια ελυτική φιγούρα - από την οποία δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος ούτε ο ίδιος ο Ζουράρις. Εξίσου ευεπίφορος στις ωραίες υπάρξεις έδειξε να είναι πολλές φορές στη ζωή του χωρίς να το κρύβει. Ετσι έσπευσε ασμένως να επαινέσει την καλλίπυγο Ζέτα Μακρυπούλια, ασκώντας μάλιστα κριτική και από πρωινές και μεσημεριανές εκπομπές ως προς το ντύσιμό της ή κάποια άλλη στιγμή να αντιπαρατεθεί on air για κάποια άλλη διάσημη με τη Νάντια Μπουλέ. Επίσης, έχει ομολογήσει ότι η Βάνα Μπάρμπα τού ζήτησε να γίνει πατέρας του παιδιού της και ότι αυτό που τον χαρακτηρίζει αναφορικά με τις γυναίκες είναι το «προεπιβουλεύειν», δηλαδή το «χτυπάω και φεύγω». 

Στον έρωτα παραδέχεται ότι παραμένει «συνέκδημος, αποστολικός και παρεπίδημος» και φυσικά φανατικά ανέστιος, όπως θέλουν επιτακτικά την ερωτική φύση οι μύθοι από το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, πάντως, οι ερωτικές παραπομπές του Ζουράρι ταιριάζουν με αυτές του αγαπημένου του Οδυσσέα Ελύτη και τους στίχους από την «Ιδιωτική Οδό» με την οποία είχε προτιμήσει, φορώντας και το ανάλογο T-shirt, να βγάλει τον εναρκτήριο κοινοβουλευτικό του λόγο: «Ερχομαι από μακριά. Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας πορεύονται πλάι μου, κι από κοντά, παγαιμένες με τον άνεμο το βόρειο, οι Μυροφόρες, ωραίες μες στα τριανταφυλλιά τους και τη χρυσή των αγγέλων αντανάκλαση». Με αυτές προτίμησε να ζει και να συνεχίσει μια πορεία που δεν του στέρησε ούτε τις γυναικείες κατακτήσεις ούτε την εξωστρέφεια, τις βόλτες στα βουνά και την περιπέτεια. Οι εχθροί εξακολουθούν να διακρίνουν πίσω από όλα αυτά μια ακόρεστη δίψα για δημοσιότητα -ενδεχομένως και μια επιδειξιμανία-, αλλά οι φίλοι μια φυγόκεντρο δύναμη που δεν τιθασεύεται από τα μικρά και παρότι αψίκορη έχει πάντα την τάση να εξυμνεί αυτό που ο απλός κόσμος αγαπά και λατρεύει. Αλλοι πάλι δεν ξεχνάνε το χιούμορ του Ζουράρι που τον έχει διασώσει από πολλές δύσκολες στιγμές. Οταν, για παράδειγμα, του ζήτησαν να σχολιάσει τον ξυλοδαρμό του από αγνώστους έξω από Χημείο πριν από περίπου μία δεκαετία, ο ίδιος είχε πει τότε ότι «πιθανότατα τις έφαγα από κάποιους που βαρέθηκαν να αισθάνονται μπερδεμένοι από τον λόγο μου» - απόδειξη πως ένας άνθρωπος που παίρνει σοβαρά τις ιδέες του, αυτό που οφείλει να μην παίρνει ποτέ στα σοβαρά είναι ο εαυτός του.

Τα χρόνια στο Παρίσι

Αν σε κάτι συμφωνούν όλες οι πλευρές της αντιζουραρικής ή φιλοζουραρικής πτέρυγας, αυτό είναι ότι ο κύριος καθηγητής -προσφώνηση που ο ίδιος αντιπαθεί σφόδρα- δεν υπήρξε επ’ ουδενί ελιτιστής. «Κυκλοφορεί με ένα παντελόνι χρόνια τώρα. Δεν τον νοιάζουν τα υλικά αγαθά», λέει καλός του φίλος, επιμένοντας ότι η πραγματικά αστική του καταγωγή, με τις κρητικές και βορειοελλαδίτικες ρίζες, έκανε τον πολιτικό και καθηγητή να σνομπάρει βαθιά τα πλούτη. Ισως γι’ αυτό να υπήρξε και ιδιαίτερα δοτικός με τους κατατρεγμένους που επί δικτατορικού καθεστώτος ζήτησαν καταφύγιο στο σπίτι του. 

«Δεν υπήρχε κανείς που να μην πέρασε από το σπίτι του Ζουράρι στο Παρίσι. Και επειδή ακριβώς είχε οικονομική άνεση, δεν αρνιόταν να συντρέξει οποιονδήποτε το είχε ανάγκη. Από τον ίδιο τον Μάνο Χατζιδάκι μέχρι σημερινούς πολιτικούς και αλλοτινούς αντάρτες, ήταν άπειροι οι επιφανείς που απόλαυσαν τη φιλοξενία του», μαρτυρά στενός του φίλος. 
Και υπάρχει ακόμα κάτι στο οποίο όλοι συμφωνούν: το ταλέντο του στο πιάνο. «Ηταν αργά το βράδυ και ήμασταν σε ένα καλό εστιατόριο των βορείων προαστίων όταν ο Κώστας ζήτησε να παίξει ένα κομμάτι στο πιάνο που υπήρχε στο μαγαζί. Αρχικά τον κοίταξαν λίγο καχύποπτα, έφεραν αντιρρήσεις, αλλά μετά την επιμονή του τού επέτρεψαν να παίξει. Μέσα σε πέντε λεπτά είχαν μείνει άφωνοι. Και αυτό γιατί έχει ικανότητα όχι μόνο να εκτελεί δύσκολα κομμάτια του επικού Μπετόβεν που λατρεύει, αλλά και να κάνει τζαζ αυτοσχεδιασμούς που θα ζήλευαν οι μουσικοί του Χάρλεμ», μαρτυρά αυτόπτης μάρτυρας και ομοτράπεζος του Ζουράρι. Τις επιδόσεις του στο πιάνο επικαλείται και άλλος φίλος από τα Παρίσια λέγοντας ότι έχει αφήσει εποχή στο θρυλικό «Μαξίμ» όπου εμφανιζόταν τακτικά - «ίσως να είναι αυτές οι επιδόσεις που τον έφεραν από το "Μαξίμ" στο Μαξίμου», λέει φίλος του χαριτολογώντας. 


Ο γάμος του με τη Μυρτώ Παράσχη


Πρόκειται για μια εποχή που περιγράφεται ως γεμάτη από κρασιά, άφθονες ιστορίες, πολιτικές αντιπαραθέσεις και μια φλογερή εμμονή στα συνθήματα του Μάη του ’68, τα οποία, σημειωτέον, αντιμετώπιζαν με καχυποψία οι αριστεροί της εποχής. Τα τσιτάτα του Ντελέζ και του Φουκό, οι δικές τους διακηρύξεις για επιστροφή στην ελευθερία της Αρχαίας Ελλάδας και οι απόψεις του Καστοριάδη περί αμεσοδημοκρατίας ήταν κάτι που απεχθάνονταν σφόδρα οι κομμουνιστές. Δεν είναι τυχαίο ότι το προπύργιο του Ζουράρι ήταν τότε το θρυλικό Πανεπιστήμιο της Βενσέν, φυτώριο των εμπνευστών του Μάη του ’68, το ελεύθερο πανεπιστήμιο που διακήρυττε ανοιχτές ιδέες με τους καταληψίες να παίρνουν ελεύθερα τον λόγο από τους καθηγητές στα μπαρουτοκαπνισμένα αμφιθέατρα που μύριζαν ελευθερία και Gauloises. Από εκεί ξεπήδησαν οι αυτονομιστικές ιδέες που έδειξαν να είναι δημοφιλείς και στη χώρα μας καθώς και οι μετέπειτα προασπιστές πολλών ριζοσπαστικών ιδεών - ενίοτε και τρομοκράτες όπως ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος που πρωταγωνιστούσε σε πολλές παρέες. Μην ξεχνάμε ότι ο Ζουράρις είχε καταθέσει υπέρ του αλλοτινού καλού του φίλου στη δίκη της 17Ν, κάτι για το οποίο τον κατηγορούν ακόμα και σήμερα οι εχθροί του. 

Η ζουράρεια ιδιοσυγκρασία

Κανείς όμως, ούτε οι φίλοι του, δεν κατάφερε ποτέ να προβλέψει την επόμενη κίνησή του - ούτε καν την υπουργοποίησή του. Το ίδιο εξεπλάγησαν όταν ανέλαβε τα ηνία της εφημερίδας «Μακεδονία», «δουλεύοντας νυχθημερόν πάνω από σελίδες και εκτελώντας χρέη διευθυντή και αρχισυντάκτη και φέροντας σε πέρας προθεσμίες και υποχρεώσεις». Αν πάντως κάτι δικαιολογεί τη σύνδεσή του με τη συγκεκριμένη εφημερίδα, αυτό δεν είναι απλώς η ξαφνική ανάγκη του να ασχοληθεί με τα κοινά ή τη δημοσιογραφία, αλλά το να συνεχίσει το έργο ενός αγαπημένου του προσώπου. Ενας από τους ιστορικότερους εκδότες της Ελλάδας ήταν ο Ιωάννης Βελλίδης της «Μακεδονίας», οικογενειακός φίλος και κουμπάρος του πατέρα Ζουράρι. Ετσι οδηγήθηκε στα δημοσιογραφικά μονοπάτια, μόνο που αυτός ο στενός κόσμος δεν μπόρεσε να χωρέσει τα «πυρίκαυστα» όνειρα του ατιθάσευτου πολιτικού. Η κάθοδός του στο κλεινόν άστυ από την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη συνοδεύτηκε και με μια σειρά από ανεκδοτολογικά ενσταντανέ: εκτός από το ότι ο ίδιος συνήθιζε να πηγαίνει σε συγκεκριμένα στέκια για τσίπουρο ή για κρασί όπου λάμβαναν χώρα επικές αψιμαχίες, κάποιοι παίρνουν όρκο ότι την ίδια περίοδο εμφανιζόταν στο Κολωνάκι έχοντας ως συντροφιά... μία κατσίκα. Και σε όσους έδειξαν να διαμαρτύρονται ή να εξανίστανται από το γεγονός ότι περιφερόταν στα κράσπεδα της Τσακάλωφ παρέα με το συμπαθές τετράποδο, εκείνος επέμενε ότι τα ελληνικής κοπής κατοικίδια είναι πολύ πιο εξημερωμένα από τα ξενόφερτα κανίς. Ακόμα πάντως και αν δεν αληθεύει το παραπάνω περιστατικό, είναι πολύ ενδεικτικό της ζουράρειας ιδιοσυγκρασίας που δεν αρέσκεται στις ταμπέλες των ξενόφερτων ή εισαγόμενων προϊόντων - πόσο μάλλον ιδεών. «Δεν υπάρχει ρήξη στη συνέχεια της ελληνικότητας» ήταν μία από τις πρώτες δηλώσεις του από το νέο του πόστο του υφυπουργού Παιδείας. «Είναι διαφορές λεξιλογίου. Η ορθόδοξη παράδοση στην Ελλάδα είναι του ενιαίου ελληνικού πολιτισμού. Για παράδειγμα, όταν μιλούσαμε για τον 13ο και 14ο μισθό, πώς τα λέγαμε; Δώρο Πάσχα και Δώρο Χριστουγέννων. Δεν το λέμε ούτε Δώρο του Σιντάρτα Γουατάμα, ούτε του Φάρακα ούτε του Σαριά». Υπάρχουν σίγουρα πάντα άγνωστες λέξεις και άγνωστοι όροι στις δηλώσεις του Ζουράρι - είτε πρόκειται για τα μέζεα, είτε για τους πολύ απλούστατους «ευρωλιγούρηδες» που εκείνος είχε πρωτολανσάρει. 

Αν όμως αποκωδικοποιήσει κανείς και εξαιρέσει το παράξενο -ενίοτε και γραφικό για κάποιους- προφίλ ενός ακατάληπτου πανεπιστημιακού που φτάνει στο πρώτο του Υπουργικό Συμβούλιο φορώντας τρία πουκάμισα το ένα πάνω στο άλλο, θα αποκαλύψει την ενότητα του ατελείωτου ελληνικού κόσμου που ξεκινάει από τον Πίνδαρο, περνάει στον Ελύτη και απογειώνεται στην προφορική παράδοση του απλού ερωτοχτυπημένου ποιμένα - γιατί, τι άλλο εξυμνούσαν τα δημοτικά τραγούδια; Σε έναν πολιτικό κόσμο από όπου απουσιάζει οποιαδήποτε εκδήλωση λυρισμού ή μεταφοράς και η φαντασία εξαντλείται στην ερμηνεία συγκεκριμένων άρθρων των μνημονίων, ίσως χρειάζεται το ταμπεραμέντο του Ζουράρι για να εμπνεύσει κάτι παραπάνω από νομοσχέδια για την Παιδεία. Η ένσταση που έχει να κάνει με το ρεαλιστικό μοτίβο της ελληνικής γραφειοκρατίας -όπου δεν χωράει η ποίηση- είναι σεβαστή αλλά εξίσου είναι και η ανάγκη για το διαφορετικό και το ακόμα πιο ελληνικό. Οπως άλλωστε λέει και το αγαπημένο απόσπασμα του Ζουράρι από τον Θουκυδίδη: «Εχουμε υπάρξει τολμηροί σε σχέση με την πραγματική μας δύναμη και ριψοκίνδυνοι αντίθετα με αυτό που υπαγόρευε η λογική και αισιόδοξοι στα δεινά». Αν μη τι άλλο, επί θητείας Ζουράρι η πολιτική και οι πολιτικοί δεν θα είναι ποτέ μεγέθη βαρετά. 
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr