Ανάλυση: Τι επιδιώκει η Άγκυρα με τα θαλάσσια πάρκα, ο παράγοντας του GSI και η δύσκολη καμπή στα ελληνοτουρκικά

Η Τουρκία αισθάνεται πλέον μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, καθώς οι εξελίξεις στην περιοχή δημιούργησαν μεγάλες προκλήσεις, από τις οποίες όμως βγαίνει ενισχυμένη και με αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο

Η θέσπιση των δύο θαλάσσιων πάρκων από την Τουρκία αποτελεί τον τελευταίο κρίκο μιας πορείας που οδηγεί σε μια ιδιαίτερα δύσκολη και ευαίσθητη καμπή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η αντοχή και η όποια δυναμική της Διακήρυξης των Αθηνών έχει αρχίσει να εξαντλείται εδώ και καιρό και τα ήρεμα νερά εγκαταλείπονται σταδιακά από την Τουρκία, με αποτέλεσμα σε ένα εξαιρετικά ρευστό διεθνές περιβάλλον να πρέπει να αναζητηθεί νέα ισορροπία.

Με την κίνηση της 15ης Αυγούστου η Τουρκία, παρά το γεγονός ότι υποστηρίζει ότι απλώς ασκεί δικαιώματα τα οποία προηγουμένως έχει ασκήσει και η Ελλάδα, στέλνει ένα σαφές μήνυμα ότι το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» συνεχίζει να αποτελεί εθνική στρατηγική και δεν υπάρχει καμία διάθεση υποχώρησης ή συμβιβασμού στη βάση έστω μιας συνεννόησης για τις θαλάσσιες ζώνες.

Η προσπάθεια την οποία ξεκίνησαν από τη συνάντηση που είχαν στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους (2023) οι ηγέτες των δύο χωρών, Κυριάκος Μητσοτάκης και Ταγίπ Ερντογάν, προκειμένου μέσω άλλης διαδικασίας, της απευθείας διαπραγμάτευσης μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών για το θέμα των οριοθετήσεων, δεν απέδωσε· απλώς επαναβεβαίωσε το χάσμα που χωρίζει τις θέσεις των δύο χωρών. Έτσι αποδείχθηκε ότι το πρόβλημα δεν ήταν στη μορφή της διαδικασίας, των διερευνητικών επαφών, αλλά είναι θέμα ουσίας λόγω της σταθερής πολιτικής του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Τρία χρόνια μετά, και παρά τα βήματα που έγιναν σε ό,τι αφορά τον έλεγχο του μεταναστευτικού —που όμως αφορά τη γενικότερη στάση της Τουρκίας έναντι της Ευρώπης και δεν αποτελεί «χάρη» στην Ελλάδα— και για ένα μεγάλο διάστημα τον περιορισμό της παράνομης δραστηριότητας της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας στο Αιγαίο, τα τελευταία δείγματα γραφής δείχνουν ότι η Άγκυρα κάνει πλέον άλλες επιλογές.

Η Τουρκία αισθάνεται πλέον μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, καθώς οι εξελίξεις στην περιοχή δημιούργησαν μεγάλες προκλήσεις, από τις οποίες όμως βγαίνει ενισχυμένη και με αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο. Αυτό της προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αυτό αποτυπώνεται φυσικά σε όλο το εύρος της εξωτερικής πολιτικής της και στη διαχείριση θεμάτων όπως οι θαλάσσιες διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στο θέμα του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού αλλά και των Θαλάσσιων Πάρκων, η Τουρκία ακολούθησε την Ελλάδα θεωρώντας ότι έτσι αποτρέπει τη δημιουργία τετελεσμένων. Όμως με την επισημοποίηση και σε εσωτερική διαδικασία των δύο θαλάσσιων πάρκων, η Τουρκία δεν αντιδρά απλώς στις ελληνικές κινήσεις, που σε ό,τι αφορά τα θαλάσσια πάρκα απέφυγε να κινηθεί πέραν των χωρικών υδάτων αλλά και να επεκταθεί σε νησιά που η Τουρκία θεωρεί «γκρίζες ζώνες» (εκτός δύο νησίδων στο νότιο-κεντρικό Αιγαίο), αλλά ξεδιπλώνει επί του πεδίου τις διεκδικήσεις της εις βάρος της Ελλάδας.

Δείτε τους χάρτες με τα θαλάσσια πάρκα:

Χάρτης με τα όρια του τουρκικού θαλάσσιου πάρκου στην Ανατολική Μεσόγειο



Τα τουρκικά Θαλάσσια Πάρκα έχουν σχεδιαστεί με τρόπο που δεν αφορά βεβαίως την επιστημονική προσέγγιση της θαλάσσιας περιβαλλοντικής προστασίας, αλλά χρησιμοποιούνται ως εργαλείο για την αποτύπωση των διεκδικήσεών της επί των θαλάσσιων ζωνών εις βάρος της Ελλάδας.

Με τα δύο Θαλάσσια Πάρκα η Τουρκία βάζει επί του πεδίου μια σειρά από τις θέσεις της που κινούνται εκτός Δικαίου της Θάλασσας και αποτελούν το μεγάλο εμπόδιο για μια συνεννόηση στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών με την Ελλάδα.

Η Τουρκία επαναφέρει τη θέση ότι η μέση γραμμή ορίζεται μεταξύ των ηπειρωτικών ακτών των δύο χωρών, αγνοώντας πλήρως την ύπαρξη των νησιών και των θαλάσσιων ζωνών που δικαιούνται, ώστε τελικά η τουρκική υφαλοκρηπίδα να εκτείνεται μέχρι το μέσο του Αιγαίου, ακόμη και δυτικά των ελληνικών νησιών.

Επίσης επανέρχεται η θέση ότι τα νησιά δεν δικαιούνται άλλες θαλάσσιες ζώνες πέραν των χωρικών υδάτων τους, και μάλιστα αυτών των 6 ν.μ., διαγράφοντας το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων, όπου αυτό είναι εφικτό, έως και στα 12 ν.μ.

Σε ό,τι αφορά στο Καστελόριζο, πέραν των άλλων, προβάλλεται η θέση ότι το νησί είναι αποκομμένο από το σύμπλεγμα της Δωδεκανήσου και βρίσκεται στη «λάθος» πλευρά της μέσης γραμμής, και συνεπώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί περιοριστικά με δικαίωμα μόνο σε χωρικά ύδατα 6 ν.μ. Επίσης, προβάλλεται η θέση της μη ύπαρξης θαλάσσιων συνόρων στο Αιγαίο, αλλά και η μονομερής προσπάθεια για σφετερισμό διεθνών υδάτων τα οποία εμπίπτουν σε ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Νωρίτερα η Τουρκία, με αφορμή την κήρυξη των ελληνικών θαλάσσιων πάρκων, είχε επαναφέρει και τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», κάνοντας λόγο για γεωγραφικούς σχηματισμούς αμφισβητούμενης κυριαρχίας.

Αυτό το πλαίσιο είναι προφανές ότι αναδεικνύει ένα τεράστιο εμπόδιο που υπάρχει στην όποια προσπάθεια συνεννόησης μεταξύ των δύο χωρών, δημιουργώντας μια μεγάλη εκκρεμότητα η οποία δεν είναι πια σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά μεταφέρεται επί του πεδίου. Και αυτό δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για την Ελλάδα.

Η υλοποίηση των Θαλάσσιων Πάρκων, που συνεπάγεται επιβολή περιορισμών σε δραστηριότητες αλλά και δράσεις που έχουν περιβαλλοντικό αποτύπωμα, όπως έρευνες σε περιοχές πλέον εκτός των χωρικών υδάτων της Τουρκίας, θα υποχρεώσουν την Ελλάδα σε αντίδραση επί του πεδίου, προκειμένου αυτή η έωλη μεν νομικά δράση της Τουρκίας να μην δημιουργήσει τετελεσμένα επί του πεδίου σε ό,τι αφορά τη μελλοντική οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.

Και αυτή η διαδικασία θα αποτελεί μόνιμη πηγή έντασης, η οποία μάλιστα μπορεί να οδηγήσει και σε θερμή αντίδραση, τη στιγμή που ο διεθνής παράγοντας θα δυσκολεύεται ή θα είναι απρόθυμος να αντιληφθεί το πώς ένα «αθώο» θαλάσσιο πάρκο μπορεί να οδηγήσει σε αντιπαράθεση δύο χώρες.

Η Αθήνα έχει κάνει κινήσεις το προηγούμενο διάστημα, όπως το διστακτικό βήμα με το Θαλάσσιο Πάρκο των Νότιων Κυκλάδων, το οποίο απέφυγε να επεκταθεί σε περιοχές που αμφισβητείται η ελληνική κυριαρχία από την Τουρκία ή που αφορούν περιοχές και νησίδες κοντά στα μικρασιατικά παράλια. Με τη χάραξη και αδειοδότηση στην Chevron των δύο οικοπέδων νοτίως της Κρήτης αμφισβήτησε το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, στην πλευρά όμως της Λιβύης, εκεί που δεν θίγονται άμεσα οι τουρκικές διεκδικήσεις.

Τώρα πλέον θα έχει να αντιμετωπίσει την υλοποίηση των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων σε περιοχές στις οποίες δεν μπορεί να γίνει ανεκτή η τουρκική προσπάθεια σφετερισμού των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Την ίδια στιγμή η Αθήνα θα κληθεί σύντομα να διαχειριστεί ένα εξίσου κρίσιμο και ευαίσθητο ζήτημα: αυτό της επανέναρξης των εργασιών των ερευνών για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης-Κύπρου. Μετά την είσοδο της γαλλικής Meridiem στο επιχειρηματικό σχήμα του GSI, η πίεση για συνέχιση των ερευνών θα είναι μεγάλη, χωρίς να έχει επιλυθεί μέχρι στιγμής το πρόβλημα που οδήγησε στη διακοπή των ερευνών πριν δύο χρόνια με την παρέμβαση τότε των τουρκικών φρεγατών. Η παρέμβαση αυτή δεν έγινε σε διεθνή ύδατα, αλλά εντός της οριοθετημένης Ελληνικής ΑΟΖ με τη διεθνή συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου.

Η απαίτηση της Τουρκίας για έκδοση και τουρκικής NAVTEX για τις έρευνες, που εμφανίζεται απλώς να αμφισβητεί την ελληνική περιοχή ευθύνης έκδοσης NAVTEX, υποκρύπτει την αμφισβήτηση της ίδιας της ελληνικής οριοθετημένης ΑΟΖ.

Βεβαίως, το γεγονός ότι το σχήμα πλέον ελέγχεται από ξένες εταιρείες,και δη γαλλικές, ίσως δίνει την ευκαιρία για υιοθέτηση του μοντέλου που είχε ακολουθηθεί στο παρελθόν για αντίστοιχες έρευνες (όπως της GOOGLE). Όμως, ακόμη κι αν είναι γαλλική η εταιρεία ζητήσει τελικά έκδοση NAVTEX και από την Τουρκία, το πολιτικό ζήτημα θα παραμένει και θα είναι δύσκολα διαχειρίσιμo, μια και το έργο αφορά την ίδια την Ελλάδα και στο σχήμα συμμετέχει ενεργά και ο ΑΔΜΗΕ.

Έτσι σύντομα η επιλογή θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, ώστε να συνεχισθούν οι έρευνες για ένα σημαντικό και με διεθνή υποστήριξη έργο, χωρίς όμως αυτό να οδηγήσει έστω και εμμέσως στην αποδοχή και εμπέδωση της τουρκικής αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και αυτό θα κριθεί επί του πεδίου, με ό,τι σημαίνει αυτό για τους κινδύνους μιας θερμής αντιπαράθεσης.

Μια εξέλιξη η οποία δεν είναι επιθυμητή από την Αθήνα, ειδικά σε μια συγκυρία που τουλάχιστον ο αμερικανικός παράγοντας δεν θέλει άλλα προβλήματα στην περιοχή, περισσότερα από όσα είχε δημιουργήσει ο πόλεμος στη Γάζα αλλά και ο πόλεμος στο Ιράν, και ενώ η Τουρκία φαίνεται να αποκτά πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων στον Λευκό Οίκο.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr