Ο ιδρυτής του κόμματος παρέδωσε ένα κυρίαρχο πολιτικό πόλο, ενώ σήμερα το ΠΑΣΟΚ παραμένει εγκλωβισμένο σε κρίση ταυτότητας και χαμηλές δημοσκοπικές επιδόσεις, εξαιτίας της αδυναμίας του Νίκου Ανδρουλάκη, τη στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας σταθεροποιείται στη δεύτερη θέση
Νωρίς τα ξημερώματα, ώρα 1.30, της Κυριακής 23ης Ιουνίου του 1996 η ραγισμένη καρδιά του Ανδρέα Παπανδρέου έπαψε να χτυπά. Ηταν ένας άνθρωπος που σημάδεψε όσο ελάχιστοι την πορεία της Ελλάδας κατά το β’ μισό του 20ού αιώνα και που γέννησε ακραία συναισθήματα επί πολλές δεκαετίες στους Ελληνες: από λατρεία και τρομακτική αφοσίωση μέχρι οργή και απίστευτη αντιπαλότητα.
Από ο πιο χαρισματικός πολιτικός και λαϊκός ηγέτης, ο «ενσαρκωτής των πόθων και των οραμάτων του ελληνικού λαού» για τους αμέτρητους οπαδούς του, οι οποίοι παραληρούσαν στις απίστευτες -έστω και με δάκτυλο Μπιρσίμ- συγκεντρώσεις-λαοθάλασσες, μέχρι ένας αδίστακτος λαοπλάνος και εθνικός ολετήρας για τους επίσης πολυπληθείς φανατικούς αντιπάλους του, παραδόθηκε εκείνη τη νύχτα στην κρίση της Ιστορίας.
Πάντως, ακόμη και σήμερα, 30 χρόνια μετά, η Ιστορία δεν έχει καταφέρει να κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς μαζί του. Στην πιο αντικειμενική της εκδοχή, τον έχει αποτιμήσει ως έναν κορυφαίο πολιτικό ηγέτη της εποχής του, τον επιδραστικότερο μαζί με τον ΚωνσταντίνοΚαραμανλή. Με έναν απολογισμό εμφανώς θετικό καθώς πιστώθηκε μεγάλες επιτυχίες και αλλαγές, αλλά και πλούσιο σε αντιφάσεις, αρνητικές πτυχές και πολλές ανατροπές, άλλοτε ζωογόνες και άλλοτε καταστροφικές.
Δείτε ακυκλοφόρητες φωτογραφίες, 102 χρόνια από τη γέννησή του
Ο ίδιος αντιλαμβανόμενος το άμεσο πολιτικό κενό της Μεταπολίτευσης ίδρυσε ένα νέο κόμμα απενοχοποιώντας τη λέξη «σοσιαλισμός» που το εκτόξευσε μέσα σε επτά χρόνια από το μηδέν στο 13%, μετά στο 25% και κατόπιν στο 48%, το μετέτρεψε σε σταθερό κεντροαριστερό πόλο εξουσίας για πολλά χρόνια και μετά τον θάνατό του, αλλάζοντας έτσι τη δομή και την πορεία του ελληνικού πολιτικού συστήματος και επιβάλλοντας στην πράξη τον διπολισμό/δικομματισμό.
Μια πολυσύνθετη προσωπικότητα που οδήγησε με τεράστια βήματα προς τα εμπρός τη χώρα, αλλά συχνά και σε μεταστροφές και πισωγυρίσματα, που στερούσαν ουσία ή και ακύρωναν το τελικό αποτέλεσμα.
Πολλοί θεωρούν μάλιστα αυτές τις μετατοπίσεις του πειστήριο της ροπής του προς τον λαϊκισμό, για λόγους πολιτικού και εκλογικού κέρδους. Σε κάθε περίπτωση, ουδείς αμφισβητεί ότι ήταν ένας οραματιστής μεν, συνάμα όμως ρεαλιστής πολιτικός, ο οποίος κατάφερε για δεκαετίες να συμβαδίζει ή και να προηγείται της εποχής του και να διαμορφώνει πλειοψηφίες. Γι’ αυτό και οι περίοδοι 1961-1967 και ιδίως 1974-1996 φέρουν εντονότατο το στίγμα του.
Τον Δεκέμβριο του 1967, μετά την απελευθέρωσή του από τους δικτάτορες επιστρέφει στην οικογένειά του. Φωτογραφία με τη σύζυγό του Μαργαρίτα, τα τέσσερα παιδιά του και τη μητέρα του Σοφία
Οπαδοί του τον υποδέχονται στο αεροδρόμιο μετά την πτώση της χούντας, τον Αύγουστο του 1974
Οι χαμένες ευκαιρίες
Και με κάτι ακόμα εξίσου σημαντικό που δυσκολεύει περαιτέρω την αξιολόγηση του αποτυπώματος που άφησε. Κάποια στιγμή στις αρχές του Ιουνίου του 1988 -οι πρώτες πτυχές του σκανδάλου Κοσκωτά ξεδιπλώνονταν-, στη συζήτηση στη Βουλή της πρότασης μομφής κατά της κυβέρνησής του από τη ΝέαΔημοκρατία, ο Παπανδρέου επιτίμησε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για την αντιπολιτευτική τακτική του: «Σπάνια στα χρονικά μας μια αξιωματική αντιπολίτευση είχε τόσες πολλές ευκαιρίες και δυνατότητες να προσφέρει τόσα πολλά στη δημοκρατία και τον τόπο και έκανε τόσα λίγα».
Αλλά το ίδιο σπάνια, θα μπορούσε να του απαντήσει ο ιστορικός του μέλλοντος, ένας ηγέτης-κυβερνήτης με τη δική του εκρηκτική λαϊκή αποδοχή είχε τόσες πολλές ευκαιρίες να μετασχηματίσει πλήρως αυτή τη χώρα και παρά ταύτα, αν και κατάφερε αρκετά θετικά, έστω και με σκιές, χρεώθηκε πολλές χαμένες ευκαιρίες για μεγάλα άλματα που είχε ανάγκη ο τόπος, αλλά δεν έγιναν.
Το γεγονός ωστόσο ότι μετά από συμπληρωμένες τρεις δεκαετίες φυσικής απουσίας του συχνότατα ο δημόσιος διάλογος παραπέμπει σε εκείνον και τα διαδραματισθέντα στην εποχή του οδηγώντας σε ποικίλες αξιολογήσεις του έργου και των παρακαταθηκών του, δείχνει και τη διαχρονική επιρροή του.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις συντριπτικά περισσότερες δημοσκοπήσεις θεωρείται ακριβώς ο πιο επιδραστικός πολιτικός ηγέτης, ο δημοφιλέστερος και πιο επιτυχημένος πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης. Οσα πέτυχε η Ελλάδα φέρουν έντονα τη δική του σφραγίδα. Οπως και πολλά από εκείνα που δεν πέτυχε ή έχασε ευκαιρίες να τα πετύχει. Το μέγεθος του έργου του και της επιρροής του στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της Ελλάδας φαίνεται συγχρόνως και από το ποιοι και με πόση ένταση σήμερα διεκδικούν την κληρονομιά του.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου στις περισσότερες δημοσκοπήσεις θεωρείται ο πιο επιδραστικός πολιτικός ηγέτης
Δεν είναι μόνο το ΠΑΣΟΚ, αν και ο ιδρυτής του πιθανότατα θα «καλούσε σε απολογία» όλους τους μετέπειτα αρχηγούς του για σημαντικές ιδεολογικές και πολιτικές παρεκκλίσεις. Είναι και η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, που αποπειράται να εκφράσει σήμερα το ρεύμα του ΠΑΣΟΚ, αλλά και τις πρώιμες κυβερνητικές πολιτικές του Παπανδρέου, της τετραετίας 1981-1985.
Και με τον επικεφαλής της να αυτοπλασάρεται ακόμα και σε στοιχεία σκηνικής παρουσίας (βλέπε η «μικρή Αννούλα» του μπαλκονιού στο Σύνταγμα του 1985 στο Θησείο του 2026 και η παρουσίαση, τύπου Σεπτέμβρη του 1974, της διακήρυξης της ΕΛΑΣ), αλλά και με ανά διαστήματα χρήση πανομοιότυπης πολιτικής και κοινωνικής συνθηματολογίας, ορολογίας και ρητορικής, ως «ο Ανδρέας του σήμερα».
Ο Ανδρέας στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 με την ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ
Προκαλώντας διόλου κολακευτικά σχόλια για τα όρια μεταξύ πολιτικής λαθροχειρίας και φαιδρότητας, τα οποία προφανώς αγνοούν ο τυφλός πολιτικός τυχοδιωκτισμός και ο μιμητισμός στην πολιτική.
Φεύγοντας από τη ζωή εκείνη τη νύχτα, άφησε αναπάντητο το ερώτημα για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ. Το οποίο ο ίδιος ταύτιζε με το μέλλον της χώρας. Είχε παραιτηθεί από την πρωθυπουργία υπό περιπετειώδεις συνθήκες στις 15 Ιανουαρίου του 1996, νοσηλευόμενος στο Ωνάσειο επί 56 ημέρες και ενώ στη χώρα υπήρχε πλέον ζήτημα διακυβέρνησης.
Το σχέδιο της επιστολής-παρέμβασης προς το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ παραμένει μέχρι σήμερα επτασφράγιστο μυστικό στα χέρια των επιστήθιων συνεργατών του, ΤηλέμαχουΧυτήρη και ΝίκουΑθανασάκη.
Ωστόσο, η μοναδική γνωστή παρακαταθήκη του για το Κίνημα, την οποία συνόψισε στη φράση «το ΠΑΣΟΚ δεν κληρονομείται, δεν χαρίζεται, δεν τιμαριοποιείται» δύο χρόνια νωρίτερα, αποδομήθηκε την επομένη της κηδείας του. Στο συνέδριο της τιμαριοποίησης του ΠΑΣΟΚ από τους επίδοξους διαδόχους του ιδρυτή του. Το αυθεντικό ΠΑΣΟΚ, εκείνο του Ανδρέα Παπανδρέου δηλαδή, έπαψε πια να υπάρχει. Εγινε το ΠΑΣΟΚ των ομάδων που απλώς συνυπήρχαν.
Για να είμαστε πάντως δίκαιοι, ο Ανδρέας μάλλον δεν ενδιαφερόταν για την επόμενη μέρα του ΠΑΣΟΚ. Στον αείμνηστο καρδιολόγο καθηγητή ΔημήτρηΚρεμαστινό, που έζησε δίπλα του στην κρισιμότερη φάση της ζωής του από το καλοκαίρι του 1988, όταν διαγνώστηκε η πολύ σοβαρή καρδιακή πάθησή του, μέχρι που έφυγε από τη ζωή, είχε πει σε μια συζήτηση που είχαν το 1994 για τη διαδοχή στο ΠΑΣΟΚ: «Οταν εγώ δεν θα υπάρχω, ας διαλέξουν οι ίδιοι τον αρχηγό τους».
Ο πατριωτισμός
Εν ζωή ο Παπανδρέου, στο πεντάμηνο της εκτός πρωθυπουργίας, αλλά τυπικής παραμονής του στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ, πρόλαβε να δει να αποδομείται ένας από τους βασικούς πυλώνες στους οποίους στήριξε το προσωπικό, εν πολλοίς πασοκικό, αφήγημά του για τη χώρα: ο πατριωτικός. Η παντελώς λανθασμένη διαχείριση της κρίσης των Ιμίων από τον Κώστα Σημίτη πλήγωσε καίρια το πατριωτικό πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ, που επί 22 χρόνια ο Ανδρέας εκπροσωπούσε.
Η «Εθνική Ανεξαρτησία» ήταν άλλωστε η πρώτη πτυχή του εξαρχής κεντρικού συνθήματος του ΠΑΣΟΚ. Τα άλλα ήταν η «Λαϊκή Κυριαρχία», η «Κοινωνική Απελευθέρωση» και η «Δημοκρατική Διαδικασία».
Από την άλλη, το γεγονός αυτό λειτούργησε εμφατικά στην περαιτέρω ενίσχυση του πατριωτικού αποτυπώματος του Παπανδρέου στην εθνική εξωτερική και αμυντική πολιτική. Είναι ίσως το θετικότερο για το οποίο μνημονεύεται σήμερα και θα συνεχίσει και στο μέλλον, έχοντας αναγνώριση και από πολιτικούς αντιπάλους του.
Διόλου τυχαία, πολλοί σημερινοί πολιτικοί συχνά ανατρέχουν στη δική του πολιτική στα εθνικά θέματα. Απήχηση που βρίσκει και στον απλό λαό, όσους έζησαν την αποφασιστικότητά του, π.χ., στην κρίση του ’87 με το «Σισμίκ».
Ακούγεται συχνά από πολλούς απλούς ανθρώπους η φράση μονοδιάστατης ερμηνείας: «Αν ήταν ο Ανδρέας πρωθυπουργός, δεν θα τολμούσαν οι Τούρκοι να προχωρήσουν στα Ιμια!». Στην ουσία, απηχεί την κοινή συνισταμένη της πολιτικής ευθυκρισίας και του λαϊκού ενστίκτου για εκείνη την οδυνηρή για τα ελληνικά συμφέροντα κρίση. Στο περιθώριό της, συγκρίθηκαν τα ηγετικά μεγέθη των δύο ανδρών και η ζυγαριά έκλινε προς τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ.
Οπως δεν είναι τυχαίο ότι στην Κύπρο παραμένει ο δημοφιλέστερος Ελληνας ηγέτης. Το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΕΑΧ) φέρει τη σφραγίδα του, προσδίδει ασφάλεια και αμυντική επάρκεια στη Μεγαλόνησο εξοργίζοντας τους Τούρκους. Και παρότι πρώτα αποδομήθηκε από τον διάδοχό του Σημίτη και σχεδόν εξαφανίστηκε από τους επόμενους (Κ. Καραμανλής, ΓΑΠ), ήρθε πρόσφατα το πλήρωμα του χρόνου, δοθείσης αφορμής, να υπενθυμιστεί εν τοις πράγμασι από τη σημερινή κυβέρνηση με την αποστολή και στάθμευση ελληνικών μαχητικών και πλοίων στην Κύπρο για την προστασία της λόγω της επικίνδυνης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Υπάρχει και το ελληνικό casus belli για το νησί. Το εξέφρασε από το βήμα της Βουλής το 1981: «Οποιαδήποτε επίθεση κατά της Κύπρου από την Τουρκία ισοδυναμεί με επίθεση κατά της Ελλάδας και αποτελεί αιτία πολέμου».
Προεκλογική ομιλία στο Σύνταγμα το 1981
Χειριστικός
Στα αδιαφιλονίκητα προσόντα του, η στρατηγική σκέψη και αναλυτική ικανότητα που λίγοι διεθνείς ηγέτες διέθεταν στην εποχή του, η γνώση του παγκόσμιου γεωπολιτικού και γεωοικονομικού τοπίου και των συσχετισμών δύναμης, η ικανότητα δημιουργίας συμμαχιών, το εντυπωσιακό πολιτικό αισθητήριο που του υπαγόρευε σωστές κινήσεις και του άνοιγε ανέλπιστες διεξόδους σε δύσκολες καταστάσεις.
Αλλά, πρωτίστως, ήταν χειριστικός. Και πειστικός. Σπάνιο ταλέντο. Ο λαός τού συγχώρησε πολλά σφάλματα, αγνόησε και τις βαριές κατηγορίες εναντίον του για το σκάνδαλο Κοσκωτά, παρότι αθωώθηκε για μόλις μία ψήφο από το Ειδικό Δικαστήριο. Του πρόσφερε ακολούθως τη μεγαλύτερη δικαίωση εν ζωή που θα μπορούσε να φανταστεί με την περήφανη εκλογική νίκη του τον Οκτώβριο του 1993 και την επάνοδό του στο Μέγαρο Μαξίμου.
Μια σχέση που δεν φάνηκε να κλονίζεται ούτε ακόμα υπό το βάρος της ραγδαίας φθοράς που ακολούθησε όταν επικρατούσε, όχι αδίκως, η αίσθηση ότι δίπλα στον πρωθυπουργό είχε αναπτυχθεί ένα παρασύστημα εξουσίας, υπό τη ΔήμητραΛιάνη και το περιβάλλον της, ενώ ο ίδιος έδειχνε εγκλωβισμένος σε αυτό. Ακόμη κι έτσι, για τον αποχαιρετισμό του στις 26 Ιουνίου του 1996 πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη συγκέντρωση όλων των εποχών στο κέντρο της Αθήνας.
Με τη Δήμητρα Λιάνη στο καράβι με προορισμό την Τήνο. Η μεγάλη του αδυναμία και το χόμπι του ήταν η ερασιτεχνική φωτογραφία
Η θέση στον κόσμο
Διαχειριζόταν άριστα μέχρι και πρόσωπα παγκόσμιας ακτινοβολίας, όπως η ΜάργκαρετΘάτσερ, που τον αντιπαθούσε για τις σοσιαλιστικές του ιδέες, αλλά τον θαύμαζε -κάτι που παραδέχτηκε και δημόσια- για το ότι, αν και ήταν σχεδόν μονίμως ο αιρετικός, ο «γκρινιάρης» της παρέας των ηγετών της Ε.Ε., πάντα ήξερε να κερδίζει κάτι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό για τη χώρα του.
Με τη Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία τον αντιπαθούσε για τις σοσιαλιστικές του ιδέες, αλλά και τον θαύμαζε, κάτι που είχε παραδεχτεί και δημόσια
Γνώστης του σκηνικού μεν, τακτικιστής και μόνο δε, βάδιζε εκ του ασφαλούς, υποστηρίζουν οι επικριτές του για αυτούς τους χειρισμούς του. Ανέτρεπε εύκολα τη σκληρή στάση του στα Ελληνοτουρκικά με «mea culpa» στο Νταβός.
Δεν αρκέστηκε πάντως να υπερβεί το δόγμα του Καραμανλή «ανήκομεν εις την Δύσιν» με το εύηχο «η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες», που πολλοί αντέγραψαν και επανέλαβαν έκτοτε. Κατάφερνε με μια περίτεχνη μαεστρία να ισορροπεί ανάμεσα στους σκληρούς νεοφιλελεύθερους της Δύσης και τους συνεχιστές του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη.
Μεταρρυθμίσεις και αποτυχίες
Το μεταρρυθμιστικό έργο των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου εξελίχθηκε σε δύο περιόδους. Στην πρώτη οκταετία προχώρησε πολλές μεγάλες τομές και αλλαγές σε τομείς όπου υστερούσε η χώρα και που παραμένουν εμβληματικές.
Οπως το ΕθνικόΣύστημαΥγείας, οι δημοκρατικές τομές για τα ανθρώπινα και κοινωνικάδικαιώματα, με αιχμές τη θεσμοθέτηση του πολιτικούγάμου, την αποποινικοποίηση της μοιχείας και την κατάργηση της προίκας, η δημοκρατική διάρθρωση των πανεπιστημίων, η κατοχύρωση των συνδικαλιστικώνδικαιωμάτων. Ολα αυτά δημιούργησαν ένα νέο σκηνικό.
Στο τεράστιο βήμα, απαρχές της Μεταπολίτευσης, του Κωνσταντίνου Καραμανλή για τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, προχώρησε ακόμα παραπέρα, με την αναγνώριση της ΕθνικήςΑντίστασης. Συγχρόνως, καταργώντας τις διακρίσεις στις προσλήψειςστο Δημόσιο, αλλά και στη συμπεριφορά γενικότερα του κράτους απέναντι στους πολίτες έδωσε την αίσθηση της ισότιμης αντιμετώπισης προς όλους.
Παραμένει ο πολιτικός που με τις επιλογές του ανέδειξε στο προσκήνιο νέα, περιθωριοποιημένα στρώματα, έδωσε χρήμα και ανακούφισε, από τους πρώτους κιόλας μήνες της διακυβέρνησής του, τους χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους, πρόσφερε πολιτική και κοινωνική αναγνώριση και ισοτιμία στους αποκλεισμένους της μετεμφυλιακής Ελλάδας.
Υπάρχει όμως και έντονα αρνητικό αποτύπωμα. Δίπλα στον ηγέτη και πρωθυπουργό των επιτυχιών, στέκουν πολλοί αστερίσκοι, σκιές. Αρκετές αλλαγές στην πορεία αλλοιώθηκαν. Η δημοκρατία στο κράτος μεταφράστηκε στην έφοδο και την κατάληψή του από τους κομματικούς ινστρούχτορες και τις περίφημες κλαδικές, που διοικούσαν τον κρατικό μηχανισμό.
Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης εξευτελίστηκε από αθρόες εμφανίσεις χιλιάδων δήθεν αντιστασιακών, με μοναδικό τεκμήριο τη συνυπογραφή από δύο «μάρτυρες», ακόμα κι αν την περίοδο της Κατοχής οι ίδιοι ήταν νήπια! Στρεβλώνοντας έτσι το νόημα της συμφιλίωσης και επιβεβαιώνοντας ότι οι πελατειακές σχέσεις και το ρουσφέτι εξακολουθούσαν να κυριαρχούν.
Η δεύτερη τετραετία
Γενικότερα, η προοπτική της εθνικής συμφιλίωσης, αντί να σφυρηλατηθεί με πολιτικές κατοχύρωσης της ισονομίας και της αξιοκρατίας, εξελίχθηκε σε συγκρουσιακό παιχνίδι εξουσίας, που μεταφέρθηκε από το κράτος σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, μέχρι το τελευταίο χωριό. Και ο ίδιος ο Παπανδρέου να αναζωογονείται -με τη βοήθεια των φανατικότερων επιτελών του- από την ακραία πολωτική ατμόσφαιρα.
Αφθονα παραδείγματα και σε άλλες εκφάνσεις του δημόσιου βίου πιστοποιούσαν τις τεράστιες αποστάσεις ανάμεσα στις σωστής φιλοσοφίας μεταρρυθμίσεις και την υλοποίησή τους. Δεν έφταιγαν οι μεταρρυθμίσεις.
Αυτοί που αναλάμβαναν να τις υλοποιήσουν ήταν συχνά περιορισμένων ικανοτήτων, αναλάμβαναν με βάση την κομματική ταυτότητα και τον όρκο υποταγής στη Χαριλάου Τρικούπη. Και τελικά, πέτυχαν να φθείρουν και να αλλοιώσουν το όραμα. Εγιναν υπαίτιοι της αποτυχίας πρώτοι οι υπουργοί. Και ο ίδιος όμως δεν ήταν αμέτοχος των ευθυνών.
Μοιραία, ιδίως τη δεύτερη τετραετία, ήρθαν και τα φαινόμεναδιαφθοράς, ενίοτε ψηλά, σε υπουργούς και διοικητές οργανισμών, μέχρι όμως και πολύ χαμηλά, στο επίπεδο της κρατικής μηχανής.
Παντός είδους διευκολύνσεις, ρουσφέτια, αναθέσεις και άλλα συναφή είχαν σχεδόν πάντα πράσινο υπουργικό, βουλευτικό ή κομματικό φόντο, συχνά και οικονομικό αντάλλαγμα. Περιέργως, ο ίδιος επέδειξε μια αδικαιολόγητη ανοχή σε απαράδεκτες πρακτικές. Οπως με την περίφημη φράση του το 1987 για τον τότε διοικητή της ΔΕΗ, «είπαμε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια».
Χώρια κάποιες ηχηρές αποτυχίες που άφησαν επίσης έντονο αρνητικό στίγμα. Οπως οι αγροτικοίσυνεταιρισμοί, που αφενός απέτυχαν παταγωδώς να λύσουν το θέμα των μεσαζόντων, αλλά και εξελίχθηκαν σε εστίες διαφθοράς. Οπως συνέβη και με τις κρατικοποιήσεις των προβληματικώνεπιχειρήσεων, που, αντί να εξυγιανθούν και να αναπτυχθούν, απλώς συσσώρευσαν ελλείμματα, ενίοτε εξέτρεφαν και απατεώνες.
Το αποτύπωμα όλων αυτών είναι χρήσιμο στο σήμερα. Ο κομματισμός στη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων, της οικονομίας, της κοινωνίας, παντού, είναι θανάσιμος κίνδυνος, καταλύτης βλάβης και αποτυχίας, παραγωγός διαφθοράς.
Η πόλωση εξυπηρετεί μικροκομματικά συμφέροντα, αλλά είναι συνταγή οπισθοδρόμησης. Υπήρξαν αδιαμφισβήτητα και ορατά οφέλη για τη χώρα και τον ελληνικό λαό. Το ερώτημα είναι πόσο περισσότερα θα μπορούσαν να είναι, καθώς εξίσου πολλές και σημαντικές ήταν και οι χαμένες ευκαιρίες αυτής της περιόδου.
Με τεράστιο λαϊκό υποστηρικτικό απόθεμα δυνάμεων, με ιώβεια ανοχή και υπομονή, με μια σχέση λατρείας ώστε και το χαμόγελο, η δυσαρέσκεια, το νεύμα, η απάθεια, η σιωπή, ακόμα και το χρώμα της φωνής του να παράγουν αποτελέσματα μέχρι να ξεσηκώνουν τα πλήθη, παραμένει μυστήριο πώς και γιατί ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν αξιοποίησε στο έπακρο όλο αυτό το ολοζώντανο, πειθήνιο αλλά και αποφασισμένο να υποστηρίξει μέχρι τέλους τις όποιες επιλογές του πλειοψηφικό ρεύμα.
Η ωριμότητα
Στη δεύτερη κυβερνητική περίοδο (1993-1996), εμφανίστηκε πιο ώριμος, απαλλαγμένος από ιδεοληψίες του παρελθόντος, παρότι ευάλωτος λόγω της ασθένειάς του και της αρνητικής επίδρασης του στενού περιβάλλοντός του στην Εκάλη.
Προώθησε μεν λιγότερες μεταρρυθμίσεις, ήταν όμως εμφατικές. Μεταξύ αυτών, ο νόμος για το ΑΣΕΠ, η θεσμοθέτηση της αιρετής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, προάγγελος της αιρετής Περιφερειακής, το τέλος με αδιανόητες εκκρεμότητες του παρελθόντος, όπως η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων κ.ά.
Αλλά και κινήσεις μακράς πνοής όπως η συγκρότηση του Δόγματος του ΕΑΧ Ελλάδας - Κύπρου, η επιβολή εμπάργκο στα Σκόπια, η εκκίνηση των μεγάλων έργων που ολοκληρώθηκαν επί Σημίτη. Πάνω απ’ όλα, όμως, η εγκατάλειψη του λαϊκισμού και η δρομολόγηση της πορείας της χώρας προς την ΟΝΕ και το ευρώ.
Η οικονομία
Για το έργο του στην οικονομία έχουν γίνει ομηρικές δημόσιες αντιπαραθέσεις. Κατά την πρώτη οκταετία, οι σφοδροί επικριτές των επιλογών του τού καταλογίζουν ότι στο όνομα ενός άκρατου λαϊκισμού και καιροσκοπισμού, με αποκορύφωμα το «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα»-, με εκλογικούς στόχους, υπερχρέωσε την οικονομία, επιβαρύνοντας έτσι το χρέος και σηματοδοτώντας την απαρχή της πορείας προς τη χρεοκοπία του 2010.
Και μάλιστα, όταν αντιλαμβανόμενος τους κινδύνους προχωρούσε σε σωστές διορθωτικές εξυγιαντικές παρεμβάσεις, τις ανέτρεπε πάλι λόγω εκλογικών σκοπιμοτήτων.
Οι υποστηρικτές του όμως ισχυρίζονται το ακριβώς αντίθετο. Για την πρώτη περίοδο διατείνονται ότι ανακούφισε τα χαμηλά εισοδήματα, μείωσε τον πληθωρισμό, κέρδισε αυξημένη ροή πόρων από τις Βρυξέλλες, με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ) το 1982 κιόλας, και όταν χρειαζόταν φρένο στις παροχές το πατούσε χωρίς δισταγμούς.
Ενώ για την περίοδο 1993-1996 αναφέρονται σε έναν ακόμη πιο ώριμο Παπανδρέου που δρομολόγησε την πορεία της χώρας προς την ΟΝΕ και το ευρώ. Επικαλούνται δε την έγκαιρη προειδοποίησή του ότι «είτε η χώρα θα καταφέρει να αφανίσει το χρέος της, είτε το χρέος θα αφανίσει τη χώρα».
Τελικό συμπέρασμα; Το αποτύπωμα της πολιτικής του στην ελληνική οικονομία χωρίζεται στα δύο στάδια της διακυβέρνησής του. Το πρώτο, της επικυριαρχίας της μικροπολιτικής σκοπιμότητας, που οδήγησε σε κινδύνους, παρά τα συχνά πακέτα περιοριστικών μέτρων.
Το δεύτερο, της απαρχής μιας περιόδου ωριμότητας και προσπάθειας αναστροφής της κατάστασης, που συνεχίστηκε με σημαντική επιτυχία όσον αφορά το αναπτυξιακό αποτέλεσμα και αρκετές μεταρρυθμίσεις επί της οκταετίας Σημίτη, αλλά με διαχρονική αρνητική συνιστώσα τη συνέχιση της διόγκωσης του χρέους. Πάντως, για να χρεοκοπήσει η χώρα χρειάστηκαν ακόμη η απόλυτη δημοσιονομική εκτροπή επί Κώστα Καραμανλή και η πολύμηνη κυβερνητική αφασία επί Γιώργου Παπανδρέου.
Τα «ωραία χρόνια»
Συναφώς, με όλα τα παραπάνω πλασάρεται και ο μύθος για τα «ωραία χρόνια του ΠΑΣΟΚ». Που αναλόγως ερμηνεύεται αποθεωτικά ή χλευαστικά. «Ωραία χρόνια» με δανεικά από το μέλλον και αδιαφορία για αυτό. Είτε «ωραία χρόνια» καθώς βελτιώθηκε όντως η ζωή των πολλών, χωρίς να επιβαρυνθεί εκείνη των λίγων.
Η αλήθεια είναι πάλι πολύπλοκη και δύσκολα αποτυπώνεται επακριβώς. Στην πρώτη τετραετία του (1981-1985) ο Παπανδρέου αδιαφόρησε παντελώς για τη δημοσιονομική πειθαρχία, καθώς προείχαν η ενίσχυση μισθών και συντάξεων και η θεμελίωση του κράτους πρόνοιας.
Παράλληλα, επικράτησε η λογική της μετατροπής των κοινοτικών πόρων σε άμεσο χρήμα, υποτιμώντας τη σημασία της σχεδιασμένης βάσει συγκροτημένου σχεδίου με σαφείς ιεραρχήσεις και προτεραιότητες αξιοποίησής τους για την οικονομική ανάπτυξη και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Ατυχώς επιπλέον, πολλές αλλαγές υπονομεύτηκαν στην πορεία απ’ όσους κλήθηκαν να τις υπηρετήσουν.