Μητσοτάκης στο «Athens Alitheia Forum»: Έχω πέσει θύμα fake news εγώ, ο πατέρας μου και η οικογένειά μου, δεν έχω κάνει αγωγή ποτέ

Εντός του μηνός οι ανακοινώσεις για περιορισμό πρόσβασης στα social σε ηλικίες κάτων των 15 ετών - Υπάρχουν sites που αναπαράγουν ό,τι πιο χυδαίο, πρόσφατα στοχοποίησαν και την κόρη μου - Τα Τέμπη έτυχαν αντικείμενο εκμετάλλευσης από στρατιές λογαριασμών

Την ταχύτατη διάδοση των fake news, τον ρόλο των μεγάλων πλατφορμών στον εθισμό στα social media και τρόπους αντιμετώπισής τους, ανέλυσε στο «Athens Alitheia Forum» ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Γιάννη Θεοχάρη, Καθηγητή Ψηφιακής Διακυβέρνησης και κάτοχο της ομώνυμης έδρας στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου, και με τον δημοσιογράφο Γιάννη Πρετεντέρη.

 Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αφού συνεχάρη τον υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ Παύλο Μαρινάκη και την Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης για την εν λόγω πρωτοβουλία, επεσήμανε ότι  εάν δεν εκπαιδεύσουμε μια νέα γενιά ενεργών πολιτών σε ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον διάχυσης πληροφορίας, τότε δεν θα έχουμε πετύχει το καθήκον μας απέναντι στους νέους». 

Ανακοίνωσε ότι εντός του μήνα θα ανακοινωθεί από την κυβέρνηση ο περιορισμός πρόσβασης σε ανηλίκους κάτω των 15 ετών, ενώ επέσεισε τον κίνδυνο των εξωτερικών παρεμβάσεων. 

Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι πρέπει η Ευρώπη να δει συνολικά το θέμα των εξωτερικών παρεμβάσεων με fake news καθώς το 2027 είναι χρονιά με πάρα πολλές εκλογικές αναμετρήσεις στη Γηραιά Ήπειρο. «Υπάρχουν χώρες οι οποίες έχουν αποδεδειγμένα επιχειρήσει να παρέμβουν στις εκλογικές διαδικασίες και θα το επαναλάβουν» είπε κάνοντας λόγο για «στοιχειώδες ζήτημα αυτοπροστασίας των χωρών της Ευρώπης» που δεν μπορεί να εκληφθεί ως λογοκρισία. 


«Υπάρχει ψευδής είδηση δεν υπάρχει ψευδής άποψη»

«Fake news υπήρχαν πάντα, αυτό που έχει αλλάξει είναι ο μηχανισμός ταχύτατης αναπατραγωγής τους με βάση το επιχειρηματικό μοντέλο των μεγάλων πλατφορμών προκαλώντας συνήθειες εθισμού» παρατήρησε ο κ. Μητσοτάκης.

Έκανε την διάκριση ότι «υπάρχει ψευδής είδηση δεν υπάρχει ψευδής άποψη, η άποψη δεν ποινικοποιείται ποτέ, είναι γνώμη» σημειώνοντας ότι δημιουργείται πλέον ένα εκρηκτικό κοκτέιλ μαζί με την ταχύτητα αναπαραγωγής των ειδήσεων, τις δυνατότητες AI 


Η φωτογραφία με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη

Η διάκριση μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος καθίσταται κομβικής σημασίας, ειδικά ενόψει εθνικών εκλογών. «Εγώ θυμάμαι πα περίπτωση fake news του 1985 από την εφημερίδα «Αυριανή» με τον πατέρα του Κωνσταντίνο Μητσοτάκη με γερμανούς και τίτλο «συνεργάτης των ναζί». Η φωτογραφία ήταν αληθινή, ο τίτλος και η είδηση ήταν ψεύτικη και αναμφίβολα επηρέασε μια ολόκληρη εκλογική αναμέτρηση» είπε, τονίζοντας πως πήρε πολλά χρόνια να αποκατασταθεί.  Σκεφτείτε τι έχει να γίνει  με τα σημερινά εργαλεία ενόψει εθνικών εκλογών για κάποιον που θέλει να επηρεάσει είτε εντός είτε εκτός χώρας το αποτέλεσμα. 

Τόνισε ότι είναι προβληματική η ανωνυμία στο διαδίκτυο.  «Υπάρχουν σήμερα sites που αναπαράγουν ό,τι πιο χυδαίο, πρόσφατα μάλιστα κάποια από αυτά στοχοποίησαν και την κόρη μου» είπε ο πρωθυπουργός για να προσθέσει: «Είναι αδύνατο να κινηθεί κανείς νομικά εναντίον τους γιατί μπορεί να πέσει πάνω σε μια διεύθυνση στο εξωτερικό όπου δεν θα είναι κανείς».  Σημείωσε ότι με επολογή του δεν κινήθηκε νομικά ποτέ κατά δημοσιογράφου. «Δεν έχω κάνει ποτέ αγωγή σε κανέναν όλα αυτά τα χρόνια - και έχουν γραφεί τέρατα. Και το έκανα συνειδητά. Δεν ισχύει το ίδιο για την οικογένειά μου όμως» . Σημείωσε ότι μπορούν να υπάρξουν και εργαλεία όπως τα watermarks  για να προστατευτεί κάποιος από fake news των AI.

«'Εχω δει δικό μου βίντεο να μιλώ κινέζικα και να κινώ τα χείλη μου σε άψογη κινεζική γλώσσα».

Ο κ. Μητσοτάκης επεσήμανε την ανάγκη αντιμετώπισης της οργανωμένης παραπληροφόρησης από το εξωτερικό, κάτι που είναι θέμα εθνικής ασφάλειας. «Εμείς αυτό το αντιμετωπίσαμε εδώ, την περίοδο της μεγάλης συναισθηματικής έντασης και έξαρσης για το θέμα των Τεμπών, είχαν εντοπιστεί ουκ ολίγοι ψεύτικοι λογαριασμοί από το εξωτερικό οι οποίοι αναπαρήγαγαν εμπρηστικό περιεχόμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρχε συναισθηματική έκρηξη και ένταση εκείνη την περίοδο. Αλλά το ότι έτυχε αντικείμενο εκμετάλλευσης από στρατιές λογαριασμών είναι επίσης αδιαμφισβήτητο» σημείωσε.



Τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη συζήτηση με θέμα «Διαλέγοντας Πραγματικότητα: Η Απειλή της Παραπληροφόρησης», στο πλαίσιο του συνεδρίου «Athens Alitheia Forum»

Στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Πρωθυπουργός ανέφερε:


Καταρχάς, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω συγχαίροντας τον Υφυπουργό και τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης για την πρωτοβουλία να διοργανωθεί αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον συνέδριο, το οποίο διαπίστωσα ότι προκάλεσε μια πολύ ποιοτική συζήτηση, με σημαντική εκπροσώπηση και από άλλους πολιτικούς χώρους -κάποιοι, φυσικά, έλειπαν, αλλά αυτό ήταν δική τους επιλογή-, αλλά και με μια ουσιαστική συζήτηση η οποία προκάλεσε πρώτα και πάνω απ’ όλα το ενδιαφέρον νέων ανθρώπων.

Εγώ θα ήθελα να επιφυλάξετε ένα χειροκρότημα για τα νέα παιδιά από τα σχολεία που βρίσκονται σήμερα μαζί μας. Συνάντησα μπαίνοντας παιδιά από το Γενικό Λύκειο Γέρας, από τη Μυτιλήνη.

Διότι αν δεν μπορέσουμε, κ. Πρετεντέρη, κ. Θεοχάρη και κυρίες και κύριοι, να εκπαιδεύσουμε μια νέα γενιά ενεργών πολιτών στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί αυτό το εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον διάχυσης των ειδήσεων, τότε θα έχουμε αμελήσει το καθήκον μας απέναντι στη νέα γενιά. Τα πράγματα είναι λίγο-πολύ όπως ειπώθηκαν και όπως τα ανέλυσε ο κ. Θεοχάρης.

Πάντα, ξέρετε, υπήρχε μία προσπάθεια η πραγματικότητα να παρουσιάζεται μέσα από την οπτική γωνία αυτού ο οποίος επιχειρεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη καθ’ οποιοδήποτε τρόπο.

Μου θύμισε ο κ. Πρόεδρος ότι στον Θουκυδίδη υπάρχει μία αναφορά, τη διαβάζω: «και τη συνηθισμένη έννοια των λέξεων μετέβαλαν προκειμένου να δικαιολογούν τις πράξεις τους». Αυτό έλεγε ο Θουκυδίδης πριν από 2.500 χρόνια. Άρα, η ανάγκη του να παρουσιάζεται μια πραγματικότητα βολική γι’ αυτόν ο οποίος θέλει με κάποιο τρόπο να επηρεάσει τη σκέψη και την κρίση άλλων είναι ένα ιστορικό φαινόμενο.

Fake news υπήρχαν πάντα. Αυτό το οποίο έχει αλλάξει τώρα είναι ακριβώς αυτός ο μηχανισμός ταχύτατης αναπαραγωγής τους, που είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο δουλεύει το επιχειρηματικό μοντέλο των μεγάλων πλατφορμών, που επιβραβεύουν τη συναισθηματική αντίδραση, την ακραία είδηση, αυτή που θα προκαλέσει το μεγαλύτερο αρχικό ενδιαφέρον.

Είναι, θα έλεγα, ένα επιχειρηματικό μοντέλο το οποίο στηρίζεται σε μια πολύ καλή κατανόηση του τρόπου με τον οποίο δουλεύει ο ανθρώπινος εγκέφαλος και ειδικά τα συστήματα εκείνα των νευρώνων τα οποία είναι υπεύθυνα για τον εθισμό.

Ουσιαστικά προκαλούν συνήθειες εθισμού, όχι μόνο στα παιδιά αλλά και σε ενήλικες, αυτές οι πλατφόρμες, διότι με αυτόν τον τρόπο αυξάνουν αυτό το οποίο λέγεται «engagement» και κατά συνέπεια βγάζουν περισσότερα χρήματα. Αυτή, λοιπόν, είναι μια πραγματικότητα την οποία καλούμαστε να διαχειριστούμε.

Ταυτόχρονα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν βήμα και δυνατότητα έκφρασης σε πάρα πολλούς ανθρώπους οι οποίοι στο παραδοσιακό περιβάλλον των Μέσων δεν μπορούσαν να εκφράσουν την άποψή τους. Και αυτό, επί της αρχής, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια θετική εξέλιξη, η οποία υποχρεώνει και τα παραδοσιακά μέσα μαζικής ενημέρωσης να αναπροσαρμόσουν το δικό τους μοντέλο και να επενδύσουν, θα έλεγα, στη δική τους αξιοπιστία.

Και ένα κομμάτι της προσπάθειας που κάνει η κυβέρνηση είναι ακριβώς να θωρακίσει το θεσμικό πλαίσιο των μέσων, διότι χρειαζόμαστε ανεξάρτητα μέσα τα οποία θα μπορούν να ελέγχουν την πληροφορία και τα οποία θα μπορούν να τη μεταφέρουν μέσα από τη δική τους οπτική γωνία.

Κάνω εδώ μια πολύ σημαντική διάκριση: υπάρχει ψευδής είδηση, δεν υπάρχει ψευδής άποψη. Η άποψη δεν ποινικοποιείται και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ποτέ ως ψευδής. Είναι γνώμη. Η είδηση, όμως, ένα πραγματικό γεγονός, όταν αποκτά άλλο χαρακτήρα τότε μετατρέπεται πράγματι σε ψευδή είδηση.

Αν έρθετε, λοιπόν, να προσθέσετε σε αυτή την πραγματικότητα της πολύ γρήγορης αναπαραγωγής ειδήσεων που «πουλάνε», κατά κανόνα ειδήσεις που επενδύουν στην οργή, στο αρνητικό συναίσθημα, αν έρθετε να προσθέσετε σε αυτή την πραγματικότητα τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργούμε ένα εντελώς εκρηκτικό κοκτέιλ, το οποίο κινδυνεύει να δηλητηριάσει πλήρως τη δημόσια σφαίρα.

Σε τι αναφέρομαι συγκεκριμένα; Αναφέρομαι, πρώτον, στο γεγονός ότι πάρα πολλοί από τους λογαριασμούς οι οποίοι σήμερα διακινούν την οποιαδήποτε είδηση δεν είναι πραγματικοί, είναι bots. Δεν είναι πραγματικά πρόσωπα.

Το να μπορέσεις να «χτίσεις» σήμερα μια εκστρατεία αναπαραγωγής μιας συγκεκριμένης είδησης με ψεύτικους λογαριασμούς είναι μια σχετικά απλή υπόθεση. Το έχουμε δει εμείς στη χώρα μας σε πολύ συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία απασχόλησαν την κοινή γνώμη και αυτό γεννά το ερώτημα: ποιός μπορεί να θέλει να το κάνει αυτό; Οποιοσδήποτε μπορεί να θέλει να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις εντός ή εκτός Ελλάδος.

Προσθέστε, λοιπόν, σε αυτό το κοκτέιλ τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης να δημιουργεί πειστικό, ψεύτικο περιεχόμενο. Να το πω πολύ απλά, για εσάς ή για εμένα, κ. Πρετεντέρη: εμείς είμαστε σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση.

Γιατί είμαστε σε μειονεκτική θέση; Διότι υπάρχει πάρα πολύ υλικό το οποίο να δείχνει την εικόνα μας και να μας δείχνει να μιλάμε. Αυτό σημαίνει ότι ένας αλγόριθμος ο οποίος θέλει να βάλει στο στόμα σας λόγια τα οποία δεν έχετε πει ή να δημιουργήσει μια δική μου εικόνα να κάνω κάτι το οποίο δεν έχω κάνει και να λέω πράγματα τα οποία δεν έχω πει ποτέ, είναι πια μια πολύ απλή υπόθεση. Και, δυστυχώς, αυτά τα fake news και αυτά τα fake videos μπορεί να είναι τόσο πειστικά, που είναι πάρα πολύ δύσκολο να μπορέσουν να αποδομηθούν.

Άρα, η διάκριση μεταξύ της αλήθειας και του ψέματος σε ένα περιβάλλον τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο δεν αναπαράγει απλά ειδήσεις, αλλά μπορεί να αναπαράγει εικόνα, λόγια, καθίσταται θα έλεγα προτεραιότητα κομβικής σημασίας, ειδικά ενόψει εθνικών εκλογών. Διότι αυτό το οποίο είπατε έχει μεγάλη σημασία, δεν είναι μόνο ποιος λέει κάτι και πώς επηρεάζονται, είναι το πότε γίνεται αυτό.

Εγώ θυμάμαι -θα το θυμάστε κι εσείς, κ. Πρετεντέρη- μια περίπτωση fake news από το 1985. Μια φωτογραφία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην «Αυριανή», «Συνεργάτης των Ναζί». Μια φωτογραφία. Η φωτογραφία ήταν πραγματική, η είδηση ήταν ψεύτικη όμως, και ο τίτλος ήταν ψεύτικος.

Χρειάστηκε τότε, με τα μέσα διάδοσης εκείνης της εποχής, πολύς χρόνος για να αποδομηθεί αυτή η πληροφορία. Και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό επηρέασε σε έναν βαθμό και μια ολόκληρη εκλογική αναμέτρηση.

Σκεφτείτε, λοιπόν, τι μπορεί να γίνει με τα σημερινά εργαλεία στις επόμενες εκλογές -και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό, είναι παγκόσμιο- από οποιονδήποτε θέλει να επηρεάσει μία εκλογή, από έναν πολιτικό αντίπαλο, από κάποιον εξωτερικό παράγοντα ο οποίος θέλει να παρέμβει.

Ποια είναι η απάντηση, όμως, σε αυτό; Λέμε, «πολύ ωραία κάναμε τη διάγνωση, ποια μπορεί να είναι η απάντηση σε αυτό». Θα ήθελα να θέσω διάφορους άξονες προτεραιότητας.

Η πρώτη είναι η ενίσχυση αυτών που αποκαλούμε «συστημικών», των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης. Το μέσο ενημέρωσης έχει μία δομή, έχει μία ευθύνη απέναντι στους αναγνώστες, στους τηλεθεατές, στους ακροατές, είναι υπόλογο για αυτά τα οποία λέει.

Άρα, αν κάποιος θέλει να κινηθεί κατά του μέσου, κατά του συντάκτη, έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Το μέσο δεν είναι ανώνυμο. Έστω κι αν γράφει κάποιος με ψευδώνυμο, δημοσιεύει σε ένα μέσο. Αν θέλει κάποιος να κινηθεί απέναντι σε μία εφημερίδα που έχει δημοσιεύσει κάτι το οποίο θεωρεί ότι είναι συκοφαντικό, με ψευδώνυμο, μπορεί να το κάνει.

Στο διαδίκτυο αυτό είναι πρακτικά αδύνατο. Υπάρχουν σήμερα sites, τα οποία αναπαράγουν το πιο χυδαίο περιεχόμενο το οποίο μπορεί να φανταστεί κανείς. Πολύ πρόσφατα, κάποια τέτοια sites επέλεξαν να στοχοποιήσουν την κόρη μου. Είναι αδύνατον πρακτικά να κινηθεί κανείς νομικά κατά αυτών των sites, διότι θα πέσει πάνω σε μια IP διεύθυνση η οποία μπορεί να βρίσκεται στο εξωτερικό και δεν θα υπάρχει κανείς από πίσω.

Υπάρχει, λοιπόν, ένα ερώτημα: πώς προστατευόμαστε απέναντι σε αυτό το περιβάλλον, όπου νομικά κάποιος δεν μπορεί να κινηθεί; Άρα, η ενίσχυση και η προστασία του κύρους των παραδοσιακών μέσων έχει μία ξεχωριστή σημασία σε αυτό το περιβάλλον.

Το δεύτερο είναι η ίδια η τεχνολογία, το πώς μπορούμε αυτή τη στιγμή -και υπάρχουν συζητήσεις με τους τεχνολογικούς κολοσσούς- η τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης να χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε κάποιος να γνωρίζει εάν κάτι είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης ή όχι.

Είναι τα λεγόμενα «watermarks». Σκεφτείτε το χαρτονόμισμα το οποίο αν το κοιτάξετε κάτω από ένα συγκεκριμένο φως δείχνει κάποια χαρακτηριστικά τα οποία αποδεικνύουν ότι αυτό είναι γνήσιο. Το ίδιο μπορεί να χρησιμοποιείται και για τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, ώστε κάποιος να έρθει και να πει: «α, αυτό το οποίο φαντάζει ότι είναι πραγματικό, δεν είναι πραγματικό, είναι τελικά εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης, οπότε προσέξτε, διότι προφανώς είναι προϊόν κακόβουλης δράσης και όχι αναπαραγωγής μιας πραγματικής είδησης».

Και το τρίτο, στο οποίο πιστεύω πάρα πολύ, είναι η εκπαίδευση, ειδικά της νέας γενιάς. Πρέπει να σας πω ότι η νέα γενιά, τα παιδιά αυτά, επειδή είναι πολύ πιο εξοικειωμένα με τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, διότι φτιάχνουν μόνα τους τα δικά τους βιντεάκια, πολλές φορές για χιουμοριστικούς λόγους, έχουν πολύ μεγαλύτερη κριτική σκέψη στο να μπορούν να δουν αν κάτι είναι πραγματικό ή δεν είναι. Έχουν αυτή την ευαισθησία. Το μυαλό τους είναι ήδη προγραμματισμένο να λειτουργεί με αυτή τη λογική.

Φοβάμαι περισσότερο τη δική μας γενιά, κ. Πρετεντέρη, η οποία δεν γνωρίζει τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης. Άρα, όταν θα δει ένα δικό σας βίντεο να μιλάτε κινέζικα -αυτό δεν το λέω τυχαία, έχω δει δικό μου βίντεο να μιλάω κινέζικα και να κινώ τα χείλη μου σε άψογη κινέζικη γλώσσα και εκεί κατάλαβα τις πραγματικές δυνατότητες-, θα πουν «μπράβο σας, καταφέρατε και μάθατε κινέζικα σε αυτή την ηλικία».

Οπότε αυτές είναι κάποιες πρώτες σκέψεις για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτό το φαινόμενο.

Πρώτα και πάνω απ’ όλα πρέπει να μιλάμε γι’ αυτό. Το γεγονός ότι μπορούμε να κάνουμε ένα τέτοιο συνέδριο, να εξηγούμε στον κόσμο και ειδικά στα νέα παιδιά ποιες είναι οι πτυχές του προβλήματος, να αναδείξουμε τα εργαλεία τα οποία έχουν στη διάθεσή τους για να μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτή την πραγματικότητα.

Το fact-checking το κάνουν πολλά νέα παιδιά. «Διαβάζω κάτι, για να ψάξω λίγο, είναι πραγματικό; Εάν έχω μια υποψία ότι αυτό το οποίο το οποίο διαβάζω δεν είναι αλήθεια, ίσως αξίζει να το ψάξω λίγο περισσότερο». Και υπάρχουν, πια, πολλά εργαλεία τα οποία μας επιτρέπουν σήμερα να μπορούμε να επιβεβαιώσουμε μία είδηση.

Αλλά πρέπει, επίσης, να ξέρουμε ότι σε ένα περιβάλλον κακόβουλου πολιτικού διαλόγου θα υπάρχουν πολλοί οι οποίοι θα σπεύσουν να χρησιμοποιήσουν αυτά τα εργαλεία για να προωθήσουν τους δικούς τους σκοπούς.

Σχετικά με την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, την αναπαραγωγή των ψευδών ειδήσεων και την προστασία των εκλογικών διαδικασιών ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε: Ένα σχόλιο για τα ζητήματα της ανωνυμίας. Είναι ένα ζήτημα το οποίο δεν προβληματίζει μόνο εμένα, αλλά και πολλούς Ευρωπαίους συναδέλφους μας.

Νομίζω ότι πρέπει να γίνει μία διάκριση, που δεν είναι εύκολο να γίνει… Το πρόσωπο το οποίο συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο με ένα ψευδώνυμο, μπαίνει στο Facebook και γράφει με ένα ψευδώνυμο, εάν αυτό το πρόσωπο ξαφνικά έχει 100.000 followers, τι είναι; Εκφράζει άποψη ή είναι ένα πρόσωπο το οποίο πια έχει, ο ίδιος ή η ίδια, δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική που ουσιαστικά είναι ένας οιονεί διαμορφωτής της κοινής γνώμης, τον οποίο δεν τον γνωρίζουμε όμως. Άρα, αν θέλουμε να αντιπαρατεθούμε μαζί του, και νομικά, δεν είναι εύκολο να το κάνουμε.

Είναι μια δύσκολη συζήτηση αυτή. Δεν νομίζω ότι πολύ εύκολα θα μπορέσουμε να βρούμε μία προφανή νομική απάντηση, όσο και αν πρέπει να αναδεικνύουμε το ζήτημα και στην εθνική και στην ευρωπαϊκή του διάσταση.

Έρχεται, θα έλεγα, και συγκρούεται και με μία φιλοσοφική διαφοροποίηση η οποία υπάρχει πια μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης σχετικά με τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης. Η Αμερική, αυτή τη στιγμή, κινείται σε ένα περιβάλλον που λέει πολύ απλά ότι μπορείς να γράφεις ό,τι θέλεις. Οι πλατφόρμες δεν έχουν καμία απολύτως υποχρέωση, δεν είναι εκδότες, άρα δεν έχουν υποχρέωση. Αυτό ήταν μια πολύ κρίσιμη απόφαση που πάρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από 20 χρόνια: ότι είναι απλά πλατφόρμες που δεν έχουν άποψη γι’ αυτά τα οποία δημοσιεύονται στις πλατφόρμες.

Όμως, οι ίδιες οι πλατφόρμες είχαν αντιληφθεί εδώ και καιρό ότι έχουν μια υποχρέωση να παρεμβαίνουν σε ζητήματα που αφορούν στην παιδική πορνογραφία ή τη ρητορική μίσους. Άρα, υπήρχε από τις ίδιες τις πλατφόρμες ένα λεγόμενο «moderation». Οι πλατφόρμες, δηλαδή, προσλάμβαναν ανθρώπους ή και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης και «έκοβαν», για να το πούμε πολύ απλά, αναρτήσεις οι οποίες ξεπερνούσαν αυτό το οποίο θεωρούμε ότι είναι αποδεκτό όριο ελευθερίας της έκφρασης. Αυτό έχει πάει περίπατο πια, αυτή τη στιγμή στην Αμερική. Άρα, η δημόσια σφαίρα γίνεται ακόμα πιο τοξική.

Εδώ υπάρχει ένας ρόλος, κατά την άποψη μου, για την Ευρώπη, να μην ακολουθήσει αυτή την προσέγγιση η οποία, νομίζω, αντιβαίνει και στις δικές μας τις αξίες, διότι η ελευθερία της έκφρασης γεννήθηκε μέσα από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, ταυτόχρονα, όμως, προσδιορίστηκαν και τα όρια στην ελευθερία της έκφρασης μέσα από φιλοσοφικές συζητήσεις αιώνων.

Άρα, εμείς δεν νομίζω ότι πρέπει να υποκύψουμε σε αυτή τη λογική, αλλά αυτό είναι βέβαιο ότι θα μας φέρει και σε μια αντιπαράθεση με τις μεγάλες πλατφόρμες, οι οποίες βγάζουν χρήματα, για να το πούμε πολύ απλά, μέσα από την δική μας προσοχή. Ουσιαστικά εκμεταλλευόμενες την προσοχή μας, κάνοντας ουσιαστικά μια «απαγωγή» της προσοχής μας μέσα από εθιστικές συμπεριφορές τις οποίες όλοι νομίζω ότι έχουμε υποστεί, βγάζουν χρήματα.

Άρα, εδώ υπάρχει ένα μεγαλύτερο ερώτημα: πώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αυτή τη στιγμή κινούνται σε μια διαφορετική λογική από αυτή την οποία περιγράφουμε.

Εγώ θα εστίαζα στις μάχες τις οποίες πρέπει να δώσουμε, στον τρόπο με τον οποίο θα έχουμε εκείνα τα εργαλεία τα οποία έχουν να κάνουν και με την κυβερνοασφάλεια, που να μπορούμε να εντοπίσουμε οργανωμένες επιθέσεις μέσα από παραπληροφόρηση η οποία να προέρχεται από το εξωτερικό. Αυτό είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Επαναλαμβάνω, το έχουμε ήδη δει εμείς αυτό. Στην περίπτωση της μεγάλης έξαρσης και της μεγάλης συναισθηματικής έντασης που δημιουργήθηκε γύρω από την υπόθεση των Τεμπών, είχαν εντοπιστεί ουκ ολίγοι ψεύτικοι λογαριασμοί από το εξωτερικό, οι οποίοι αναπαρήγαγαν εμπρηστικό περιεχόμενο.

Αυτό είναι μια πραγματικότητα. Δεν έρχομαι να πω ότι δεν υπήρχε μια συναισθηματική αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας στο ζήτημα αυτό, προφανώς και υπήρχε. Αλλά ότι το ζήτημα αυτό έτυχε αντικείμενο εκμετάλλευσης μέσα από «στρατιές» λογαριασμών, είναι επίσης αναμφισβήτητο.

Αυτό, ένα οργανωμένο κράτος δεν μπορεί να το αφήνει αδιάφορο. Και δεν νομίζω ότι συνιστά και λογοκρισία καθ’ οποιονδήποτε τρόπο να μπορεί να έχει τα εργαλεία να παρεμβαίνει και να αντιμετωπίζει τέτοιου είδους οργανωμένες υποθέσεις, ειδικά όταν προέρχονται…

Είναι ένα ζήτημα η ανωνυμία και είναι ένα μεγάλο ερώτημα το οποίο πάντα υπήρχε, αν κάποιος έχει το δικαίωμα να γράφει ανώνυμα, και άλλο το ψεύτικο. Όταν εμφανίζονται χρήστες που απλά δεν υπάρχουν, που είναι αποκυήματα των εργαλείων της τεχνητής νοημοσύνης, που μπορούν πολύ γρήγορα να δημιουργούν τέτοια accounts τα οποία να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο και ουσιαστικά να ρίχνουν «κηροζίνη» στη «φωτιά» μιας είδησης.

Αυτό κάνουν αυτοί οι χρήστες, αναπαράγουν με πολύ μεγάλη ταχύτητα περιεχόμενο και το «σερβίρουν» σε όσο το δυνατόν περισσότερους χρήστες. Αυτό δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους, ειδικά όταν ξέρουμε ότι υπάρχουν χώρες οι οποίες αποδεδειγμένα έχουν προσπαθήσει να παρέμβουν σε εκλογικές διαδικασίες, και θα το ξανακάνουν.

Το 2027 είναι μια χρονιά με πάρα πολλές εκλογές στην Ευρώπη, πολύ σημαντικές εκλογές, όχι μόνο στην πατρίδα μας. Άρα, είναι ένα ζήτημα το οποίο εκ των πραγμάτων νομίζω ότι πρέπει να απασχολήσει όλες τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Είναι στοιχειώδες ζήτημα αυτοπροστασίας και θα ήταν παράλογο και παράδοξο να παρουσιαστεί μια τέτοια προσπάθεια ως προσπάθεια λογοκρισίας ή φίμωσης.

Θα έλεγα ότι η δική μας κυβέρνηση έχει επιδείξει πολύ μεγάλη ανοχή στην κριτική, όπως πρέπει να κάνει.

Υπάρχει και κάτι ακόμα: Όταν εκτίθεσαι δημόσια, το επίπεδο της κριτικής που πρέπει να δέχεσαι δεν είναι το ίδιο με αυτό ενός απλού πολίτη. Εγώ δεν έχω κάνει ποτέ αγωγή σε κανέναν τόσα χρόνια και δεν το έχω κάνει συνειδητά, μολονότι έχουν ειπωθεί «τέρατα» για εμένα.

Το ίδιο δεν ισχύει για την οικογένειά μου. Η οικογένειά μου έχει την υποχρέωση να αμυνθεί. Εγώ δεν θα το κάνω. Η οικογένειά μου θα το κάνει, όμως. Γιατί, δυστυχώς, μέρος της στοχοποίησης, πια, είναι και οι οικογένειες, διότι βλέπετε ότι δυστυχώς στην τοξικότητα δεν υπάρχουν όρια.

Άρα, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει νομολογία ότι το «φίλτρο» του πολιτικού πρέπει να είναι πιο αυστηρό. Δεν μπορεί για ψύλλου πήδημα ο πολιτικός να έρχεται και να κυνηγά έναν δημοσιογράφο επειδή είπε τη γνώμη του ή επειδή μπορεί να χρησιμοποίησε έναν λόγο λίγο πιο εριστικό ο οποίος μας ενόχλησε.

Αλλά αυτό πάλι είναι διαφορετικό, γιατί ξέρουμε για ποιον μιλάμε, ξέρουμε ποιον μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και απλά επιλέγουμε να μην αντιδράσουμε νομικά. Αλλά αν θέλαμε να κινηθούμε, ξέρουμε εναντίον ποιανού μπορούμε να κινηθούμε.

Εγώ περιγράφω ένα διαφορετικό φαινόμενο, όπου ουσιαστικά παλεύουμε με μία πραγματικότητα η οποία είναι εικονική, καλά οργανωμένη και με μία παραπληροφόρηση η οποία, όπως είπατε, μπορεί να έχει πολιτικό σκοπό ή και πάρα πολύ συχνά έχει σκοπό απάτες.

Δηλαδή, όλα αυτά τα οποία γίνονται, οι απάτες, οι τραπεζικές απάτες οι οποίες γίνονται, χρησιμοποιούν ακριβώς αυτά τα εργαλεία, με «έξυπνα» μηνύματα τα οποία φαίνονται πειστικά, έτσι ώστε να υποχρεώσουν τους χρήστες με κάποιο τρόπο να δώσουν πληροφορίες, τις οποίες στη συνέχεια θα μπορούν κάποιοι απατεώνες να τις εκμεταλλευτούν.

Άρα, δεν είναι μόνο η πολιτική διάσταση την οποία συζητάμε εδώ, υπάρχει και μία άλλη εξίσου σημαντική διάσταση, που αφορά απατεώνες του κοινού ποινικού δικαίου.

Αναφερόμενος στη διάδοση ψευδών ειδήσεων σχετικά με την τραγωδία των Τεμπών, ο Πρωθυπουργός δήλωσε: Μιας και μιλάμε για τα παραδοσιακά μέσα και για το «ξυλόλιο», ποιοι έδωσαν βήμα σε απίθανους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι σχεδίαζαν βαγόνια τα οποία δεν υπήρχαν, με θεωρίες για μπιτόνια τα οποία τα κουβαλούσαν ή δεν τα κουβαλούσαν; Τα παραδοσιακά μέσα το έκαναν, έτσι δεν είναι;

Οπότε χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτή την διάθεση αυτοκριτικής, η οποία ελπίζω, όμως, να οδηγήσει και σε μια αλλαγή συμπεριφοράς. Ειδικά για τέτοια θέματα τα οποία είναι τόσο ευαίσθητα, τα οποία έχουν τόσο «τραυματίσει» την ελληνική κοινή γνώμη και στα οποία περιμένει κάποιος από το μέσο να βγει και να πει: «Συγγνώμη, αυτά τα οποία λέτε εδώ πέρα δεν βγάζουν νόημα. Δεν έχουν καμία λογική».

Και όμως, το παράλογο και το fake εδώ έγινε κεκτημένο της ελληνικής κοινωνίας, με μια συνολική προσπάθεια παραδοσιακών μέσων και διαδικτύου και την ώσμωσή τους. Γιατί, μην ξεχνάτε ότι πολλές φορές στο διαδίκτυο, το παραδοσιακό μέσο δεν είναι το παραδοσιακό μέσο το οποίο ξέραμε παλιά. Δεν είναι μόνο, κ. Πρετεντέρη, αυτό το οποίο θα πείτε εσείς. Είναι το περιεχόμενο το οποίο θα παράγετε και η αναπαραγωγή η οποία θα γίνει στη συνέχεια από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Άρα, εάν το παραδοσιακό μέσο «μπει στο τρυπάκι» του να κάνει κανείς νούμερα, γιατί αυτό «πουλάει» σήμερα, γιατί η είδηση πρέπει να είναι, όπως είπατε σωστά, αρνητική και να εξιτάρει τα συναισθήματα, τότε ουσιαστικά το μόνο το οποίο κάνουμε είναι να μην υπάρχει κανένα «ανάχωμα» απέναντι σε αυτό το οποίο ούτως ή αλλιώς γίνεται στο διαδίκτυο. Συν όλων των άλλων να τροφοδοτείται και το διαδίκτυο με την «πρώτη ύλη» η οποία θα έρθει και θα ενισχύσει αυτές τις θεωρίες.

Μιλώντας για τις προκλήσεις που εγείρει η τεχνητή νοημοσύνη, ο Πρωθυπουργός επισήμανε: Εγώ να κλείσω με μία πιο αισιόδοξη νότα. Νομίζω ότι το γεγονός ότι αυτή η συζήτηση γίνεται, και γίνεται εκτεταμένα, έχει έναν πολύ ουσιαστικό ενημερωτικό χαρακτήρα.

Πολλοί από εσάς μπορεί να μην γνωρίζουν σήμερα τις πραγματικές, θετικές και αρνητικές, δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης για να κατασκευαστεί ένα ψεύτικο βίντεο και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τη διασπορά ψεύτικων ειδήσεων.

Το γεγονός ότι συζητάμε γι’ αυτό μας κάνει όλους λίγο πιο «ψαγμένους», λίγο πιο υποψιασμένους γι’ αυτά τα οποία βλέπουμε, γι’ αυτά τα οποία διαβάζουμε. Και αν κάτι φαίνεται ακραίο ή παράξενο, εκεί αξίζει δύο φορές να το ψάξουμε και να το διασταυρώσουμε.

Θα διαφωνήσω λίγο μαζί σας, κ. Πρετεντέρη, για τα νέα παιδιά. Νομίζω ότι τα νέα παιδιά, όντας εξοικειωμένα με αυτά τα εργαλεία, έχουν την δυνατότητα πολύ πιο εύκολα να διακρίνουν το ψεύτικο από το πραγματικό.

Εδώ, στο ψεύτικο είμαι πολύ ξεκάθαρος: Αναφέρομαι σε περιεχόμενο το οποίο αποτυπώνει μια ψευδή πραγματικότητα, κάτι το οποίο δεν είναι αλήθεια. Είναι αποτέλεσμα, δηλαδή, της φαντασίας του δημιουργού του, το οποίο μπορεί να είναι εξαιρετικά δημιουργικό -βλέπουμε τέχνη σήμερα με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης-, όταν όμως αυτό γίνεται ένα εργαλείο για να επηρεαστούν απόψεις στον δημόσιο διάλογο, τότε αυτό γίνεται πολύ πιο προβληματικό.

Και μια τελευταία παρατήρηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, είναι ένα άλλης τάξης θέμα το οποίο μας απασχολεί πολύ, και ως προς τις θετικές της επιπτώσεις αλλά και ως προς τις αρνητικές της συνέπειες.

Τεχνητή νοημοσύνη στην εκπαίδευση, αναφερθήκατε σε αυτό, δείτε δύο διαφορετικές πτυχές. Εμείς αυτή τη στιγμή έχουμε κάνει μία σύμπραξη με μία μεγάλη εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης για να βοηθήσουμε τους καθηγητές και τους δασκάλους στον περιορισμό της γραφειοκρατικής, υποστηρικτικής δουλειάς τους, ώστε να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην τάξη. Αυτό θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η θετική πλευρά της τεχνητής νοημοσύνης.

Θετική πλευρά της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση θα μπορούσε να είναι ένα ψηφιακό φροντιστήριο το οποίο να είναι πιο καλά προγραμματισμένο για τις ανάγκες του κάθε μαθητή, ώστε να τον βοηθάει εξατομικευμένα, ανάλογα με τις ανάγκες του.

Η αρνητική πλευρά είναι ακριβώς αυτό το οποίο αναφέρατε: το γεγονός ότι είναι πάρα πολύ μεγάλος ο πειρασμός να σταματήσουμε να γράφουμε και να εκχωρήσουμε τη διαδικασία της δουλειάς η οποία πρέπει να γίνει στην τεχνητή νοημοσύνη.

Υπάρχουν, όμως, και οι αυτοάμυνες. Θα επιστρέψουμε πολύ περισσότερο στα χειρόγραφα, θα επιστρέψουμε στις προφορικές εξετάσεις, στη φυσική παρουσία του μαθητή. Οι εργασίες θα αποκτούν, πια, στα πανεπιστήμια λιγότερη σημασία. Διότι το πιο εύκολο είναι να σου γράψει μια εργασία ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης. Το να έρθεις, όμως, σε μια προφορική εξέταση ή να γράψεις χειρόγραφα την απάντηση σου σε εξετάσεις, εκεί η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα σου είναι τόσο χρήσιμη.

Οπότε, αυτή η συζήτηση γύρω από τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της τεχνητής νοημοσύνης είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Και βέβαια, πρέπει να ξέρουμε ότι και ως προς την αξιοπιστία των μέσων, ας φανταστούμε ένα περιβάλλον -δεν απέχουμε πάρα πολύ από αυτό- όπου πια οι ερωτήσεις για την ενημέρωση θα γίνονται στα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία θα εκφέρουν και άποψη. Και αυτή η άποψη, κανείς μας δεν ξέρει η αλγοριθμική τους σύνθεση τι θα λέει. Όταν θα ρωτήσουν, ας πούμε, «ο κ. Πρετεντέρης είναι καλός δημοσιογράφος;», τι θα απαντήσει το εργαλείο της τεχνητής νοημοσύνης εκεί;

Και πώς μπορούμε εμείς να εξασφαλίσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο τα μοντέλα αυτά είναι στημένα, ότι αυτό το οποίο θα είναι προϊόν ουσιαστικά συλλογικής γνώσης, διότι η τεχνητή νοημοσύνη «ρουφάει» πάρα πολλά δεδομένα, θα είναι έτσι σταθμισμένο που με κάποιο τρόπο να είναι μια δίκαιη ή σταθμισμένη αναπαραγωγή της πρώτης ύλης πάνω στην οποία «έχτισε» την απάντηση της.

Συγγνώμη αν γίνομαι λίγο τεχνικός, αλλά τα θέματα αυτά νομίζω ότι θα μας απασχολήσουν πάρα πολύ τα επόμενα χρόνια.

Ερωτηθείς για ρυθμιστικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης, ειδικά σε ό,τι αφορά την πρόσβαση ανηλίκων σε βλαβερό περιεχόμενο στο διαδίκτυο, ο Πρωθυπουργός απάντησε: Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση έχει κάνει μια πολύ σοβαρή προσπάθεια να βάλει τάξη σε ένα χαοτικό πεδίο, των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Μίλησε γι’ αυτά ο Υφυπουργός. Νομίζω ότι αυτή είναι συνολικά μια προσπάθεια η οποία είναι καλοδεχούμενη.

Και το γεγονός, ας πούμε, ότι υπάρχει μια ενίσχυση στα περιφερειακά μέσα. Τα περιφερειακά μέσα μπορεί να φαίνονται σε κάποιους αναχρονιστικά, αλλά να έχουν μία εξαιρετικά μεγάλη αξιοπιστία, διότι είναι πιο κοντά στο τοπικό πρόβλημα, στην τοπική πηγή, και να έχουν μία μεγαλύτερη αξιοπιστία από ένα πιο «απρόσωπο» μέσο το οποίο μπορεί να μην γνωρίζει τόσο τα τοπικά ζητήματα.

Από εκεί και πέρα, αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι η κυβέρνηση πολύ σύντομα θα ανακοινώσει τις οριστικές της αποφάσεις για τον περιορισμό πρόσβασης σε συγκεκριμένες πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε παιδιά κάτω των 15 ετών.

Αλλά θέλουμε να είμαστε απολύτως σίγουροι ότι αυτό το οποίο θα ανακοινώσουμε θα είναι εφαρμόσιμο και δεν θα «σκοντάφτει» πάνω σε ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, συγκεκριμένα στην Οδηγία για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, την DSA. Οπότε αναμείνετε στο ακουστικό σας, πολύ σύντομα, πιστεύω εντός του μήνα, θα υπάρχουν σημαντικές ανακοινώσεις για το ζήτημα αυτό.

Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr