Η πρωταγωνίστρια του μουσικού θεατρικού «1961» μιλά για το έργο-φόρο τιμής στη θρυλική δεκαετία και μας καλεί να μπούμε στο ζωντανό όνειρο που δημιουργούν οι συντελεστές επί σκηνής
Το έργο «1961» είναι μία πράξη μουσικού θεάτρου που πηγαίνει στις 24 και 25 Ιουλίου στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου, αλλά στην ουσία είναι μια φορητή παράσταση με ιδανική σκηνή, υπαίθριους χώρους κτιρίων, αυλές, στέγαστρα και την κεντρική ιδέα να περιπλέκεται με τη «μοντέρνα» αρχιτεκτονική των 60s.
Tο έργο xτίζεται από μια σειρά ηχητικών και γλωσσικών χειρονομιών που συμπλέκουν κείμενα και μουσικά αποσπάσματα της εποχής μέσα σε μια νέα μουσική κατασκευή που γεννήθηκε από τον ύπνο των δημιουργών στα ερείπια που τους κληροδοτήθηκαν. Λίγα φορητά φώτα, μία φορητή ηχητική εγκατάσταση, και το θέαμα προσομοιάζει με το γύρισμα μιας κινηματογραφικής ταινίας όπως το βλέπουμε σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες.
Οι μουσικοί σχηματίζουν έναν κύκλο που στο κέντρο του στέκει ένα πρόσωπο, μια γυναίκα, και λέει την ιστορία της. Είναι η ζωή της και μαζί ο καιρός της. Το νέο κορίτσι έξω από τον κύκλο που άλλοτε τραγουδάει ή μένει σιωπηλό είναι η Μαρία Αρζόγλου.
GALA: Απέχεις από την τηλεόραση έχοντας στραφεί στον κινηματογράφο και στο θέατρο. Πώς σε έχει ανταμείψει αυτή η επιλογή; ΜΑΡΙΑ ΑΡΖΟΓΛΟΥ: Οπως και στο θέατρο και στον κινηματογράφο, επιλέγω πάντα δουλειές οι οποίες με αφορούν υπαρξιακά, δηλαδή που η ανταμοιβή τους είναι να γίνομαι τελικά καλύτερος άνθρωπος. Πράγματα τα οποία με διαμορφώνουν και με χαράζουν. Με τον τρόπο που μπαίνω στα πράγματα, όσο πιο ολόκληρα μπορώ, τα αφήνω να καθορίσουν το ποια είμαι τελικά. Και αυτό το λέω μόνο εκ των υστέρων, από μία παρατήρηση που κι εμένα εκπλήσσει κάθε φορά από το πόσο με διαμορφώνουν. Δεν πιστεύω καθόλου ότι έχω τον χαρακτήρα μου και αυτό που κάνω είναι ένα ξεχωριστό πράγμα από εμένα. Αντιθέτως, προσπαθώ να χαραχθώ από τα πράγματα που πιστεύω, τα οποία θα μου δώσουν κάτι πίσω που δεν μετριέται, που μένει στον χρόνο. Σαν αυτή να είναι η προίκα μου. Κι αυτά τα πράγματα είναι εντελώς μυστικά και ιδιωτικά, αυτά που θα κουβαλήσω έως το τέλος. Τώρα πρακτικά αυτό βέβαια δεν μπορεί να με συντηρήσει ούτε στο ελάχιστο, οπότε η τηλεόραση δεν είναι κάτι που αποκλείω, καθόλου, και βέβαια μπορούν να γίνουν σπουδαία πράγματα στην τηλεόραση. Αν προκύψει κάτι που να με αφορά, θα το κάνω με χαρά.
G.: Συνεργάζεσαι χρόνια με τον Χάρη Φραγκούλη που σκηνοθετεί το έργο. Είσαι ολοκληρωτικά δοσμένη σε αυτήν την ομάδα; M.A.: Είναι οι άνθρωποί μου. Μου άνοιξε σαν να λέμε «η κουρτίνα» και δεν υπάρχει κάτι άλλο να με γεμίζει και να με αδειάζει έτσι. Σαν να μπαίνω στη Νάρνια. Δεν χορταίνω, διψάω τόσο πολύ για καθετί. Και για τη ζωή την ίδια. Θέλω να περάσω τη ζωή μου έτσι, δεν θα ήθελα να αλλάξει κάτι. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει το να συνεργαστώ με άλλους ανθρώπους, ίσα-ίσα που το θέλω πάρα πολύ. Απλώς η βάση μου είναι αυτοί οι άνθρωποι. Το πιο σημαντικό, όμως, το πιο δύσκολο, είναι να μένει κανείς. Σε όλες τις σχέσεις. Από τις προσωπικές μέχρι τις επαγγελματικές. Οταν μένεις και επιμένεις, από εκεί και πέρα έρχονται θεία δώρα. Εκπλήσσεσαι συνεχώς.
G.: Πώς επιδρά στον ηθοποιό η ζωντανή μουσική επί σκηνής; Πώς χρησιμοποιείς τη δική σου φωνή στο έργο; M.A.: Η παράσταση «1961» είναι ένα τραγούδι. Eχουμε έξι μουσικούς κι εμείς ως ηθοποιοί καλούμαστε να μην ξεχωρίζουμε από αυτό το ηχητικό σύνολο, είμαστε ένα.
Η σύνθεση της μουσικής έχει γραφτεί έτσι ώστε να μας αφορά ο κάθε ήχος, η κάθε λέξη. Σκηνοθετικά όλο είναι μια σύνθεση που δεν είναι ξέχωρη από τη μουσική, όλα μαζί φτιάχνουν τον κόσμο του «1961». Σαν να μπορούμε να μπούμε σε μια άλλη διάσταση - και όχι με τη ρεαλιστική έννοια, αλλά με τη διάσταση του ονείρου. Είναι μία πραγματική ιστορία για τη θεία του Κορνήλιου, την Αριστέα. Και συνεργάστηκαν τρεις δημιουργοί, ο Γιάννης Αστερής που έγραψε αυτό το υπέροχο λιμπρέτο, αυτό το ποίημα, μαζί με τον Κορνήλιο Σελαμσή που έχει δημιουργήσει αυτόν τον τόπο τόσο συγκεκριμένα που λες ότι υπάρχει, και τον Χάρη Φραγκούλη που έχει χτίσει από την αρχή αυτό το όνειρο όπου μεταφερόμαστε. Δεν τα δούλεψαν ξεχωριστά ο καθένας, από την αρχή ζυμώθηκαν όλα αυτά τα υλικά μαζί. Εμείς στην πραγματικότητα καλούμαστε απλώς να μπούμε σε αυτόν τον κόσμο, σαν να ακούμε τι λένε οι νεκροί, σαν να καλούμε πνεύματα. Σαν να μην υποκρινόμαστε τίποτα, αλλά να παίζουμε κι εμείς με αυτά τα υλικά που μας έχουν δοθεί ως δώρα. Είτε είναι μία νότα, είτε ένα μαντίλι, μια λέξη, μια χορδή.
G.: Ηταν ουτοπική η εποχή των 60s; Η επανάσταση για ενηλικίωση που τότε θεωρείτο απελευθερωτική τελικά καθόρισε τη μετέπειτα εποχή εξαντλώντας πολλών ειδών πόρους. Πιστεύεις ότι αυτή την επανάσταση την πληρώνει η τωρινή γενιά; M.A.: Από αφηγήσεις κυρίως και από μία αίσθηση που έχω για τότε, νομίζω πως σε εκείνη τη δεκαετία μπήκε ο σπόρος αυτού που ζούμε σήμερα - οι άνθρωποι είχαν ακόμα προσωπικό και ελεύθερο χρόνο, αλλά προσπάθησαν να γλιτώσουν χρόνο. Φτιάχτηκαν πολυκατοικίες, η έγχρωμη τηλεόραση, ο σπόρος αυτού του μη κόπου που πλέον έχει φτάσει σε υπαρξιακό μονόδρομο.
G.: Και γιατί σήμερα αντλούμε τόση έμπνευση από τα 60s; M.A.: Νομίζω πως η έμπνευση καλλιτεχνικά ήταν άπιαστη, ότι οι άνθρωποι είχαν ακόμα το βίωμα του χρόνου και όχι την αποφυγή του ή το αίσθημα ότι δεν προλαβαίνουν όπως σήμερα. Ενιωθαν την αλλαγή που έρχεται και ο καθένας έκανε κάτι που έβγαινε σε μορφή λόγω αυτού - είτε ήταν ένα φαγητό από τις νοικοκυρές του σπιτιού, είτε ένα ποίημα, ένα τραγούδι, τα ρούχα τους, η άρθρωση των λέξεων, είχαν την εποχή μέσα. Ακόμη υπήρχαν ονόματα που σήμερα μας ακούγονται ξένα ή και ανύπαρκτα. Αυτά όλα πέθαναν, αλλά υπάρχουν.
G.: Τι εύχεσαι για τον κόσμο σήμερα; Αξίζει να φέρνουμε παιδιά σε αυτόν τον κόσμο; M.A.: Το αν αξίζει να φέρνουμε παιδιά δεν μπορώ να το κρίνω - να αξίζει σε σχέση με τι; Εννοώ, τι αξίζει τον κόπο; Ο κόσμος έχει πάρει τον δρόμο του - κι αυτό δεν το λέω απαισιόδοξα. Το μόνο που πιστεύω απόλυτα είναι ότι ατομικά ο καθένας μπορεί να βάλει το λιθαράκι του στο να ξεφύγει από τον δρόμο που του υποδεικνύουν τα πράγματα σήμερα. Αρα να δυσκολευτεί. Και με αυτή τη δυσκολία σε έναν κόσμο που δουλεύει με μανία προς την ευκολία και τον μη κόπο ως ανώτατη επιθυμία του, από αυτού του είδους την αντίσταση μπορεί κάποιος να κάνει κάτι. Πάντως στα παιδιά βασίζεται το πώς θα είναι ο κόσμος. Πιστεύω πάρα πολύ στα παιδιά και στο πώς μπορούν να συνεχίσουν. Αρκεί βέβαια να τους δώσουμε τα κατάλληλα δώρα. Είναι μιμητικά όντα, δεν μπορείς να τους λες κάτι ενώ κάνεις το αντίθετο. Τα παιδιά είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματική ζωή, οι ενήλικες δεν είναι. Πρέπει να βλέπουμε πίσω και όχι μπροστά ◆