Νικόλας Δημητρόπουλος: Η Ελλάδα φοβάται «τι θα πει ο κόσμος»

Η νέα του δουλειά «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος», είναι μια γλυκόπικρη ταινία για τη μητρότητα, τα κοινωνικά «πρέπει» και την ελληνική οικογένεια. Ο ίδιος μάς μίλησε για το σινεμά, την πατρότητα και όσους προσπαθούν να χωρέσουν σε έναν κόσμο που διαρκώς τους κοιτάζει

Ο Νικόλας Δημητρόπουλος δεν έχει το προφίλ του σκηνοθέτη που μιλάει με βαρύγδουπες κινηματογραφικές θεωρίες. Ισως επειδή μεγάλωσε αλλού. Γεννήθηκε στην Ελλάδα, αλλά έφυγε τριών μηνών για Ολλανδία και μετά για Αγγλία, ακολουθώντας τους γονείς του που δούλευαν στην Εθνική Τράπεζα. Ουσιαστικά, όπως λέει, «μεγάλωσα στην Αγγλία».

Αυτή η βρετανική πλευρά του φαίνεται παντού: στο χιούμορ, στην αμηχανία του απέναντι στο δράμα, στην ανάγκη να υπάρχει πάντα μια ειρωνική χαραμάδα φωτός ακόμα και στις πιο βαριές ιστορίες. «Η ζωή έτσι είναι. Εχει αστείες και τραγικές στιγμές, αβάσταχτες σιωπές. Προσπάθησα να τα βάλω όλα αυτά στην ταινία». Το «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος», που προβλήθηκε πρόσφατα στο Los Angeles Greek Film Festival και συνεχίζει να προβάλλεται στην Ελλάδα, γεννήθηκε σχεδόν από αντίδραση.



Μετά την ταινία «Καλάβρυτα 1943», που βασιζόταν σε ξένο σενάριο, ο ίδιος είχε γράψει τη «Σκιά στο βουνό», αλλά η χρηματοδότηση δεν ήρθε ποτέ. Κάπου εκεί, μέσα σε εκείνη την απογοήτευση που γνωρίζει καλά όποιος δουλεύει στον ελληνικό κινηματογράφο, αποφάσισε να γράψει κάτι μικρότερο, πιο άμεσο, πιο δικό του.
Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Μαρία Αποστολακέα

«Μου τη βάρεσε λίγο», λέει γελώντας. «Ηξερα ότι είχαμε διαθέσιμο ένα σπίτι στο Ζούμπερι από έναν φίλο και σκέφτηκα “πάμε να το κάνουμε τζάμπα φίλοι και γνωστοί”». Τελικά βρέθηκαν κάποια χρήματα από το μικρο-budget πρόγραμμα του ΕΚΚΟΜΕΔ και η ταινία έγινε. Αλλά η αρχική πρόθεση έμεινε ίδια: μια ανθρώπινη ιστορία χωρίς φτιασίδια. Το σενάριο γράφτηκε πάνω στη Μαρία Αποστολακέα, πρωταγωνίστρια της ταινίας και στενή του φίλη. Οχι αυτοβιογραφικά, αλλά μέσα από συζητήσεις που έκαναν για τη μητρότητα, τα σαράντα, το αν μια γυναίκα θέλει ή δεν θέλει παιδί, τις κοινωνικές πιέσεις που έρχονται μαζί με την ηλικία. «Ηθελα να μιλήσω για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να αποφασίζει τι κάνει με το σώμα και με τη ζωή του. Και οι άντρες έχουμε μια τάση να λέμε στις γυναίκες τι να κάνουν».
Η ταινία του Νικόλα Δημητρόπουλου «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος» θα προβληθεί στον θερινό κινηματογράφο «Κάρμεν» (Παπαδά 40, Αθήνα) τη Δευτέρα 8\6, στις 20:50. Πρωταγωνιστούν οι Μαρία Αποστολακέα, Μαντώ Γιαννίκου, Ακύλλας Καραζήσης

Μολονότι η ταινία μοιάζει βαθιά γυναικεία, αποφεύγει να τη χαρακτηρίσει «φεμινιστική»: «Το βλέπω περισσότερο ως ανθρώπινο δικαίωμα». Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι τον ενδιαφέρει η μετατόπιση των ρόλων, το πώς οι γυναίκες διεκδικούν περισσότερο χώρο, περισσότερη δύναμη, περισσότερη αυτονομία και το πώς κάποιοι άντρες αντιδρούν σχεδόν πανικόβλητοι απέναντι σε αυτό. «Βλέπεις άντρες που έχουν χάσει λίγο την μπάλα. Και αντί να κοιτάξουν τον εαυτό τους, τα ρίχνουν όλα στις γυναίκες. Οπως κάποιοι τα ρίχνουν στους μετανάστες όλα».

Ο τίτλος της ταινίας δεν είναι δικός του. Είναι μια φράση που έλεγε η γιαγιά της Μαρίας Αποστολακέα: «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος!». Και κάπως μέσα σε αυτή τη μία πρόταση κρύβεται σχεδόν ολόκληρη η ελληνική κοινωνία. «Μου άρεσε γιατί βγάζει όλη αυτή την πίεση του “να είμαστε σωστοί”, να μην πει κανείς τίποτα, να μην εκτεθούμε. Στην Ελλάδα φοβόμαστε πάρα πολύ ακόμα το “τι θα πει ο άλλος”. Το ωραίο στην Ελλάδα βέβαια είναι ότι υπάρχει ακόμα οικογένεια. Αλλά μαζί με αυτό υπάρχει και η γειτονιά, η θεία, ο γείτονας, το “μη σε δουν”. Και πολλά “πρέπει”».

Η ταινία του κινείται ακριβώς σε αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην τρυφερότητα της οικογένειας και στην ασφυξία της. Οταν τον ρωτάς ποια ελληνικά θέματα δεν έχουμε αγγίξει πραγματικά στο σινεμά, δεν μιλά για trendy κοινωνικά debates. «Είμαι λίγο του underdog», λέει χαρακτηριστικά, νοιάζεται περισσότερο γι’ αυτούς που βρίσκονται λίγο στο περιθώριο. Μιλά για τον Εμφύλιο, την Εκκλησία, για τον τρόπο που η Ελλάδα αποφεύγει συστηματικά να κοιτάξει τα δύσκολα κομμάτια της ιστορίας της. «Το εύκολο για μας είναι να λέμε πόσο γαμάτη ήταν η αρχαία Ελλάδα, αλλά δεν συζητάμε ουσιαστικά για τον Εμφύλιο. Δεν κοιτάμε το τραύμα». Αναφέρει τον Λάνθιμο και τον «Κυνόδοντα» ως μια σπάνια στιγμή όπου ο ελληνικός κινηματογράφος κοίταξε την ελληνική οικογένεια με ένα άλλο, πιο άβολο βλέμμα, και καταλαβαίνεις ότι ανήκει σε εκείνη τη γενιά δημιουργών που δεν ενδιαφέρεται τόσο να φτιάξει «μεγάλες ελληνικές ταινίες», αλλά να βρει έναν τρόπο να μιλήσει ειλικρινά για τους ανθρώπους.

Ξέρει πολύ καλά ότι το σινεμά σήμερα δέχεται χτυπήματα από παντού: streaming, οικονομική πίεση, ακριβό εισιτήριο, αλλαγή συνηθειών. «Μια έξοδος στο σινεμά πλέον είναι ακριβή. Ειδικά αν έχεις οικογένεια», λέει. Ονειρεύεται ένα πιο ανοιχτό μοντέλο, σαν τη Γαλλία, όπου με μια μηνιαία κάρτα θα μπορείς να βλέπεις όσες ταινίες θέλεις. Κυρίως, θέλει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τον ελληνικό κινηματογράφο ως κάτι μίζερο. «Πρέπει κι εμείς να σταματήσουμε να κάνουμε μόνο βαριές ταινίες. Οι κομεντί, όμως, που βγαίνουν πολλές φορές μοιάζουν τηλεοπτικές. Δεν έχουμε βρει ακόμα μια πραγματικά κινηματογραφική ελληνική pop κομεντί».

Ο Δημητρόπουλος έχει μια ωραία ιδιότητα: δεν φοβάται να παραδεχτεί τι αγαπά. Μπορεί να μιλά για τον Μάικλ Κράιτον και τις παράνομες αμβλώσεις στην Αμερική του ’60 και αμέσως μετά να αποθεώνει τον Σάκη Ρουβά με την ίδια σοβαρότητα. Η πρώτη του μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία στην Ελλάδα ήρθε μέσα από το «Alter Ego» (2007), αφού ο ίδιος ήταν αρχικά να βοηθήσει μόνο στο σενάριο, αλλά τελικά βρέθηκε να σκηνοθετεί την ταινία όταν άλλαξε ο αρχικός σκηνοθέτης. Και όχι, δεν απολογείται γι’ αυτό. «Ο Ρουβάς είναι τρομερά ταλαντούχος. Δεν γίνεται να κρατιέσαι τόσα χρόνια μόνο από τύχη. Θυμάμαι ακόμα αυτή την ενέργεια που είχε. Πεταγόταν μέσα από τη σκηνή και έλεγες “από πού το βρίσκει αυτό;”».

Οσο μεγαλώνει, λέει, προσπαθεί να μην είναι «τόσο ξινός». Να μην απορρίπτει εύκολα ανθρώπους ή πράγματα μόνο και μόνο επειδή θεωρούνται mainstream. Και ίσως αυτή η γενναιοδωρία να εξηγεί γιατί οι ταινίες του, ακόμα κι όταν αγγίζουν δύσκολα θέματα, δεν γίνονται ποτέ κυνικές. Το ίδιο φαίνεται και όταν μιλά για την πατρότητα. Είναι χωρισμένος, αλλά περιγράφει την οικογένειά του σαν «λίγο Σουηδία». Υπάρχει WhatsApp group που το παιδί του έχει ονομάσει «Weirdo Family» και μέσα είναι όλοι: η πρώην γυναίκα του, ο νέος της σύντροφος, οι παππούδες. Το λέει γελώντας, αλλά υπάρχει κάτι βαθιά τρυφερό εκεί. Πιστεύει ότι οι μπαμπάδες σήμερα είναι πιο ανοιχτοί, πιο παρόντες, πιο συναισθηματικά διαθέσιμοι. Και ενοχλείται από την ιδέα ότι ο πατέρας παραμένει συχνά «δευτερεύων» γονιός κοινωνικά. «Μας έχουν βάλει σε ένα κουτάκι, η μάνα είναι πάντα ο κεντρικός γονιός. Μπορεί να μην κουβαλάμε το παιδί εννιά μήνες, αλλά τα αγαπάμε τα παιδιά μας», λέει σχεδόν απολογητικά.


Ο Νικόλας Δημητρόπουλος σκηνοθετεί χωρίς να προσπαθεί να αποδείξει κάτι. Δεν κάνει «στρατευμένο» σινεμά, αλλά βαθιά ανθρώπινο. Δεν τον ενδιαφέρει η καταγγελία όσο η κατανόηση. Δεν θέλει να φτιάξει ήρωες, θέλει να κοιτάξει ανθρώπους τη στιγμή που προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είναι. Το «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος» μοιάζει τελικά ακριβώς σαν τον δημιουργό του: λίγο αστείο, λίγο μελαγχολικό, πολιτικό χωρίς να φωνάζει, τρυφερό χωρίς να γίνεται γλυκανάλατο. Μια ταινία που καταλαβαίνει πως μεγαλώνοντας κουβαλάμε όλοι μέσα μας έναν μικρό φόβο για το βλέμμα των άλλων και μια κρυφή επιθυμία να σταματήσουμε επιτέλους να ζούμε σύμφωνα με αυτό ◆
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr