Ηθοποιός και σκηνοθέτις, με σημαντικές συνεργασίες στο θέατρο και την τηλεόραση, είναι πάνω απ’ όλα ένα κορίτσι με όραμα, όνειρα και κέφι για ζωή. Ισως αυτό είναι και το μυστικό της
Από τον Πύργο Ηλείας μέχρι την Αθήνα, η απόσταση είναι 299 χλμ. Η Νάνσυ Μπούκλη τη διένυσε με όχημα το όνειρό της να αφηγείται ιστορίες στον κινηματογράφο. Αυτό το όνειρο δεν το έχει κάνει ακόμα πραγματικότητα, αλλά δεν την πειράζει και τόσο. Είναι ευχαριστημένη που μπορεί να αφηγείται τις ιστορίες της στο θέατρο -όπου διαπρέπει και ως σκηνοθέτις- και στην τηλεόραση. Μία ιστορία αφηγείται και σε μένα στη διάρκεια της συνέντευξής μας με αφορμή τους ρόλους της στη σειρά «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι» του ALPHA και στην παράσταση «Ο Γλάρος» που ανεβαίνει προσεχώς στο θέατρο Χώρος «ΦΙΑΤ»: τη δική της. Που όμως ακόμα γράφεται. Με κόπους, προσπάθειες, επιτυχίες και κυρίως τη θέληση να μην το βάζει ποτέ κάτω.
GALA: Ας ξεκινήσουμε με την κλισέ ερώτηση: γιατί έγινες ηθοποιός; ΝΑΝΣΥ ΜΠΟΥΚΛΗ: Το ήθελα πολύ από το σχολείο. Η αλήθεια είναι ότι τώρα τελευταία μπήκα στη διαδικασία να κατανοήσω καλύτερα τους λόγους. Δεν ήταν μόνο τρόπος έκφρασης. Είχε να κάνει και με το ότι μου άρεσε να λέω ιστορίες - όχι στην παρέα, γιατί ήμουν πολύ ντροπαλή. Μου άρεσε να λέω ποιήματα και να δημιουργώ με τα λόγια μου εικόνες που ήλπιζα ότι θα μπορούσαν να δουν και εκείνοι που με άκουγαν. Νομίζω ότι αυτό ήταν που με έσωσε από τη ζωή της επαρχίας όπου δεν υπήρχαν πολλά πράγματα να κάνεις: ταξίδευα με τις ταινίες και τα βιβλία και έφτιαχνα κόσμους, τους οποίους ήθελα μετά να μεταδώσω και στους άλλους.
G.: Αλλαξε ο τρόπος που βλέπεις τα πράγματα; Ν.ΜΠ.: Οχι, παραμένει ο ίδιος. Γι’ αυτό κάνω αυτή τη δουλειά. Θέλω να δικαιώνω τον χαρακτήρα που υποδύομαι και να σε κάνω να ταυτίζεσαι μαζί του. Μου αρέσει που έρχεται τώρα κόσμος και μου λέει: «Κορίτσι μου, τι τραβάς». Αυτό για μένα σημαίνει ότι κάνουμε μια σειρά που έχει πετύχει.
Φόρεμα και γόβες, Dimitris Petrou
G.: Τι τραβάει λοιπόν η Ιουλία στο «Σπίτι δίπλα στο ποτάμι»; Ν.ΜΠ.: Τα χίλια ζόρια. (γελάει) Μου αρέσει όμως που είναι τόσο πιστή και ξέρει ότι εκείνη είναι γι’ αυτόν τον άνθρωπο και ότι αυτός είναι για εκείνη. Η αγάπη τους δεν πτοείται από τίποτα.
G.: Τι κοινά έχεις μαζί της; Ν.ΜΠ.: Εχω κι εγώ αυτή την αγάπη απέναντι στους άλλους και την επιθυμία να μην τους κρίνω, αλλά να τους δίνω χώρο. Μου έχει συμβεί φυσικά να βρεθώ και με ανθρώπους που δεν ταιριάξαμε και τους άφησα πίσω - και η Ιουλία το κάνει αυτό και μου αρέσει. Ενα άλλο κοινό μας είναι η αίσθηση της δικαιοσύνης και το ότι δεν πιστεύουμε στις κοινωνικές ή όποιες άλλες διακρίσεις. Για μένα δεν υπάρχουν ούτε χρώματα ούτε φυλές, ούτε φύλα, ούτε κοιτάζω τους ανθρώπους στην τσέπη. Το ίδιο και η Ιουλία. Και νομίζω ότι αυτό συμβαίνει ακριβώς λόγω της αγάπης της - αγαπάει όλο τον κόσμο γιατί μέσα του ζει και εκείνος. (γελάει) Η Ιουλία είναι και ρομαντική, είναι και λίγο Εριν Μπρόκοβιτς. Θα έλεγα ότι αυτός ο ρόλος ήταν και λίγο typecast.
G.: Πώς ήταν η χημεία μεταξύ των ηθοποιών που υποδύεστε τις πέντε αδερφές; Ν.ΜΠ.: Δεν είχαμε πολλές κοινές σκηνές όλες μαζί, τις περισσότερες τις είχα με την Εβελυν Ασουάντ που υποδύεται την Ασπασία. Είναι εκπληκτική ηθοποιός, έχει απίστευτη φωνή και κυριολεκτικά τη λατρεύω. Με τα άλλα κορίτσια συναντηθήκαμε λίγες φορές στα γυρίσματα, στις σκηνές με τα φλας μπακ, αλλά κάθε φορά συνέβαινε κάτι μαγικό: σαν ό,τι έλειπε από τη μία να συμπληρωνόταν από την άλλη. Νομίζω ότι αυτό που καταφέραμε να δώσουμε είναι μια παλέτα που δεν προσδιορίζεται ούτε χρονικά ούτε τοπικά. Νιώθω πολύ περήφανη γι’ αυτή τη δουλειά. Ηταν μια ευτυχής συγκυρία απ’ όλες τις απόψεις.
G.: Τηλεόραση κάνεις επειδή σου αρέσει ή για βιοποριστικούς λόγους; Ν.ΜΠ.: Μου αρέσει πολύ και είχα την τύχη να βρεθώ σε πολύ προσεγμένες δουλειές.
G.: Πώς ένιωσες την πρώτη φορά που σε είδες στην οθόνη; Ν.ΜΠ.: Είπα «εγώ είμαι αυτό, Παναγία μου; Θέλω πολλή δουλειά». Ηταν το 2018, στον «Πρίγκιπα της φωτιάς», που ήταν καθημερινή σειρά, οπότε τα πράγματα πήγαιναν πολύ γρήγορα. Νομίζω ότι εκεί έμαθα αυτή τη δουλειά και σκληραγωγήθηκα. Ημουν «ψάρι» ακόμα, κι ας είχα κάνει θέατρο. Στην τηλεόραση ήταν να σαν να άρχιζα από το μηδέν. Το σημαντικότερο που μου έμαθε ήταν να πάψω να κρίνω αυστηρά τον εαυτό μου όπως έκανα στο θέατρο, να είμαι πιο ελαστική με τα λάθη μου. Οπότε σταδιακά χαλάρωσα και άρχισα να νιώθω ότι έχω μεγαλύτερη άνεση και αμεσότητα μπροστά στον φακό.
Τοπ και φούστα, Dimitris Petrou
G.: Κινηματογράφο έχεις κάνει; Ν.ΜΠ.: Οχι, αν και αυτό που ευχόμουν πάντα ήταν να κάνω ταινίες στο σινεμά. Δεν μου έχει συμβεί ακόμα, όμως δεν παραπονιέμαι, ο καθένας παίρνει τον δρόμο του - κι εγώ έχω πάρει τον δικό μου. Το σινεμά το λατρεύω, με αυτό μεγάλωσα, από αυτό εμπνέομαι, η προεργασία που κάνω για κάθε ρόλο είναι σε σχέση με τις ταινίες που έχω δει. Για την Ιουλία, για παράδειγμα, είχα πάρει ιδέες από το «The Marvelous Mrs. Maisel», μια σειρά που δεν γνωρίζει σχεδόν κανείς. Η ηρωίδα είναι μια Αμερικανίδα στα 50s που κάνει stand-up comedy και έχει μια σπιρτάδα που ένιωσα ότι μπορούσα να κλέψω για τον χαρακτήρα μου.
G.: Η σκηνοθεσία πώς προέκυψε; Ν.ΜΠ.: Καταρχάς για να γίνω σκηνοθέτις στο σινεμά ξεκίνησα, γιατί ντρεπόμουν να πω ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός. Ημουν πολύ συνεσταλμένη, δεν πίστευα ότι θα μπορούσα ποτέ να το κάνω αυτό ως δουλειά. Μια εποχή λοιπόν που παρακολουθούσα ένα εργαστήρι κινηματογράφου, στο οποίο είχα μάθει να κάνω από μοντάζ και ντεκουπάζ μέχρι στόριμπορντ, μου πρότειναν να παίξω στο πρότζεκτ που ετοιμάζαμε, γιατί γνώριζαν την κρυφή μου επιθυμία. Ετσι τελικά προχώρησα στην υποκριτική και κράτησα τη σκηνοθεσία για το θέατρο.
G.: Ούσα συνεσταλμένη, λοιπόν, πώς ένιωσες όταν ανέβηκες πρώτη φορά στη σκηνή μπροστά σε κόσμο; Ν.ΜΠ.: Τι να σου πω, τέλεια ένιωσα. Πάνω στη σκηνή όλα είναι ωραία, πριν ανέβω είναι τα δύσκολα. (γελάει) Νιώθω μεγαλύτερη ελευθερία και πλέον στα 38 μου, έχοντας δουλέψει 15 χρόνια, δεν έχω κανένα άγχος αν θα με κρίνουν. Αφενός αυτή είναι η δουλειά μου, ζω από αυτό, αφετέρου δεν έχω να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. Σε μια παράσταση μπορεί να αρέσω, σε μια άλλη μπορεί όχι. Οποιος θέλει ας με κρίνει - κι εγώ κρίνω, άνθρωποι είμαστε.
G.: Είσαι τόσο χαλαρή και φιλοσοφημένη όσο ακούγεσαι; Ν.ΜΠ.: Το προσπαθώ και κάπως το έχω καταφέρει μετά από δέκα χρόνια ψυχοθεραπείας. Αν με ρωτούσες πριν από πέντε χρόνια, μπορεί να σου έλεγα κάτι άλλο. Αυτό που μου έκανε η ψυχοθεραπεία ήταν να με βοηθήσει να ηρεμήσω και να μάθω να αποδέχομαι όλα μου τα συναισθήματα. Μαθαίνω να ζω στο παρόν, να μη συγκρίνομαι με άλλους ανθρώπους, αλλά μόνο με τον εαυτό μου στις διάφορες φάσεις της ζωής μου. Και κυρίως να νιώθω ευγνωμοσύνη που αυτό το κορίτσι από τον Πύργο κατάφερε τελικά να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να ευχαριστιέται αυτό που ζει.
Μπολερό, Dimitris Petrou. Bandeau Toteme και παντελόνι Acne Studios, attica, The Department Store
G.: Να υποθέσω ότι ευχαριστιέσαι και με τη συμμετοχή σου στον «Γλάρο» ως Μάσα. Ν.ΜΠ.: Τρελαίνομαι. Ο πόθος μου ο διακαής, πέρα από το να κάνω μια ταινία στο σινεμά, ήταν να παίξω σε έργο του Τσέχοφ, που δεν είχαμε κάνει ούτε στη σχολή. Το ευχόμουν χρόνια και ήρθε. Η Μάσα ήταν ένας ρόλος που όταν ήμουν μικρότερη δεν τον ήθελα καθόλου γιατί θεωρούσα ότι ήταν πολύ σκοτεινός, ότι ήταν κάτι που δεν γνώριζα. Οχι ότι ξέρω τώρα, αλλά πλέον δεν με πειράζει που δεν ξέρω. Μου αρέσει που την εξερευνώ και προσπαθώ να τη δω τρισδιάστατα, και όχι μόνο ως το κορίτσι που πενθεί και φοράει μαύρα.
G.: Η αδελφή σου Ελένη Μπούκλη είναι τραγουδίστρια και επίσης ηθοποιός. Εχει τύχει να συνεργαστείτε ποτέ; Ν.ΜΠ.: Βεβαίως. Η πρώτη φορά μας ήταν στην Επίδαυρο το 2013 στις «Τραχίνιες» (σ.σ.: η Ελένη έπαιζε την Ιόλη και η Νάνσυ ήταν στον Xορό) και μετά τη σκηνοθέτησα στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού στην παράσταση «“Γ_ν_” (διαβάζεται γυνή)». Θυμάμαι μάλιστα ότι τότε μου γκρίνιαζε, «τι με βάζεις να κάνω; Ντρέπομαι». Και της έλεγα, «γι’ αυτά είσαι». Η Ελένη είναι φοβερή κωμίκα. Ηταν τέλεια εμπειρία και να τη σκηνοθετώ και να παίζουμε μαζί.
G.: Πώς είναι η σχέση σας; Ν.ΜΠ.: Μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε. Είμαστε πολύ διαφορετικοί άνθρωποι, αλλά αγαπιόμαστε πολύ. Εχουμε φτιάξει εδώ έναν κόσμο, η καθεμιά τον δικό της, και κάνουμε τα πράγματα που αγαπάμε. Νιώθω πολύ περήφανη και για τις δυο μας και για όλα όσα έχουμε καταφέρει.