Αντώνης Καρυστινός: Αν δεν μπορείς να γελάς λίγο με τον εαυτό σου, καταλήγεις είτε «μνημείο» είτε μίζερος
18.02.202608:52
Συνέντευξη στον Γιώργο Παπαϊωάννου
Φωτογράφος: Πάνος Γιαννακόπουλος
Επιμέλεια Styling Λίζη Παπάζογλου
Το βραδυφλεγές ξεδίπλωμα της προσωπικότητάς του προκαλεί εκκωφαντική έκρηξη μέσα από έναν ρόλο sur mesure, στην παράσταση «Ενα κάποιο κενό», που κάνει ακόμα πιο συμπαθή τον ούτως ή άλλως δημοφιλή πρωταγωνιστή
Ευγενικός με τον σωστό τρόπο, διακριτικός και σε σωστό πλαίσιο εσωστρεφής, ο Αντώνης Καρυστινός έχει την ικανότητα να σε κάνει να αισθάνεσαι ότι «κάναμε μαζί φαντάροι». Σαν να βγήκαμε να πιούμε μπέρμπον σε ένα ξεχασμένο μπαρ στη μέση του πουθενά μιας ερήμου της Καλιφόρνια. Ειδικά αν τον γνωρίσεις μετά από την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί φέτος, στο θέατρο «Εμπορικόν». Του λέω πως, πέρα από τον ρόλο, πέρα από την υποκριτική του τεχνική, το ίδιο το έργο -το οποίο είναι ελληνικό- θυμίζει Μπρετ Ιστον Ελις. Για να μην κάνουμε σπόιλερ, ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι τα απανωτά plot twists είναι το ίδιο ρεαλιστικά με τη ζωή των ηρώων. Και τη δική μου, και τη δική σας, και όλων μας.
GALA: Είναι εύκολο να ξεχωρίσετε τρεις λόγους που σας έκαναν να προχωρήσετε αυτή τη συνεργασία και να συμμετάσχετε σε αυτή την παράσταση; ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΥΣΤΙΝΟΣ: Ο πρώτος είναι η συνάντηση με νέους δημιουργούς και το νέο καλλιτεχνικό σύμπαν που εκπροσωπούν. Επιπλέον, συνεργάζομαι με ανθρώπους με τους οποίους δεν είχαμε συναντηθεί ξανά. Αυτό για μένα έχει πάντα αξία, διότι σημαίνει καινούρια ματιά, ίσως άλλος τρόπος δουλειάς και πιθανόν άλλη γλώσσα στη σκηνή. Με ενεργοποιεί η ιδέα να μπω σε διαδικασία ανακάλυψης, να ανταλλάξουμε γνώση και εργαλεία στη δουλειά μας. Ο δεύτερος λόγος είναι το πρωτότυπο ελληνικό έργο από μία νέα δημιουργό που δεν έχει φορτωθεί με έτοιμες ερμηνείες. Και, τρίτον, η αχτίδα φωτός που κουβαλά ο ρόλος που ερμηνεύω. Είναι ένας άνθρωπος στα μισά της ζωής, σε ένα σημείο όπου όλα επαναξιολογούνται: τι έκανα, τι έχασα, τι μένει, τι μπορώ ακόμα να σώσω.
G.: Ο άνθρωπος αυτός βιώνει ανομολόγητο, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό, έρωτα με την αδελφή της συζύγου του. Είναι η φύση του ανθρώπου να αισθάνεται ενοχές για το απαγορευμένο ή μήπως τελικά η αίσθηση του ανεκπλήρωτου απλώς εξυπηρετεί ακόμα περισσότερο την έξαψη του πόθου και της φαντασίας; A.K.: Νομίζω ότι ο άνθρωπος δεν νιώθει ενοχή μόνο επειδή κάτι είναι απαγορευμένο κοινωνικά. Νιώθει ενοχή όταν σπάει η εικόνα που έχει για τον εαυτό του: «Είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου; Είμαι σωστός;». Εδώ, ο έρωτας είναι ανομολόγητος ακόμη και μέσα του, άρα ο χαρακτήρας δεν παλεύει μόνο με έναν κανόνα, αλλά με ένα ρήγμα ταυτότητας. Θέλει κάτι που δεν αντέχει να ονομάσει. Το ανεκπλήρωτο μπορεί πράγματι να φουντώνει τον πόθο, καθώς η φαντασία δεν έχει όρια, δεν έχει συνέπειες, δεν έχει καθημερινότητα και όσο δεν συμβαίνει μένει καθαρό, σχεδόν ιδεατό. Κι έτσι, ο έρωτας γίνεται όχι μόνο επιθυμία για έναν άνθρωπο, αλλά καταφύγιο: ένας εσωτερικός τόπος που δεν τον αγγίζει η φθορά. Και για να μη φοβόμαστε τις λέξεις, εδώ ο χαρακτήρας μου βίωσε μια εφηβική φαντασίωση που του σημάδεψε όλη την υπόλοιπη ζωή από ένα παιχνίδι της μοίρας.
G.: Ποιο είναι το ζητούμενο για έναν άνδρα που θέλει να γοητεύσει; Να στηρίζεται περισσότερο στην εξωτερική του εμφάνιση ή στο πνεύμα του; A.K.: (γέλια) Λίγη εμφάνιση για το βλέμμα, πολύ πνεύμα για τη διάρκεια! Νομίζω ότι το ζητούμενο δεν είναι «εμφάνιση ή πνεύμα», αλλά πώς δουλεύουν αυτά μαζί. Η εμφάνιση ανοίγει την πόρτα, το πνεύμα σε κρατάει μέσα.
G.: Αντιστοίχως, ποια γυναίκα είναι πιο ελκυστική; Η όμορφη ή η πνευματώδης; A.K.: Η ανεπιτήδευτα όμορφη! Διότι, η ανεπιτήδευτη δεν είναι η ατημέλητη· είναι αυτή που δεν ζητάει να σε πείσει και έτσι σε κερδίζει. Η πιο μεγάλη επιτήδευση είναι να φαίνεσαι ανεπιτήδευτη, αλλά όταν όντως είναι αλήθεια, το πιάνεις αμέσως. Η Οντρεϊ Χέπμπορν έδωσε σχεδόν τον ορισμό της ωραιότητας, λέγοντας ότι «η ομορφιά μιας γυναίκας φαίνεται στα μάτια της». Εκεί είναι όλο το παιχνίδι.
G.: Σας άλλαξε ή σας εξέλιξε καθόλου ο ρόλος ή το έργο στο σύνολό του; A.K.: Κάθε ρόλος στην ουσία ανοίγει μεγάλα «γιατί». Το έργο ως σύνολο με εξέλιξε κυρίως σε δύο πράγματα: πρώτον, να μην προσπαθώ να δικαιώσω ή να καταδικάσω τον χαρακτήρα, αλλά να τον καταλάβω. Και, δεύτερον, να εμπιστευτώ ότι η αλήθεια στη σκηνή δεν είναι το συμπέρασμα, είναι η πάλη. «Ζήσε τα ερωτήματα τώρα. Ισως κάποτε, χωρίς να το καταλάβεις, να ζήσεις μέσα στην απάντηση», έτσι δεν λένε;
G.: Από τους υπόλοιπους ρόλους του έργου, ποιος σας άγγιξε περισσότερο; A.K.: Δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω έναν! Το έργο είναι «συνόλου», οι ήρωες δεν λειτουργούν ως μεμονωμένα πρόσωπα που τα αξιολογείς ξεχωριστά, αλλά ως επτά διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ανθρώπου, της ίδιας ανθρωπότητας. Είναι ένα χαλκέντερο πορτρέτο του σύγχρονου μοναχικού ανθρώπου μέσα στη σκληρή ζωή που βιώνουμε. Ενας άνθρωπος που δεν σπάει εύκολα, αλλά κουβαλάει αθόρυβα το βάρος του και συνεχίζει. Το ερώτημα είναι: γιατί δεν επαναστατεί; Ο Τζίμης Πανούσης έχει απαντήσει: «Μπορεί και να μη θέλει».
G.: Εάν ήσασταν θεατής, ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους θα λέγατε στην παρέα σας ότι πρέπει να δει την παράσταση; A.K.: Η θεματολογία της, που αφορά άμεσα τον τρόπο που ζούμε σήμερα, η ειλικρίνεια και η αλήθεια των ερμηνειών, που δεν στηρίζονται στο εντυπωσιακό αλλά στο ουσιαστικό και η ανάδραση που δημιουργεί στον θεατή, διότι γεννά ερωτήματα που σε ακολουθούν, σε μια παράσταση στην οποία το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός και η συγκίνηση συνυπάρχουν.
G.: Μερικά επίθετα με τα οποία χαρακτηρίζετε τον εαυτό σας; A.K.: Μου λένε ότι είμαι περίεργος άνθρωπος. Ισως επειδή δεν με ικανοποιεί το «έτσι είναι». Θέλω να καταλάβω το γιατί και το πώς, ειδικά όταν κάτι αφορά ανθρώπους. Επίσης, μου έχουν πει ότι είμαι περίεργος επειδή απολαμβάνω χρόνο μόνος μου. Μου έχουν πει ότι είμαι πεισματάρης στη δουλειά, ότι όταν κάτι δεν κάθεται σωστά, δεν το αφήνω να περάσει από ευκολία, αντιθέτως το κυνηγάω μέχρι να βρει ρυθμό και αλήθεια. Ελπίζω, βέβαια, να είμαι συνεργατικός, γιατί στο θέατρο αν δεν ακούς τον άλλον, όσο καλός κι αν είσαι, στο τέλος παίζεις μόνος σου. Μου έχουν πει ότι είμαι παρατηρητικός, ίσως επειδή πιάνω λεπτομέρειες στη συμπεριφορά, στη σιωπή, στο βλέμμα και μετά, καλώς ή κακώς, δεν μπορώ να κάνω πως δεν τις είδα. Και, τέλος, ελπίζω να είμαι αυτοσαρκαστικός, διότι αν δεν μπορείς να γελάς λίγο με τον εαυτό σου, ειδικά στη δουλειά μας, καταλήγεις είτε «μνημείο» είτε μίζερος. Και τα δύο κουράζουν στο ίδιο έργο.
G.: Θέλετε να είστε η ψυχή της παρέας; A.K.: Μου έχουν πει ότι μπορώ να γίνω η ψυχή της παρέας, αλλά ελπίζω να μην είναι υποχρεωτικό! (γέλια)
G.: Το χιούμορ πρέπει να φωνάζει ή να είναι σιωπηλό; A.K.: Συμφωνώ με τον Τσάρλι Τσάπλιν που είχε πει ότι «η ζωή είναι τραγωδία σε κοντινό, αλλά κωμωδία σε γενικό πλάνο, άρα δεν χρειάζεται να ουρλιάξεις το αστείο, αρκεί να αλλάξεις ελάχιστα το κάδρο».
G.: Τελικά, η υποκριτική οδηγεί στην προσωπική κάθαρση, είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας ή απλώς είναι ένα επάγγελμα που θέλει αφοσίωση και η επίδρασή του τελειώνει με το που πέφτει η αυλαία; A.K.: Δεν δέχομαι ότι είναι ψυχοθεραπεία η υποκριτική. Είναι τέχνη και τεχνική. Το συζητάω συχνά και με τους μαθητές μου. Εχει εργαλεία, μέθοδο, πειθαρχία και έναν στόχο πολύ συγκεκριμένο: να υπηρετήσει το έργο και τον θεατή. Το ότι καμιά φορά μέσα από όλο αυτό ξεκλειδώνει και κάτι προσωπικό το βλέπω ως παράπλευρη παρενέργεια, όπως όταν πας στο γυμναστήριο για πλάτη και ξαφνικά φτιάχνει και η διάθεση. Είσαι κάπως σαν αθλητής της ψυχής, τη βάζεις να εξασκείται καθημερινά σε οριακές συνθήκες ενώ ταυτόχρονα είσαι αφηγητής, είσαι παραμυθάς, στήνεις έναν κόσμο για να μπει μέσα ο άλλος, να αναγνωρίσει κάτι δικό του, να συγκινηθεί, να γελάσει, να σκεφτεί. Αν ήταν ψυχοθεραπεία, θα έφευγες με ανακούφιση, αλλά εδώ φεύγεις με σημειώσεις και την ατάκα να σου χτυπάει στο στομάχι.