Δέκα χρόνια MasterChef: Πώς το ριάλιτι των σεφ καταφέρνει μετά από τόσα χρόνια να τερματίζει πρώτο στη ζούγκλα της τηλεόρασης
04.02.202612:43
Αφροδίτη Γραμμέλη
Για δέκατη χρονιά το ριάλιτι των φερέλπιδων σεφ σπάει με άνεση τα κοντέρ και αποδεικνύει πως υπάρχουν μαγικές συνταγές και εκτός κουζίνας
Όσες κριτικές κι αν γραφτούν, το πιθανότερο είναι ο κόσμος να τις προσπεράσει και να επιλέξει αυτό που πραγματικά του αρέσει.
Και για δέκατη χρονιά, ένα ριάλιτι μαγειρικής αποδεικνύει πως όταν η συνταγή έχει καλά υλικά και έρχεται μία ομάδα δεξιοτεχνική να τα οδηγήσει σε καλό αποτέλεσμα, τότε όλοι θα δοκιμάσουν.
Κάπως έτσι τα σίριαλ στην prime time αγκομαχούν για να το φτάσουν, όμως το «MasterChef» στο Star είναι πρώτο με διαφορά, η οποία όσο περνούν οι μέρες αυξάνεται εντυπωσιακά.
Ο κόσμος διαμορφώνει τα αποτελέσματα, ο κόσμος επιλέγει και τον κόσμο αφορά το τηλεοπτικό προϊόν. Και στην περίπτωση του «MasterChef», το τηλεοπτικό κοινό είναι αυτό που το ανέβασε στο τηλεοπτικό βάθρο.
Κοινωνικό φαινόμενο ή τηλεοπτική φούσκα;
Συνήθως το θέμα που συζητείται με αφορμή την τηλεόραση είναι η τηλεθέαση. Έχει φτάσει πλέον εκπομπές με τηλεθέαση που οριακά ξεπερνά το 2% να κρίνουν στον δημόσιο λόγο εκπομπές που σημειώνουν διψήφια ποσοστά ενώ αγνοούνται επιδεικτικά το περιεχόμενο και τα πρόσωπα που αποτελούν και τον πυρήνα κάθε τηλεοπτικού format.
Στη δέκατη εκδοχή του επί τηλεοπτικού εδάφους του Star, το ριάλιτι μαγειρικής πολύ απλά «σαρώνει». Έχει νικήσει όλους τους αντιπάλους του σε όλες τις ζώνες όπου αναμετρούνται, έχει διατηρήσει σε πολύ υψηλά επίπεδα όλα τα επεισόδια που έχουν προβληθεί μέχρι στιγμής και έχει απογειώσει τους νυν και πρώην επίδοξους σεφ επαγγελματικά.
Η διαφορά του «MasterChef» σε σχέση με τα υπόλοιπα ριάλιτι είναι πως υπάρχει μία επαγγελματική δεινότητα, ένα ταλέντο, μία φιλοδοξία εξέλιξης και περιεχόμενο που παραπέμπει σε «ντοκιμαντερίστικη» προσέγγιση ή πιο απλά σε γοητευτικό μάθημα μαγειρικής.
Νέοι ή και λιγότερο νέοι άνθρωποι έρχονται σε ένα πλατό προκειμένου να κυνηγήσουν το όνειρό τους περνώντας μέσα από απαιτητικές δοκιμασίες και έχοντας απέναντί τους τρεις εξαιρετικούς σεφ οι οποίοι έχουν αποδείξει ότι δεν «κεντάνε» μόνο στην κουζίνα αλλά και στο γυαλί: Σωτήρης Κοντιζάς, Πάνος Ιωαννίδης και Λεωνίδας Κουτσόπουλος.
Και αν μιλάμε για μαγειρική και για τηλεόραση, τότε ας μιλήσουμε και για χημεία. Τη διαδικασία δηλαδή που οδηγεί αμφότερες στην επιτυχία και τη μεγάλη αποδοχή.
Ο Σωτήρης Κοντιζάς, ο Πάνος Ιωαννίδης και ο Λεωνίδας Κουτσόπουλος
Οι δηλώσεις συμμετοχής κάθε χρόνο ξεπερνούν τις 5 χιλιάδες. Ελάχιστοι είναι οι συμμετέχοντες οι οποίοι δεν έχουν δεχτεί προτάσεις για συνεργασία με εστιατόρια.
Οι περισσότεροι εργάζονται σε εστιατόρια μεγάλων πόλεων, ενώ πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι δέχονται πολλές προτάσεις για να δουλέψουν σεζόν το καλοκαίρι στα νησιά.
Οι πιο τυχεροί άνοιξαν δικά τους εστιατόρια ή συνεταιρίστηκαν προκειμένου να το καταφέρουν. Λογικό να έρχεται ένα ριάλιτι και να γίνεται δημοφιλές επειδή λειτουργεί ως δεξαμενή εργασιακής προσφοράς και ζήτησης.
Οι πιο ρομαντικοί και όλοι όσοι έχουν ταλέντο και ιδιαίτερες ικανότητες, μέσα από τη συμμετοχή τους σπεύδουν να αδράξουν μία μεγάλη ευκαιρία. Σε κάθε περίπτωση οι συμμετέχοντες είτε διακριθούν είτε όχι, αποχωρούν κερδισμένοι από τη συμμετοχή τους καθώς έστω και μερικές ώρες δημοσιότητας εξαργυρώνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Η δύναμη της προσωπικής ιστορίας και του ριάλιτι
Από νωρίς, από τη διαδικασία των περίφημων οντισιόν, ξετυλίγεται το κουβάρι της προσωπικής αφήγησης. Ενεργοποιείται το βασικό συστατικό που μπορεί να κάνει ελκυστική και την ανάγνωση αλλά κυρίως την τηλοψία: η αφήγηση μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας.
Στο «MasterChef» η δύναμη της ιστορίας ίσως είναι μεγαλύτερη κι από αυτή της μαγειρικής δεινότητας. Ο μετανάστης, το παιδί που δέχθηκε ανελέητο bullying στο σχολείο και μετέπειτα στη ζωή, άνθρωποι που λόγω διαφορετικότητας έπεσαν θύματα αγριότητας, γονείς που έχασαν παιδιά, τυχοδιώκτες, άνδρες και γυναίκες που αποφάσισαν να κάνουν την υπέρβαση και την ανατροπή στη ζωή τους, ταλέντα που μέχρι σήμερα δεν έχουν αναγνωριστεί, αδίστακτοι τύποι που για μερικά λεπτά δημοσιότητας είναι ικανοί να πατήσουν επί πτωμάτων και φυσικά καλά διαβασμένοι παίκτες οι οποίοι προκειμένου να κάνουν τηλεοπτική αίσθηση είναι αποφασισμένοι να ξεχωρίσουν.
Επειδή όμως μιλάμε για ριάλιτι και όχι για ντοκιμαντέρ του BBC στην Ακαδημία Μαγειρικής, τότε καλό είναι να δεχτούμε πως το αλατοπίπερο είναι αυτό που έρχεται και ολοκληρώνει την καλή γεύση.
Γι αυτό και στο πλάι της εικόνας που εστιάζει σε αριστοτεχνικές ικανότητες, σε εντυπωσιακά αποτελέσματα, σε χρώματα και αρώματα έρχεται και κουμπώνει η καλή η αυθεντική ίντριγκα.
Κάτι που διατρέχει την ιστορία του συγκεκριμένου ριάλιτι από τα τηλεοπτικά γεννοφάσκια του. Φυσικά, όπως έχει διδάξει η τηλεοπτική ιστορία στο τέλος κερδίζει ο καλύτερος μάγειρας και όχι ο πιο αντιδημοφιλής χάριν τηλεθέασης.
Οι τρεις σωματοφύλακες
Ο «Γιαπωνέζος», ο «Σαμουράι» Σωτήρης Κοντιζάς ο οποίος πλέον είναι ο πιο χιουμορίστας που «ψαρώνει» τους παίκτες και φυσικά έχει έναν απαράβατο κανόνα: μην βρεθεί κόκκαλο στην μπουκιά μου, τελειώσατε. Αυστηρός αλλά και γοητευτικός.
Από κοντά και ο Πάνος Ιωαννίδης, ο «Ψηλός» της παρέας ο οποίος έχει κάνει το ωραίο φύλο να αγαπήσει λίγο παραπάνω τα μακαρόνια και πάντα είναι και ο πιο τρυφερός στην κριτική και κάνει την απόρριψη να μοιάζει με προσωρινό χωρισμό.
Φυσικά, ο «Θείος Λεό», ο Λεωνίδας Κουτσόπουλος είναι ο κορυφαίος, είναι ο άνθρωπος που πάντα έχει την ατάκα και το ερέθισμα. Το οποίο ερέθισμα ενεργοποιείται και στους παίκτες και στους ομοτράπεζους σεφ. Είναι ο σκανταλιάρης, αντισυμβατικός, ψαγμένος και αδάμαστος σεφ.
Είναι ο άνθρωπος που ξέρεις πως έχει μια συναρπαστική ζωή κόντρα στο κατεστημένο lifestyle της μπούρδας και ξέρει τη συνταγή της ουσίας, της μουσικής και της ελεύθερης σκέψης.
Η χημεία τους είναι κάτι παραπάνω από ιδανική. Δεν υπάρχουν αντεγκλήσεις, έντονες διαφωνίες αλλά μόνο επαγγελματισμός, φιλία και διάθεση να συνδυαστεί το αστείο του τηλεοπτικού εγχειρήματος με τη σοβαρότητα που απαιτεί η γαστρονομία υψηλής αισθητικής.
Μία ιστορία με ωραία αρχή και δίχως τέλος
Το μακρινό 2010, ο διευθυντής προγράμματος του Mega, Πέτρος Μπούτος εντάσσει στο πρόγραμμα του καναλιού ένα άλλο ριάλιτι που ο ίδιος και τα στελέχη του επιβεβαιώνονται.
Μία τριάδα φωτιά από τους Λευτέρη Λαζάρου, Δημήτρη Σκαρμούτσο και Γιάννη Λουκάκο θα κάνει την ανατροπή. Και αν ο πρώτος, λόγω μακράς θητείας στο ιστορικό και εξαιρετικό «Βαρούλκο» κάπως έσπαγε τον πάγο με το κοινό, οι άλλοι δύο θα καταφέρουν να διαψεύσουν τους προφήτες και να κάνουν τηλεοπτικό χαμό.
Τον αντισυμβατικό Σκαρμούτσο με τα δεκάδες τατουάζ, τα κόλυβα, το γλυκό τριαντάφυλλο στο «Αλάτσι» και την περιπετειώδη ζωή.
Ο Γιάννης Λουκάκος θα είναι ο «comme il faut» σεφ που γοητεύει τα πλήθη και ο Λευτέρης Λαζάρου, ο «Πρύτανης» το κράμα αυστηρού και τρυφερού συνάμα πατριάρχη της κουζίνας. Τα μηχανάκια τηλεθέασης παίρνουν φωτιά και το «MasterChef» θα γίνει το τηλεοπτικό talk of the town.
Οι Έλληνες μπαίνουν στην κουζίνα, η τηλεόραση βοηθά τα εστιατόρια, οι τρεις σεφ γίνονται τηλεοπτικοί σταρ με μία φρενίτιδα που δεν έχει τελειωμό.
Στον τελικό του πρώτου η Ευγενία Μανωλίδου γίνεται viral με την ατάκα «Θα καταρρεύσω» και ο πρώτος νικητής, Άκης Πετρετζίκης δεν θα ξεπεραστεί ποτέ και από κανέναν επόμενο.
Ο ίδιος το περιέγραψε με τον καλύτερο τρόπο: «Το MasterChef είναι μία πολύ πονεμένη ιστορία και από τα μεγαλύτερα άγχη που έχω περάσει στη ζωή μου. Στο ξενοδοχείο που δούλευα στο Λονδίνο έτρωγε η βασιλική οικογένεια. Ήταν ουσιαστικά το ξενοδοχείο του Παλατιού.
Ο Άκης Πετρετζίκης στο «MasterChef»
Το να δουλεύεις σε αυτό το ξενοδοχείο και να έχεις τη θέση που είχα ήταν σε φάση ότι με το που φύγεις από εκεί, ότι θέση υπάρχει στην αγορά την έχεις. Σκοπός μου ήταν να πάω στη Νέα Υόρκη. Εκείνο το διάστημα βγήκε ο διαγωνισμός του «MasterChef» και την αίτηση την έκανε ο κολλητός μου. Ήταν μεγάλο δίλημμα τι θα κάνω.
Είχα μια φτιαγμένη καριέρα στο εξωτερικό και έπρεπε να πάρω την απόφαση αν θα γυρίσω στην Ελλάδα ή θα κάτσω τελικά στο ξενοδοχείο. Γύρισα και πήγα στο «MasterChef» για να κερδίσω τον τίτλο. Η συνέχεια ήταν τραγική. Δεν μου άρεσε καθόλου.
Είχα κάνει τόσα πράγματα στη ζωή μου και όταν βγαίνει ένας άνθρωπος από ένα παιχνίδι δεν ενδιαφέρει κανέναν να ρωτήσει τι έκανε στη ζωή του. Ενδιαφέρουν όλα τα υπόλοιπα εκτός από αυτό. Για καιρό μετά που τελείωσε το παιχνίδι ήμουν μετανιωμένος, δεν ήξερα τι να κάνω.
Είχα στεναχωρηθεί πάρα πολύ γιατί δεν υπήρχε κάτι μετά το MasterChef». Φυσικά, κάτι τέτοιο τελικό δεν συνέβη και πλέον ο Άκης, ευτυχής μπαμπάς δύο παιδιών θεωρείται από τους πλέον επιτυχημένους σεφ με ευρύ πεδίο δράση και ένα σύνθημα να τον ακολουθεί «Του Άκη οι συνταγές βγαίνουν». Μεγάλη αλήθεια.
Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου, το Mega αποφασίζει να δημιουργήσει το ίδιο ριάλιτι αλλά με λιλιπούτειους επίδοξους σεφ και με παιδιά 8-13 ετών έρχεται το Master Chef Junior για τη σεζόν 2011-2012 με παρουσιάστρια τη Μαρία Μπεκατώρου.
Η δεύτερη σεζόν του «Master Chef» από το MEGA, με παρουσιάστρια τη Μαίρη Συνατσάκη, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Για την ακρίβεια δεν είχαμε ποτέ νικητή και διεκόπη ξαφνικά αν και οι δύο σεφ, οι οποίοι είχαν προκριθεί στον τελικό ήταν οι Κώστας Καμπάς και Μπάμπης Κουντούρης. Την παρουσίαση εκείνου του κύκλου είχε αναλάβει η Μαίρη Συνατσάκη.
Τον Μάρτιο του 2017, το Star Channel απέκτησε τα δικαιώματα της εκπομπής επαναφέροντας το MasterChef μετά από τέσσερα χρόνια.
Ο τρίτος κύκλος έκανε πρεμιέρα στις 4 Μαΐου του 2017. Μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2026, το «Master Chef» παραμένει το πλέον άφθαρτο, ισχυρό και αγαπητό ριάλιτι του ελληνικού κοινού.